Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Στο μικροσκόπιο η αναπροσαρμογή κριτηρίων του ΕΝΦΙΑ για ευπαθείς ομάδες




 Στο μικροσκόπιο η αναπροσαρμογή κριτηρίων του ΕΝΦΙΑ για ευπαθείς ομάδες
Του Γιώργου Παλαιτσάκη.

Το κείμενο αυτό αποτελεί απάντηση σ' αυτούς που χωρίς να γνωρίζουν ισχυρίζονται ότι οι ανάπηροι απαλλάσσονται από τον ΕΝΦΙΑ. Είναι βέβαιο ότι πρέπει να υπάρξει απαλλαγή των βαριά αναπήρων από τα κριτήρια του ΕΝΦΙΑ και κατά συνέπεια και από τον ΕΝφΦΙΑ.


Από το μικροσκόπιο της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Οικονομικών περνούν ορισμένες διατάξεις της ισχύουσας φορολογικής νομοθεσίας εξαιτίας των οποίων εκατοντάδες χιλιάδες οικονομικά ασθενείς φορολογούμενοι καλούνται να καταβάλλουν αδίκως υπέρογκα ποσά Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) και φόρου εισοδήματος. Στόχος είναι οι διατάξεις αυτές να τροποποιηθούν και αδικίες να αρθούν.
Σύμφωνα με πληροφορίες, οι προσπάθειες εστιάζονται στην επίλυση δύο συγκεκριμένων προβλημάτων. Το ένα αφορά τον τρόπο προσδιορισμού του ετήσιου οικογενειακού εισοδήματος το οποίο λαμβάνεται υπ’ όψιν για να διαπιστωθεί εάν ένα νοικοκυριό πληροί ή όχι το εισοδηματικό κριτήριο που προβλέπει η σχετική νομοθεσία για τη μερική ή ολική απαλλαγή του από τον ΕΝΦΙΑ. Ο τρόπος με τον οποίο προσδιορίζεται το εισόδημα αυτό έχει ως συνέπεια να χάνουν τη μερική ή ολική απαλλαγή από τον ΕΝΦΙΑ χιλιάδες φορολογούμενοι με πολύ χαμηλά πραγματικά εισοδήματα, κυρίως άνεργοι, ολικά ανάπηροι, τρίτεκνοι και πολύτεκνοι. Το δεύτερο πρόβλημα αφορά σε μια στρέβλωση που υπάρχει στις διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, η οποία έχει ως συνέπεια την υπερφορολόγηση χιλιάδων ανέργων, φοιτητών, νοικοκυριών και γενικότερα υποαπασχολούμενων πολιτών με πάρα πολύ χαμηλά εισοδήματα.
Αναλυτικά οι αδικίες που σκοπεύει να επιλύσει η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Οικονομικών με νομοθετικές παρεμβάσεις είναι οι ακόλουθες:
1. Εκατοντάδες χιλιάδες άνεργοι, ανάπηροι, τρίτεκνοι και πολύτεκνοι φορολογούμενοι με πολύ χαμηλά ετήσια εισοδήματα χάνουν κάθε χρόνο το δικαίωμα να απαλλαγούν από το 50% ή το 100% του ΕΝΦΙΑ και καλούνται να πληρώσουν κανονικά ολόκληρο τον φόρο. Ο λόγος είναι ότι η πρώην Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων (ΓΓΔΕ) και νυν Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) εφαρμόζει ένα «κόλπο» με το οποίο το συνολικό ετήσιο οικογενειακό εισόδημα καθενός από τους φορολογούμενους αυτούς «φουσκώνει» υπέρμετρα και εν τέλει εμφανίζεται να είναι μεγαλύτερο από το ισχύον κατά περίπτωση όριο για τη χορήγηση της μερικής ή ολικής απαλλαγής από τον ΕΝΦΙΑ.
Συγκεκριμένα, οι υπηρεσίες της ΑΑΔΕ συμπεριλαμβάνουν στο συνολικό ετήσιο οικογενειακό εισόδημα κάθε φορολογούμενου, το οποίο λαμβάνεται υπ’ όψιν για να διαπιστωθεί εάν αυτός είναι δικαιούχος μερικής ή ολικής απαλλαγής από τον ΕΝΦΙΑ, ακόμη και εισοδήματα τα οποία είναι έκτακτα και μη επαναλαμβανόμενα, όπως οι αποζημιώσεις απολύσεων, καθώς επίσης και ποσά κοινωνικών παροχών τα οποία δεν φορολογούνται και δεν υπόκεινται καν σε ειδική εισφορά αλληλεγγύης, όπως είναι τα επιδόματα στήριξης τέκνων, τα ειδικά επιδόματα τριτέκνων και πολυτέκνων, οι μισθοί, οι συντάξεις και η πάγια αντιμισθία ολικά τυφλών και κινητικά αναπήρων σε ποσοστό άνω του 80%. Στο συνολικό ετήσιο οικογενειακό εισόδημα κάθε φορολογούμενου που λαμβάνεται υπ’ όψιν για να διαπιστωθεί εάν δικαιούται ή όχι την απαλλαγή από τον ΕΝΦΙΑ συνυπολογίζονται επίσης τα επιδόματα ανεργίας, το ΕΚΑΣ και τα προνοιακά επιδόματα των αναπήρων.
Όλα αυτά τα ποσά προστίθενται στα λοιπά εισοδήματα των φορολογουμένων τα οποία υπόκεινται κανονικά σε φόρο ή φορολογούνται αυτοτελώς, δηλαδή στους μισθούς, στις συντάξεις, στα ενοίκια, στα κέρδη από επιχειρήσεις, στους τόκους καταθέσεων κ.λπ. Στη συνέχεια, σε πάρα πολλές περιπτώσεις, προστίθεται στο άθροισμα που προκύπτει και τυχόν επιπλέον διαφορά εισοδήματος λόγω υψηλών τεκμηρίων διαβίωσης. Η διαφορά αυτή, όμως, προκύπτει από τη σύγκριση του συνολικού εισοδήματος που προσδιορίζουν τα τεκμήρια με το άθροισμα των εισοδημάτων που υπόκεινται κανονικά σε φόρο, στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνονται τα εισοδήματα τα οποία είναι έκτακτα και μη επαναλαμβανόμενα, ούτε τα ποσά των κοινωνικών παροχών τα οποία δεν φορολογούνται και δεν υπόκεινται καν σε ειδική εισφορά αλληλεγγύης, ούτε τα επιδόματα ανεργίας, το ΕΚΑΣ και τα προνοιακά επιδόματα των αναπήρων. Με το υπολογιστικό αυτό «τρικ», στις περισσότερες περιπτώσεις φτωχών οικογενειών, τα συνολικά ποσά καθαρού ετήσιου οικογενειακού εισοδήματος «φουσκώνουν» υπέρμετρα, σε εξωπραγματικά επίπεδα, και ξεπερνούν τα σχετικά χαμηλά όρια ετήσιου οικογενειακού εισοδήματος που έχουν τεθεί ως προϋποθέσεις για τη χορήγηση των απαλλαγών από τον ΕΝΦΙΑ σε κοινωνικά ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού της χώρας.
Το τελικό αποτέλεσμα είναι να καλούνται κάθε χρόνο να πληρώσουν ολόκληρο το ποσό του ΕΝΦΙΑ εκατοντάδες χιλιάδες φτωχοί Έλληνες πολίτες, οι οποίοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία έχουν πληγεί από τα σκληρά μέτρα λιτότητας των μνημονίων της περιόδου 2010­2016.
Το «κόλπο» με το οποίο «φουσκώνουν» τεχνητά τα ετήσια οικογενειακά εισοδήματα εκατοντάδων χιλιάδων φτωχών νοικοκυριών, έτσι ώστε σε πολλές περιπτώσεις να υπερβαίνουν τα προβλεπόμενα ανώτατα όρια για τη χορήγηση των απαλλαγών από τον ΕΝΦΙΑ, βασίζεται στην υπ’ αριθμόν ΠΟΛ. 1212/24­92015 απόφαση της ΓΓΔΕ για τον καθορισμό της διαδικασίας χορήγησης απαλλαγών από τον ΕΝΦΙΑ.
Η απόφαση αυτή έχει εκδοθεί με σκοπό να καθορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 7 του νόμου 4223/2013, οι οποίες προβλέπουν ότι:
α) Δικαιούχος απαλλαγής από το 50% του ΕΝΦΙΑ είναι κάθε φορολογούμενος που πληροί τις εξής προϋποθέσεις:
• Το συνολικό ετήσιο καθαρό οικογενειακό εισόδημα του προηγούμενου έτους δεν έχει υπερβεί τις 9.000 ευρώ, προσαυξημένο κατά 1.000 ευρώ για τον ή την σύζυγο και για κάθε εξαρτώμενο μέλος της οικογένειας.
• Το σύνολο της επιφάνειας των κτισμάτων τα οποία κατέχει ο φορολογούμενος και τα λοιπά μέλη της οικογένειάς του δεν υπερβαίνει τα 150 τ.μ.
• Η συνολική αντικειμενική αξία των κτισμάτων και των εντός σχεδίων πόλεων οικοπέδων που κατέχει ο φορολογούμενος ή η οικογένειά του δεν υπερβαίνει τα 85.000 ευρώ αν πρόκειται για άγαμο, τα 150.000 ευρώ αν πρόκειται για έγγαμο χωρίς παιδιά και τα 200.000 ευρώ αν πρόκειται για έγγαμο με ένα ή δύο εξαρτώμενα τέκνα.
β) Στις οικογένειες που είναι τρίτεκνες ή πολύτεκνες ή περιλαμβάνουν ανάπηρα άτομα κατά ποσοστά 80% και άνω θα χορηγείται πλήρης απαλλαγή από τον ΕΝΦΙΑ υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
• Το συνολικό ετήσιο καθαρό οικογενειακό εισόδημα του προηγούμενου έτους δεν έχει υπερβεί τις 12.000 ευρώ, προσαυξημένο κατά 1.000 ευρώ για τον ή την σύζυγο και κάθε εξαρτώμενο μέλος.
• Το σύνολο της επιφάνειας των κτισμάτων στα οποία κατέχουν δικαιώματα πλήρους ή ψιλής κυριότητας ή επικαρπίας ο υπόχρεος υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, η σύζυγος και τα εξαρτώμενα τέκνα της οικογένειάς του δεν υπερβαίνει τα 150 τ.μ.
Ο στρεβλός τρόπος με τον οποίο υπολογίζεται το συνολικό ετήσιο καθαρό οικογενειακό εισόδημα χιλιάδων φορολογουμένων, όπως περιγράψαμε παραπάνω, σχεδιάζεται να διορθωθεί με νομοθετική παρέμβαση.
2. Οι φορολογούμενοι οι οποίοι αποκτούν πενιχρά εισοδήματα από ενοίκια και ταυτόχρονα κάποια πολύ μικρά ποσά αμοιβών από περιστασιακή απασχόληση, το ύψος των οποίων είναι μικρότερο από το συνολικό ποσό των ενοικίων, φορολογούνται για την πρόσθετη φορολογητέου εισοδήματος που προκύπτει λόγω τεκμηρίων όχι με την κλίμακα φορολογίας εισοδήματος των μισθωτών, αλλά με την κλίμακα φορολογίας των ελεύθερων επαγγελματιών. Το αποτέλεσμα είναι να επιβαρύνονται με εξωπραγματικά ποσά φόρου εισοδήματος που αδυνατούν να αποπληρώσουν. Ειδικότερα, κατά την εκκαθάριση των φορολογικών δηλώσεων των συγκεκριμένων φορολογουμένων, επειδή το συνολικό πραγματικό δηλωθέν εισόδημα είναι πολύ χαμηλό, οι αρμόδιες υπηρεσίες λαμβάνουν υπ’ όψιν ως βάση υπολογισμού του φόρου εισοδήματος το ποσό που προκύπτει βάσει των τεκμηρίων διαβίωσης, καθώς αυτό είναι μεγαλύτερο από το πραγματικό δηλωθέν. Οι αρμόδιες υπηρεσίες προσδιορίζουν το ύψος του τελικού φορολογητέου εισοδήματος λαμβάνοντας υπ’ όψιν το ελάχιστο τεκμήριο διαβίωσης των 3.000 ευρώ για τους άγαμους ή των 2.500 ευρώ για τους έγγαμους φορολογούμενους και προσθέτοντας στο ποσό αυτό τυχόν επιπλέον ποσά τεκμηρίων διαβίωσης, εφόσον ο φορολογούμενος διαμένει σε κατοικία ιδιόκτητη, ενοικιαζόμενη ή δωρεάν παραχωρηθείσα ή εφόσον κατέχει και κάποιο Ι.Χ. αυτοκίνητο. Συνήθως δηλαδή τα ποσά των τεκμαρτών φορολογητέων εισοδημάτων που προκύπτουν για τους φορολογούμενους αυτούς υπερβαίνουν τα 5.000 ευρώ.
Ως εδώ τίποτα το μεμπτό. Από κει και πέρα, όμως, οι φορολογούμενοι αυτοί «εκτελούνται» κυριολεκτικά καθώς, έτσι όπως έχουν ερμηνευτεί οι διατάξεις που ισχύουν αυτή τη στιγμή, η πρόσθετη διαφορά τεκμαρτού φορολογητέου εισοδήματος που προκύπτει πρέπει να φορολογείται όχι σαν εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες (όπως θα περίμενε κανείς για τις περιπτώσεις των φορολογουμένων με πολύ χαμηλά εισοδήματα από περιστασιακή απασχόληση), αλλά σαν εισόδημα από επιχειρηματικές δραστηριότητες. Εφαρμόζεται δηλαδή όχι η ευνοϊκή κλίμακα υπολογισμού του φόρου, η οποία ισχύει για τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους και προβλέπει αφορολόγητο όριο εισοδήματος από 8.636 έως 9.545 ευρώ, αλλά η κλίμακα φορολόγησης των εισοδημάτων από επιχειρηματικές δραστηριότητες βάσει της οποίας το φορολογητέο εισόδημα υπόκειται σε φόρο υπολογιζόμενο με συντελεστή 22% από το πρώτο ευρώ. Συνεπώς, βάσει των διατάξεων που ισχύουν αυτή τη στιγμή, σε κάθε τέτοια περίπτωση η πρόσθετη διαφορά φορολογητέου εισοδήματος που έχει προκύψει βάσει των τεκμηρίων διαβίωσης φορολογείται με 22%. Στη συνέχεια δε επί του φόρου που προκύπτει επιβάλλεται και προκαταβολή φόρου, η οποία πλέον υπολογίζεται με συντελεστή 100%. Ως εκ τούτου, έτσι όπως είναι διαμορφωμένες αυτή τη στιγμή οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, για έναν φορολογούμενο με πολύ χαμηλό εισόδημα από ενοίκια και με πενιχρές αμοιβές από περιστασιακή απασχόληση, η πρόσθετη διαφορά εισοδήματος που προκύπτει βάσει τεκμηρίων φορολογείται με τελικό συντελεστή 44%. Τυχόν διατήρηση των διατάξεων αυτών ως έχουν θα έχει ως αποτέλεσμα να επιβληθούν φέτος εξωπραγματικοί φόροι εισοδήματος σε χιλιάδες φορολογούμενους αυτών των περιπτώσεων.
Το οικονομικό επιτελείο εξετάζει νομοθετική παρέμβαση ώστε και στις περιπτώσεις των φορολογουμένων αυτών η πρόσθετη διαφορά φορολογητέου εισοδήματος που προκύπτει λόγω της εφαρμογής των τεκμηρίων διαβίωσης να φορολογείται με την ευνοϊκή κλίμακα φορολογίας εισοδήματος των μισθωτών και των συνταξιούχων στην οποία ισχύει αφορολόγητο όριο 8.636 ­ 9.545 ευρώ.

Πηγή: Εφημερίδα «Η Ναυτεμπορική»