Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

Ευχές και κάλαντα για το νέο έτος 2017

Ευχές και κάλαντα για το νέο έτος 2017
Τα Καλαντα της πρωτοχρονιας
Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά
 ψηλή μου δεντρολιβανιά
 κι αρχή καλός μας χρόνος
 εκκλησιά με τ' άγιο θρόνος.
Αρχή που βγήκε ο Χριστός
 άγιος και Πνευματικός,
 στη γη να περπατήσει
 και να μας καλοκαρδίσει.
Αγιος Βασίλης έρχεται,
 και δεν μας καταδέχεται,
 από την Καισαρεία,
 συ' σαι αρχόντισσα κυρία.
Βαστά εικόνα και χαρτί
 ζαχαροκάρνο, ζυμωτή
 χαρτί και καλαμάρι
 δες και με-δες και με το παλικάρι.
Το καλαμάρι έγραφε,
 τη μοίρα του την έλεγε
 και το χαρτί-και το χαρτί ομίλει
 Άγιε μου-άγιε μου καλέ Βασίλη.
Και νέον έτος αριθμεί
 την του Χριστού περιτομή
 και η μνήμη του Αγίου
 Ιεράρχου Βασιλείου.
Του χρόνου μας αρχή καλή
 και ο Χριστός μας προσκαλεί
 την κακία ν' αρνηθούμε
 μ' αρετές να στολιστούμε.
Να ζούμε βίον τέλειον
 κατά το ευαγγέλιον
 με αγάπη με ειρήνη
 και με τη δικαιοσύνη.
Χρόνια πολλά και ευτυχή
 με καθαρά κι αγνή ψυχή
 με χαρά και με υγεία
 και με θεία ευλογία.

Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

Εγκύκλιος υφυπουργού Πετρόπουλου με ΘΕΜΑ: Οδηγίες για την εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 3 του άρθρου 38 και της παρ. 5 του άρθρου 40 του ν.4387


Εγκύκλιος υφυπουργού Πετρόπουλου με ΘΕΜΑ: Οδηγίες για την εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 3 του άρθρου 38 και της παρ. 5 του άρθρου 40 του ν.4387/2016 (Α, 85)

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙO ΕΡΓΑΣΙΑΣ
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
& ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
Δ/ΝΣΗ ΚΥΡΙΑΣ ΑΣΦ/ΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ
& ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ (Δ13)
ΤΜΗΜΑ A΄
ΤΑΧ. Δ/ΝΣΗ : Σταδίου 29 ΤΑΧ. ΚΩΔΙΚΑΣ : 101 10
Πληροφορίες: Καραμπλιάνη Ανδριάνα
Τηλ.: 2131516799

Αθήνα, 30/12/2016

Αριθ. Πρωτ.:Φ.80000/οικ. 61689/2215

ΠΡΟΣ: Όλους τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης

ΚΟΙΝ : Γενικό Λογιστήριο του Κράτους
Κάνιγγος 29
Τ.Κ. 10682, Αθήνα


ΘΕΜΑ: Οδηγίες για την εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 3 του άρθρου 38 και της παρ. 5 του άρθρου 40 του ν.4387/2016 (Α, 85)

Σας γνωρίζουμε ότι στο ΦΕΚ 85, τεύχος Α΄/12.5.2016 δημοσιεύτηκε ο νόμος 4387/2016 «Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλειας-Μεταρρύθμιση ασφαλιστικού-συνταξιοδοτικού συστήματος-Ρυθμίσεις φορολογίας εισοδήματος και τυχερών παιγνίων και άλλες διατάξεις». Ειδικότερα:

1. ΚΛΑΔΟΣ ΚΥΡΙΑΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ

Mε το άρθρο 38 του ν.4387/2016 θεσπίζονται ενιαίοι κανόνες εισφορών για τους μισθωτούς ασφαλισμένους στον ΕΦΚΑ και τους εργοδότες τους. Με τα οριζόμενα στην  παρ. 3 του ανωτέρω άρθρου ορίζονται τα ακόλουθα : 

α. Για τους ασφαλισμένους που υπάγονταν στην ασφάλιση του Τομέα Ασφάλισης Ναυτικών Πρακτόρων και Υπαλλήλων (ΤΑΝΠΥ) του ΟΑΕΕ ως έμμισθοι ασφαλισμένοι, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση, από 1/1/2017 καταβάλλεται για τον κλάδο σύνταξης, ασφαλιστική εισφορά ποσοστού 20% που επιμερίζεται ως εξής:
για το έτος 2017 σε 17,00 % για τον ασφαλισμένο και 3 % για τον εργοδότη,
για το έτος 2018 σε 10,00 % για τον ασφαλισμένο και 10 % για τον εργοδότη,
από 1/1/2019 και εφεξής σε 6,67 % για τον ασφαλισμένο και 13,33 % για τον εργοδότη.

β. Για τους ασφαλισμένους που έως την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016 υπάγονταν στην ασφάλιση του ΕΤΑΑ (ΤΣΜΕΔΕ, ΤΣΑΥ) και παρέχουν εξαρτημένη εργασία, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση καταβάλλεται από 1/1/2017 ασφαλιστική εισφορά για τον κλάδο σύνταξης σύμφωνα με το άρθρο 38 του ν.4387/2016.
Παραδείγματα:
i) Παλαιός ασφαλισμένος – μηχανικός που παρείχε εξαρτημένη εργασία σε κατασκευαστική εταιρεία στον ιδιωτικό τομέα υπαγόταν στην ασφάλιση του ΕΤΑΑ – ΤΣΜΕΔΕ, και κατέβαλλε συνολική εισφορά ύψους 20%, επιμεριζόμενη κατά 6,67% στον ασφαλισμένο και κατά 13,33% στον εργοδότη. Από 1/1/2017, για τον εν λόγω ασφαλισμένο καταβάλλεται εισφορά σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 38 του ν.4387/2016, δηλαδή συνολική εισφορά ύψους 20%, επιμεριζόμενη κατά 6,67% στον ασφαλισμένο και κατά 13,33% στον εργοδότη.
ii) Παλαιός ασφαλισμένος - ιατρός που παρείχε εξαρτημένη εργασία σε ιδιωτική κλινική, υπαγόταν στην ασφάλιση του ΕΤΑΑ – ΤΣΑΥ, και κατέβαλε ο ασφαλισμένος ως μηνιαία εισφορά το σταθερό ποσό των €188,30 και ο εργοδότης εισφορά ύψους 13,33% επί των αποδοχών του ασφαλισμένου. Από 1/1/2017, για τον εν λόγω ασφαλισμένο καταβάλλεται εισφορά σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 38 του ν.4387/2016, δηλαδή συνολική εισφορά ύψους 20%, επιμεριζόμενη κατά 6,67% στον ασφαλισμένο και κατά 13,33% στον εργοδότη.

γ. Οι διευθυντές, γενικοί διευθυντές, εντεταλμένοι, διευθύνοντες ή συμπράττοντες σύμβουλοι, διοικητές εταιριών ή συνεταιρισμών εφόσον συνδέονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας για τις εισπραττόμενες αμοιβές, καταβάλλουν από 1/1/2017 ασφαλιστική εισφορά για τον κλάδο σύνταξης ποσοστού 20% επιμεριζόμενη κατά ποσοστό 6,67 % για τον ασφαλισμένο και 13,33% για τον εργοδότη, που υπολογίζεται επί του συνολικού ποσού των αμοιβών.

δ. Τα πρόσωπα που διορίζονται ως μέλη Διοικητικού Συμβουλίου Α.Ε. και λαμβάνουν αμοιβή ή αποζημίωση όποιας μορφής για την ιδιότητά τους αυτή (δηλαδή ως μέλη Δ.Σ.), καταβάλλουν από 1/1/2017 ασφαλιστική εισφορά για τον κλάδο σύνταξης ποσοστού 20% επιμεριζόμενη κατά ποσοστό 6,67 % για τον ασφαλισμένο και 13,33% για τον εργοδότη που υπολογίζεται επί της αμοιβής κατ’ αποκοπή.
Σημειωτέον ότι εφόσον η ανωτέρω αμοιβή καταβάλλεται άπαξ κατ’ έτος , αυτή διαιρείται δια 12 και κατανέμεται σε έκαστο των μηνών, και επί των μηνιαίων ποσών καταβάλλονται οι αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές . Εννοείται ότι αν για τη συμμετοχή τους ως μέλη Δ.Σ. Α.Ε. δεν λαμβάνουν αμοιβή ή αποζημίωση όποιας μορφής δεν υπάρχει υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.

ε. Τα μέλη Δ.Σ. αγροτικών συνεταιρισμών, εφόσον λαμβάνουν αμοιβή λόγω της ιδιότητάς τους ως μέλη Δ.Σ. , καταβάλλουν από 1/1/2017 ασφαλιστική εισφορά για τον κλάδο σύνταξης ποσοστού 20% επιμεριζόμενη κατά ποσοστό 6,67 % για τον ασφαλισμένο και 13,33 % για τον εργοδότη που υπολογίζεται επί της αμοιβής.

στ. Για τους δικηγόρους με έμμισθη εντολή ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση, για το εισόδημα που προέρχεται από τη διαρκή σχέση παροχής υπηρεσιών, δηλαδή τη μισθωτή απασχόληση, καταβάλλεται από 1/1/2017 ασφαλιστική εισφορά για τον κλάδο σύνταξης σύμφωνα με το άρθρο 38 του ν.4387/2016.
Επισημαίνεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 1512/1985 που προβλέπουν την καταβολή εργοδοτικής εισφοράς σε δικηγόρους με έμμισθη εντολή καταργούνται από 1.1.2017
Παράδειγμα :
Παλαιός ασφαλισμένος δικηγόρος που απασχολείται με έμμισθη εντολή σε δικηγορικό γραφείο, υπαγόταν στην ασφάλιση του ΕΤΑΑ – Τομέας Ασφάλισης Νομικών, και κατέβαλε μηνιαία εισφορά ίση με την εισφορά του ελεύθερου επαγγελματία, επιμεριζόμενη κατά 1/3 (6,67%) στον ασφαλισμένο και κατά 2/3 (13,33%) στον εργοδότη. Επιπλέον, ο εργοδότης κατέβαλλε μηνιαία εισφορά ύψους 3% επί των αποδοχών για ποσό μέχρι το βασικό μισθό του 13ου μισθολογικού κλιμακίου δημοσίου πολιτικού υπαλλήλου και 5% για το επιπλέον ποσό των αποδοχών.
Από 1/1/2017 για τον εν λόγω ασφαλισμένο καταβάλλεται εισφορά σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 38 του ν.4387/2016, δηλαδή συνολική εισφορά ύψους 20%, επιμεριζόμενη κατά 6,67% στον ασφαλισμένο και κατά 13,33% στον εργοδότη, υπολογιζόμενη επί των αποδοχών του ασφαλισμένου σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω διάταξη.


ζ. Σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 40 του ν.4387/2016, οι ασφαλισμένοι, οι οποίοι υπάγονταν στην ασφάλιση του ΟΓΑ ως μισθωτοί - ανειδίκευτοι εργάτες, μετακλητοί πολίτες τρίτων χωρών, από 1.1.2017 καταβάλλουν μηνιαία ασφαλιστική εισφορά για τον κλάδο σύνταξης ως μισθωτοί, εφαρμοζομένων αναλόγως των σχετικών διατάξεων για τους ασφαλισμένους που προέρχονται από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.
Συγκεκριμένα, πρόκειται για απασχολούμενους με αμοιβή ανειδίκευτους εργάτες σε αγροτικές εργασίες της πρωτογενούς αγροτικής δραστηριότητας, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 52 του ν.3518/2006, σε αγροτικές εκμεταλλεύσεις ή σε αγροτικούς συνεταιρισμούς, ανεξάρτητα από τη νομική μορφή και το μέγεθος αυτών, όπως εργάτες ζωικής παραγωγής (βουστάσιο, χοιροτροφική μονάδα, πτηνοτροφείο, εκτροφείο γουνοφόρων ζώων) εργάτες φυτικής παραγωγής (μανιτάρια, φύκια κ.λ.π.), αλιεργάτες, εργάτες ιχθυοκαλλιέργειας, δύτες στον πρωτογενή αγροτικό τομέα, καθώς επίσης και πολίτες τρίτων χωρών που σύμφωνα με το ν.4251/2014 προσκαλούνται από εργοδότες με σκοπό την απασχόληση σε αγροτικές εργασίες για ορισμένο χρονικό διάστημα.
Το συνολικό ποσοστό ασφαλιστικών εισφορών Κλάδου Σύνταξης για τα πρόσωπα αυτά ορίζεται στην Υ.Α. Φ11321/οικ.45947/1757/19-12-2016 , η οποία έχει αποσταλεί στο Εθνικό Τυπογραφείο προς δημοσίευση . Ειδικότερα , η ασφαλιστική εισφορά Κλάδου Κύριας Σύνταξης , για τους ανωτέρω ορίζεται ως εξής:
για το έτος 2017 σε 15,5% (1,67% ασφαλισμένου και 13,83% εργοδότη),
για το έτος 2018 σε 17,01% (3,34 % ασφαλισμένου και 13,67 % εργοδότη),
για το έτος 2019 σε 18,5 % (5 % ασφαλισμένου και 13,5 % εργοδότη) ,
για το έτος 2020 και εφεξής σε 20% (6,67 % ασφαλισμένου και 13,33 % εργοδότη).

2.  ΣΥΝΕΙΣΠΡΑΤΤΟΜΕΝΑ 

Ως γνωστόν οι παρέχοντες με αμοιβή κατά κύριο επάγγελμα εξαρτημένη εργασία , υπάγονται υποχρεωτικά στην ασφάλιση των συνεισπραττόμενων από το τέως Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. κλάδων ΑΝΕΡΓΙΑΣ (Ο.Α.Ε.Δ. – Λ.Α.Ε.Κ., Ο.Α.Ε.Δ. – Λ.ΠΕ.ΑΕ) Ο.Ε.Κ. (ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΑΤΟΙΚΙΑ) & Ο.Ε.Ε. (ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ).

Συνεπώς, από 1/1/2017 ως προς τα ανωτέρω συνεισπραττόμενα συνεχίζουν να έχουν εφαρμογή τα ισχύοντα , για τα πρόσωπα των ανωτέρω περιπτώσεων α,β, γ,στ,ζ , για τα οποία υπάρχει υποχρέωση ασφάλισης στους ανωτέρω Κλάδους (ΟΑΕΔ,ΟΕΕ,ΟΕΚ).
Όμως, για τα πρόσωπα των ανωτέρω περιπτώσεων δ΄και ε΄ δεν καταβάλλονται εισφορές υπέρ συνεισπραττόμενων κλάδων, επειδή οι αμοιβές/αποζημιώσεις από τη συμμετοχή τους ως μέλη Δ.Σ. δεν απορρέουν από σύναψη σχέσης εξαρτημένης εργασίας.

3. ΕΙΣΦΟΡΑ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗΣ
Για όλες τις ανωτέρω κατηγορίες καταβάλλεται εισφορά υπέρ υγειονομικής περίθαλψης σε χρήμα και σε είδος , σύμφωνα με το άρθρο 41 παρ. 1 του ν.4387/2016. Ειδικότερες λεπτομερείς οδηγίες για την εφαρμογή του άρθρου 41 θα δοθούν πολύ σύντομα.

4. ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ
¨Όσον αφορά την επικουρική ασφάλιση για όλες τις ανωτέρω κατηγορίες ασφαλισμένων, πλην των προσώπων της ανωτέρω περίπτωσης 1 ζ , καταβάλλονται οι προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 97 του ν.4387/2016 (σχετική εγκύκλιος η υπ’αριθμ. Φ80020/οικ22104/Δ15.405/30.6.2016/ ΑΔΑ: ΩΒΔ4465Θ1Ω-ΒΥ0).



ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΔΙΑΝΟΜΗ :
1.Γραφείο κ. Υπουργού
2. Γραφείο κ. Υφυπουργού Κ.Α.
3.Γραφείο κ. Γεν. Γραμματέα Κ.Α.
4. Γραφείο κ. Γεν. Δ/ντή Κ.Α.
5. Γραφείο κ. Γεν. Δ/ντριας Οικ.Υ.
6. Όλες τις Δ/νσεις της Γ.Γ.Κ.Α.
7. ΙΡΙΔΑ
8. Δ/νση Κ.Α.Μ.Α. (Δ13)
9. Δ/νση ΚΑΑ (Δ14)
10.Δ/νση Πρόσθετης Ασφάλισης (Δ15)
Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ



ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ






 

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

εφάπαξ οικονομική ενίσχυση ΝΟΜΟΣ 4447

εφάπαξ οικονομική ενίσχυση
ΝΟΜΟΣ 4447/ΦΕΚ Α 241/23.12.2016
Χωρικός σχεδιασμός - Βιώσιμη ανάπτυξη και άλλες διατάξεις.
Άρθρο 24
   1. Στο άρθρο 65 του ν. 4445/2016 (Α' 236) προστίθεται νέα παράγραφος 2 και η υφιστάμενη παράγραφος 2 αναριθμείται σε 3, ως εξής:
   «2. Η εφάπαξ οικονομική ενίσχυση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου είναι αφορολόγητη, δεν υπόκειται σε οποιαδήποτε κράτηση, δεν κατάσχεται ούτε συμψηφίζεται με ήδη βεβαιωμένα χρέη προς το Δημόσιο ή πιστωτικά ιδρύματα και δεν υπολογίζεται στα εισοδηματικά όρια για την καταβολή οποιουδήποτε επιδόματος ή παροχής κοινωνικού ή προνοιακού χαρακτήρα.».
   2. Η προηγούμενη παράγραφος ισχύει από την έναρξη ισχύος του ν. 4445/2016.

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2016

Αναπροσαρμογή των ήδη καταβαλλόμενων ή καταβλητέων κατά την 12.05.2016 κύριων συντάξεων των φορέων κύριας ασφάλισης, πλην των συντάξεων του ΟΓΑ


 Αναπροσαρμογή των ήδη καταβαλλόμενων ή καταβλητέων κατά την 12.05.2016 κύριων συντάξεων των φορέων κύριας ασφάλισης, πλην των συντάξεων του ΟΓΑ
Εγκύκλιος τού υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, τής 23ης Δεκεμβρίου 2016 και με αριθμό πρωτοκόλλου Φ80000 / οικ.60258 / 1471, με θέμα «Γνωστοποίηση των διατάξεων του αρ. 14 και 33 του ν. 4387/2016, σε συνδυασμό με την ΥΑ οικ. 26083/887 (ΦΕΚ Β 1605/2016)»: Η διαδικασία αναπροσαρμογής αφορά τις κύριες συντάξεις (γήρατος, αναπηρίας, θανάτου), φορέων αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, οι οποίοι εντάσσονται στον ΕΦΚΑ από 1/1/2017 βάσει του άρθρου 53 του ν.4387/2016, πλην ΟΓΑ. Από την διαδικασία αναπροσαρμογής εξαιρούνται και οι συντάξεις που χορηγούνται από το Ταμείο Σύνταξης της Τράπεζας της Ελλάδος. Συγκεκριμένα, αναπροσαρμόζονται οι ήδη καταβαλλόμενες ή καταβλητέες κατά την 12.05.2016 συντάξεις. Συνεπώς, συντάξεις για τις οποίες η συνταξιοδοτική απόφαση εκδόθηκε μετά την 12/5/2016, όμως η έναρξη συνταξιοδότησης ανατρέχει σε προγενέστερη ημερομηνία και υπολογίζονται με βάση το προγενέστερο νομοθετικό πλαίσιο, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των κοινοποιούμενων διατάξεων.
Αθήνα, 23/12/2016
Αρ. Πρωτ.: Φ80000 / οικ.60258 / 1471
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ και ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΚΟΙΝ. ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ: ΚΥΡΙΑΣ ΑΣΦ. ΜΙΣΘΩΤΩΝ και ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ (Δ 13)
Πληροφορίες: Στ. Γιωτάκου,
Α. Λυτροκάπη
Τηλέφωνο: 210 33 68 112
210 33 68 127
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΚΥΡΙΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΥΤΟΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ και ΑΓΡΟΤΩΝ (Δ14)
Πληροφορίες: Ε. Ράπτη
Τηλέφωνο: 210 33 68 109
Ταχ. Δ/νση : Σταδίου 29
Ταχ. Κώδικας : 10110 Αθήνα
ΘΕΜΑ: «Γνωστοποίηση των διατάξεων του αρ. 14 και 33 του ν. 4387/2016, σε συνδυασμό με την ΥΑ οικ. 26083/887 (ΦΕΚ Β 1605/2016)»
Σας γνωρίζουμε ότι στο ΦΕΚ 85, τεύχος Α΄/12.05.2016 δημοσιεύθηκε ο νόμος 4387/2016 «Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλειας - Μεταρρύθμιση ασφαλιστικού - συνταξιοδοτικού συστήματος - Ρυθμίσεις φορολογίας εισοδήματος και τυχερών παιγνίων και άλλες διατάξεις».
ΑΡΘΡΟ 14 και 33 - ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ - ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΤΑΒΑΛΛΟΜΕΝΩΝ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ
Από τις διατάξεις του κοινοποιούμενου άρθρου 14, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 33, προβλέπεται η διαδικασία αναπροσαρμογής των ήδη καταβαλλόμενων ή καταβλητέων κατά την 12.05.2016 κύριων συντάξεων των φορέων κύριας ασφάλισης, πλην των συντάξεων του ΟΓΑ, σε εφαρμογή των ενιαίων πλέον κανόνων του ΕΦΚΑ. Με τη διαδικασία αυτή, σκοπός είναι αφενός μεν να εναρμονιστούν οι συντάξεις όσων έχουν καταστεί συνταξιούχοι πριν την εφαρμογή του ν. 4387/2016 με τους ενιαίους κανόνες του ΕΦΚΑ (εθνική και ανταποδοτική σύνταξη), αφετέρου δε, να υπάρξει προστασία των συντάξεων αυτών, με την πρόβλεψη χορήγησης προσωπικής διαφοράς, στις περιπτώσεις που το καταβαλλόμενο ποσό συντάξεων είναι μεγαλύτερο από αυτό που θα προκύψει κατά το στάδιο της αναπροσαρμογής τους.
Επομένως, έως 31.12.2018 οι κύριες συντάξεις συνεχίζουν να καταβάλλονται στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά την 12.5.2016 διατάξεις. Ειδικά ο υπολογισμός της κράτησης υπέρ υγειονομικής περίθαλψης διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 30 του άρθρου 1 του ν. 4334/2015, όπως ισχύει με τις διατάξεις του άρθρου 44 του ν.4387/2016.
Στις περιπτώσεις που το ποσό της καταβαλλόμενης σύνταξης είναι μεγαλύτερο του ποσού που θα προκύψει κατά το στάδιο της αναπροσαρμογής, όπως θα αναλυθεί κατωτέρω, δηλαδή η διαφορά είναι θετική, το επιπλέον ποσό εξακολουθεί να καταβάλλεται στον δικαιούχο ως προσωπική διαφορά και μετά την 1.1.2019, συμψηφιζόμενο κατ΄ έτος και μέχρι την πλήρη εξάλειψή του, με την εκάστοτε αναπροσαρμογή των συντάξεων της παρ.3α του άρθρου 14 του ν.4387/2016.
Στις περιπτώσεις που το ποσό της καταβαλλόμενης σύνταξης είναι μικρότερο του ποσού που θα προκύψει κατά το στάδιο της αναπροσαρμογής, δηλαδή η διαφορά είναι αρνητική, τότε το ποσό της καταβαλλόμενης σύνταξης προσαυξάνεται κατά το ένα πέμπτο της διαφοράς, σταδιακά και ισόποσα, εντός πέντε ετών από την ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής (από 1/1/2019).
Σημειώνουμε ότι η διαδικασία αναπροσαρμογής των κύριων συντάξεων έχει εξειδικευθεί περαιτέρω με την αριθ. οικ.26083/887/7.6.2016 Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ 1605 / Β΄).
Α. Συντάξεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των κοινοποιούμενων διατάξεων
Η διαδικασία αναπροσαρμογής αφορά τις κύριες συντάξεις (γήρατος, αναπηρίας, θανάτου), φορέων αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, οι οποίοι εντάσσονται στον ΕΦΚΑ από 1/1/2017 βάσει του άρθρου 53 του ν.4387/2016, πλην ΟΓΑ. Από την διαδικασία αναπροσαρμογής εξαιρούνται και οι συντάξεις που χορηγούνται από το Ταμείο Σύνταξης της Τράπεζας της Ελλάδος. Συγκεκριμένα, αναπροσαρμόζονται οι ήδη καταβαλλόμενες ή καταβλητέες κατά την 12.05.2016 συντάξεις. Συνεπώς, συντάξεις για τις οποίες η συνταξιοδοτική απόφαση εκδόθηκε μετά την 12/5/2016, όμως η έναρξη συνταξιοδότησης ανατρέχει σε προγενέστερη ημερομηνία και υπολογίζονται με βάση το προγενέστερο νομοθετικό πλαίσιο, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των κοινοποιούμενων διατάξεων.
Β. Διαδικασία αναπροσαρμογής καταβαλλόμενων και καταβλητέων κατά την 12.05.2016 συντάξεων
Η διαδικασία αναπροσαρμογής των κύριων συντάξεων, όπως αυτή έχει καθοριστεί με την αριθ. οικ.26083/887/7.6.2016 Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ 1605 / Β΄), περιλαμβάνει δύο διακριτά στάδια προκειμένου να καθοριστεί στη συνέχεια η προσωπική διαφορά της σύνταξης για κάθε συνταξιούχο:
1. Επανυπολογισμός των συντάξεων ως προϋπόθεση για την αναπροσαρμογή (Έλεγχος στοιχείων ηλεκτρονικών αρχείων)
Στο στάδιο αυτό, όπως περιγράφεται αναλυτικά στο άρθρο 2 της ανωτέρω Υπουργικής Απόφασης, πραγματοποιείται από τον ΕΦΚΑ ή τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης (πλην της Τράπεζας της Ελλάδος και του ΟΓΑ) κατ΄ αρχήν έλεγχος των στοιχείων βάσει των οποίων χορηγήθηκε η ήδη καταβαλλόμενη σύνταξη, σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις του οικείου φορέα κοινωνικής ασφάλισης και τις λοιπές γενικές και ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις, προκειμένου να επιβεβαιωθεί η πληρότητα και ορθότητα των απαιτούμενων για την αναπροσαρμογή στοιχείων των ηλεκτρονικών αρχείων. Σημειώνουμε ότι κατά το στάδιο αυτό δεν ελέγχεται η ορθότητα των στοιχείων βάσει των οποίων εκδόθηκε η σύνταξη προκειμένου να γίνει αναθεώρηση της συνταξιοδοτικής απόφασης, αλλά σκοπός είναι η δημιουργία ενός ηλεκτρονικού αρχείου στο οποίο θα περιλαμβάνονται όλα τα στοιχεία που είναι απαραίτητα (χρόνος ασφάλισης, συντάξιμες αποδοχές, ασφαλιστικές κλάσεις ή ασφαλιστικές κατηγορίες, ποσοστό αναπλήρωσης, πιθανή μείωση λόγω λήψης μειωμένης σύνταξης κ.λπ.) προκειμένου να εφαρμοστούν οι προβλέψεις των άρθρων 7, 8, 27 και 28 του ν.4387/2016 στις ήδη καταβαλλόμενες συντάξεις.
Συνεπώς, οι φορείς κύριας ασφάλισης που δεν έχουν ηλεκτρονικά αρχεία που να περιλαμβάνουν τα ανωτέρω στοιχεία θα πρέπει να μεριμνήσουν άμεσα για τη δημιουργία τους, αναζητώντας τον προσφορότερο για το σκοπό αυτό τρόπο (π.χ. χρησιμοποίηση υφιστάμενων ηλεκτρονικών αρχείων που περιλαμβάνουν τις σχετικές πληροφορίες, χρήση στατιστικών στοιχείων από τα οποία θα προκύπτουν με ασφάλεια τα ζητούμενα στοιχεία, αναζήτηση στοιχείων στους συνταξιοδοτικούς φακέλους).
Προκειμένου να διασφαλιστεί η ορθότητα των στοιχείων που θα καταχωρηθούν στο ηλεκτρονικό αρχείο, οι φορείς κύριας ασφάλισης θα πρέπει στη συνέχεια να προχωρήσουν σε επανυπολογισμό των συντάξεων με χρήση του ηλεκτρονικού αρχείου σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από το προϊσχύον νομοθετικό πλαίσιο. Τα μεικτά ποσά σύνταξης (ακαθάριστο ποσό) που θα προκύψουν με τη χρήση του ηλεκτρονικού αρχείου συγκρίνονται με τα μεικτά ποσά σύνταξης (ακαθάριστο ποσό) που οι φορείς χορηγούν στους συνταξιούχους. Εάν η διαφορά που προκύπτει για κάθε συνταξιούχου μεταξύ των δύο αυτών ποσών συντάξεων είναι μικρότερη, κατ΄ απόλυτη τιμή, του 5%, θεωρείται ότι τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο ηλεκτρονικό αρχείο είναι ορθά. Εάν όμως η διαφορά είναι κατ΄ απόλυτη τιμή μεγαλύτερη του 5%, τότε οι φορείς θα πρέπει να ανατρέξουν στο συνταξιοδοτικό φάκελο ή σε οποιαδήποτε άλλη πηγή κρίνεται πρόσφορη (για παράδειγμα με τη χρήση στατιστικών στοιχείων για όμοια χαρακτηριστικά συντάξεων), προκειμένου να επαληθευτεί η ορθότητα των στοιχείων που έχουν καταχωρηθεί στο ηλεκτρονικό αρχείο και να γίνουν οι αναγκαίες διορθώσεις ώστε η απόκλιση να μην υπερβαίνει κατ΄ απόλυτη τιμή το 5%.
Δεδομένου ότι για τον υπολογισμό της ανταποδοτικής σύνταξης, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις των άρθρων 8 και 28 του ν.4387/2016, θα ληφθεί υπόψη το σύνολο του χρόνου ασφάλισης, είναι πιθανόν να προκύψουν διαφορές σε σχέση με το χρόνο ασφάλισης βάσει του οποίου υπολογίστηκε η ήδη καταβαλλόμενη σύνταξη. Για παράδειγμα εάν ο συνταξιούχος είχε συνολικό χρόνο ασφάλισης 45 ετών όμως η σύνταξή του με βάση το ισχύον κατά τη συνταξιοδότησή του νομοθετικό πλαίσιο υπολογίστηκε για 40 έτη ασφάλισης, στο ηλεκτρονικό αρχείο θα πρέπει να καταχωρηθεί η πρόσθετη πληροφορία ότι ο συνολικός χρόνος ασφάλισης είναι 45 έτη.
Αντίστοιχα, εάν ο συνταξιούχος για παράδειγμα είχε συνολικό χρόνο ασφάλισης 15 ετών όμως η σύνταξή του με βάση το ισχύον κατά τη συνταξιοδότησή του νομοθετικό πλαίσιο υπολογίστηκε για 20 έτη ασφάλισης, και στην περίπτωση αυτή στο ηλεκτρονικό αρχείο θα πρέπει να καταχωρηθεί και η πρόσθετη αυτή πληροφορία ότι ο συνολικός χρόνος ασφάλισης είναι 15 έτη. Ειδική μέριμνα θα πρέπει να υπάρξει για τις περιπτώσεις συνταξιοδότησης λόγω αναπηρίας ή λόγω θανάτου συνεπεία εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας, καθώς στις εν λόγω περιπτώσεις βάσει του άρθρου 31 του ν.4387/2016 προβλέπεται η χορήγηση κατωτάτου ορίου ίσο με το διπλάσιο ποσό της εθνικής σύνταξης που αντιστοιχεί στα 20 έτη ασφάλισης. Στους φορείς κύριας ασφάλισης που δεν υφίσταται η εν λόγω διάκριση και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί εάν η αναπηρία ή ο θάνατος οφείλεται σε εργατικό ατύχημα ή επαγγελματική ασθένεια, οι περιπτώσεις αυτές θα αντιμετωπίζονται όπως η συνταξιοδότηση για κοινή νόσο. Αντίστοιχα, δεδομένου ότι για τις συντάξεις που χορηγούνται βάσει του ν.612/1977 προβλέπονται ειδικές ρυθμίσεις ως προς το ύψος της εθνικής και της ανταποδοτικής σύνταξης, οι περιπτώσεις υφιστάμενων συνταξιούχων με το ν.612/1977 θα πρέπει να υπάρξει διάκρισή τους σε σχέση με τους λοιπούς συνταξιούχους.
Όσον αφορά στους διπλοσυνταξιούχους (παράλληλη λήψη δύο ή περισσότερων συντάξεων από ίδιο δικαίωμα), θα πρέπει να υπάρξει διάκρισή τους σε σχέση με τους δικαιούχους μίας σύνταξης, καθώς στην περίπτωσή τους θα πρέπει να εφαρμοστούν τα προβλεπόμενα στο άρθρο 36 του ν.4387/2016 περί παράλληλης ασφάλισης.
Ειδικά οι υπηρεσίες του ΕΤΑΑ - ΤΣΑΥ, δεδομένου ότι η αναπροσαρμογή των κύριων συντάξεων αφορά και την λήψη παροχής από τον Κλάδο Μονοσυνταξιούχων, θα πρέπει να καταχωρήσουν στο ηλεκτρονικό αρχείο τον χρόνο ασφάλισης που πραγματικά έχει διανυθεί στην ασφάλιση του Κλάδου, καθώς η αναπροσαρμογή της παροχής θα γίνει με βάση το χρόνο παραμονής στον Κλάδο και όχι με βάση τα έτη ασφάλισης που λήφθηκαν υπόψη κατά τη συνταξιοδότηση.
Επισημαίνεται ότι οι φορείς κύριας ασφάλισης που διαθέτουν ελεγμένα τα απαραίτητα για την αναπροσαρμογή των κύριων συντάξεων στοιχεία σε ηλεκτρονική μορφή, δεν χρειάζεται να προχωρήσουν στις ανωτέρω ενέργειες, και μπορούν να προχωρήσουν στο δεύτερο στάδιο της αναπροσαρμογής των κύριων συντάξεων.
2. Αναπροσαρμογή των κύριων συντάξεων
Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας επανυπολογισμού (επανελέγχου) των καταβαλλόμενων συντάξεων, όπως περιγράφθηκε παραπάνω, και τη δημιουργία κατάλληλου ηλεκτρονικού αρχείου, εφόσον δεν υφίσταται ήδη σχετικό αρχείο, οι φορείς κύριας ασφάλισης προχωρούν στη διαδικασία αναπροσαρμογής των κύριων συντάξεων.
Με βάση τις προβλέψεις του ν.4387/2016 (άρθρα 7, 8, 27 και 28), η χορηγηθείσα σύνταξη αποτελεί το άθροισμα της εθνικής και της ανταποδοτικής σύνταξης. Συνεπώς για κάθε συνταξιούχο (γήρατος, αναπηρίας, θανάτου) θα υπολογιστεί, με βάση το συνολικό χρόνο ασφάλισης, η δικαιούμενη εθνική και ανταποδοτική σύνταξη.
Επισημαίνουμε ότι όσον αφορά στην αναπροσαρμογή των ήδη καταβαλλόμενων συντάξεων λόγω θανάτου, αναπροσαρμόζεται το ποσό της σύνταξης λόγω θανάτου, σύμφωνα με την παρακάτω διαδικασία, όμως το νέο ποσό της σύνταξης λόγω θανάτου που προκύπτει μετά την αναπροσαρμογή και η προσωπική διαφορά επιμερίζεται μεταξύ των δικαιοδόχων σύμφωνα με τα ποσοστά που προβλέπονται από το προγενέστερο νομοθετικό πλαίσιο.
Ι. Εθνική Σύνταξη
Η Εθνική Σύνταξη υπολογίζεται με βάση τα έτη ασφάλισης, και συνεπώς κυμαίνεται από €345,60 (για χρόνο ασφάλισης μέχρι 15 έτη) έως €384,00 (για χρόνο ασφάλισης 20 και πλέον έτη).
Για τους συνταξιούχους λόγω γήρατος η Εθνική Σύνταξη δεν μειώνεται με βάση τα έτη διαμονής στην Ελλάδα, συνεπώς θεωρείται ότι σε όλες τις περιπτώσεις αποδεικνύεται διαμονή 40 ετών στην Ελλάδα από το 15ο έτος της ηλικίας έως την ηλικία συνταξιοδότησης.
Για τους συνταξιούχους λόγω γήρατος με μειωμένη σύνταξη η Εθνική Σύνταξη καταβάλλεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 7 του ν.4387/2016.
Για τους συνταξιούχους λόγω αναπηρίας που έχουν συνταξιοδοτηθεί από φορείς κύριας ασφάλισης που προβλέπουν την καταβολή μειωμένης σύνταξης ανάλογα με το βαθμό αναπηρίας (για παράδειγμα το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), η Εθνική Σύνταξη καταβάλλεται μειωμένη ανάλογα με το βαθμό αναπηρίας σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 4 του άρθρου 7 του ν.4387/2016. Σε περίπτωση όμως που η σύνταξη καταβάλλεται από φορέα κύριας ασφάλισης που δεν προβλέπει την καταβολή μειωμένης σύνταξης ανάλογα με το βαθμό αναπηρίας (για παράδειγμα ΟΑΕΕ και ΕΤΑΑ για τους παλαιούς ασφαλισμένους) η Εθνική Σύνταξη καταβάλλεται χωρίς μείωση θεωρώντας ότι ο συνταξιούχος έχει αναπηρία άνω του 80%.
Για τους συνταξιούχους λόγω γήρατος με τις ειδικές διατάξεις του ν.612/1977 καταβάλλεται το πλήρες ποσό της Εθνικής Σύνταξης (€384,00), ανεξαρτήτως του χρόνου ασφάλισης, χωρίς καμία μείωση λόγω διαμονής ή ανάλογα με το βαθμό αναπηρίας, όπως άλλωστε προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 7 και 27 του ν.4387/2016.
Τα ανωτέρω εφαρμόζονται αντίστοιχα και για τον υπολογισμό Εθνικής Σύνταξης σε συνταξιούχους λόγω θανάτου, ανάλογα με το εάν ο θανών ήταν συνταξιούχος λόγω γήρατος ή αναπηρίας ή γήρατος με τις ειδικές διατάξεις του ν.612/1977.
Σημειώνουμε ότι εάν ο χρόνος ασφάλισης, όπως αποτυπώνεται στο ηλεκτρονικό αρχείο, δεν είναι σε ακέραια έτη αλλά υπάρχει και πλεονάζον χρόνος, για τον επιπλέον αυτό χρόνο οι συνταξιούχοι λαμβάνουν αναλογία της Εθνικής Σύνταξης (σύμφωνα με τις οδηγίες που έχουν δοθεί για τον υπολογισμό της Εθνικής Σύνταξης).
ΙΙ. Ανταποδοτική Σύνταξη
Για τον υπολογισμό της ανταποδοτικής σύνταξης εφαρμόζονται τα ποσοστά αναπλήρωσης που προβλέπονται στο άρθρο 8 του ν.4387/2016, με το τελικό ποσοστό αναπλήρωσης να προκύπτει κλιμακωτά ανάλογα με τα έτη ασφάλισης που είχε ο συνταξιούχος κατά τη συνταξιοδότησή του (και τα οποία μπορεί να διαφοροποιούνται, όπως προαναφέρθηκε, από τα έτη ασφάλισης βάσει των οποίων υπολογίστηκε η σύνταξη με βάση το προγενέστερο ανά φορέα κύριας ασφάλισης νομοθετικό πλαίσιο). Και στην περίπτωση αυτή εάν ο χρόνος ασφάλισης, όπως αποτυπώνεται στο ηλεκτρονικό αρχείο, δεν είναι σε ακέραια έτη αλλά υπάρχει και πλεονάζον χρόνος, για τον επιπλέον αυτό χρόνο υπολογίζεται αναλογία του ποσοστού αναπλήρωσης (σύμφωνα με τις οδηγίες που έχουν δοθεί για τον υπολογισμό της Ανταποδοτικής Σύνταξης).
Επισημαίνουμε ότι σε περίπτωση θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος με συνυπολογισμό πλασματικού χρόνου ασφάλισης χωρίς εξαγορά (χρόνος επιδοτούμενης ανεργίας, λήψης σύνταξης αναπηρίας κ.λπ.), ο χρόνος αυτός λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό μόνο της Εθνικής Σύνταξης (σύμφωνα με τις οδηγίες που έχουν δοθεί για τον υπολογισμό της Εθνικής Σύνταξης). Για τους συνταξιούχους λόγω γήρατος με τις ειδικές διατάξεις του ν.612/1977, η ανταποδοτική σύνταξη υπολογίζεται για 35 έτη ασφάλισης, και όχι με βάση τον πραγματικό χρόνο ασφάλισης (εκτός και εάν ο πραγματικός χρόνος είναι μεγαλύτερος των 35 ετών), σύμφωνα με τη ρητή πρόβλεψη του άρθρου 28 του ν.4387/2016.
Στην περίπτωση της αναπροσαρμογής των ήδη καταβαλλόμενων συντάξεων, δεν αναζητούνται οι συντάξιμες αποδοχές, όπως προβλέπεται στο άρθρο 8 και 28 του ν.4387/2016, αλλά ως βάση για την αναπροσαρμογή της κύριας σύνταξης λαμβάνεται, όπως προβλέπεται στο άρθρο 33 του ν.4387/2016, ο συντάξιμος μισθός επί του οποίου υπολογίστηκε η ήδη χορηγηθείσα σύνταξη. Για τις περιπτώσεις συνταξιοδότησης με βάση τις διατάξεις της διαδοχικής ασφάλισης, βάση αποτελεί ο συντάξιμος μισθός που προέκυψε στον απονέμοντα φορέα. Σε περίπτωση που ο συντάξιμος μισθός συνδέεται με ασφαλιστικές κατηγορίες ή ασφαλιστικές κλάσεις ή τεκμαρτά ποσά, ο συντάξιμος μισθός υπολογίζεται αφού ληφθεί υπόψη η τρέχουσα τιμή τους κατά την 13/5/2016. Σε κάθε άλλη περίπτωση ως συντάξιμος μισθός υπολογίζεται σε τρέχουσες τιμές με τη χρήση των ποσοστών αναπροσαρμογής των συντάξεων που έχουν μεσολαβήσει από την ημερομηνία συνταξιοδότησης έως την 13/5/2016.
Συνεπώς στην περίπτωση του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, όπου οι συνταξιούχοι κατά τον υπολογισμό της σύνταξής τους είχαν καταταγεί με βάση τις αποδοχές τους σε ασφαλιστικές κλάσεις, ως συντάξιμος μισθός για την αναπροσαρμογή της σύνταξης λαμβάνεται το 25πλάσιο του τεκμαρτού ημερομισθίου της ασφαλιστικής κλάσης, όπως έχει διαμορφωθεί από 1/10/2008. Για παράδειγμα εάν ο συνταξιούχος του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ έχει καταταχθεί στην 26η ασφαλιστική κλάση έχοντας συμπληρώσει 35 έτη ασφάλισης, ως συντάξιμος μισθός για την αναπροσαρμογή της σύνταξης θεωρείται το ποσό των €2.198,25 (25 x €87,93). Συνεπώς, η ανταποδοτική σύνταξη για 35 έτη ασφάλισης ανέρχεται σε €2.198,25 x 33,81% = €743,23.
3. Προσωπική Διαφορά
Μετά την αναπροσαρμογή της κύριας σύνταξης, συγκρίνεται το ποσό της καταβαλλόμενης σύνταξης με βάση το προγενέστερο νομοθετικό πλαίσιο με το ποσό της καταβαλλόμενης σύνταξης με βάση τις διατάξεις του ν.4387/2016. Η διαφορά που προκύπτει αποτελεί την προσωπική διαφορά του συνταξιούχου.
Εάν η προσωπική διαφορά είναι θετική, όπως προαναφέρθηκε, εξακολουθεί να καταβάλλεται στο συνταξιούχο και μετά την 1/1/2019, μέχρι την οριστική εξάλειψή της και τον συμψηφισμό της με μελλοντικές αυξήσεις των συντάξεων. Εάν είναι αρνητική, δηλαδή το ποσό της σύνταξης με το νέο καθεστώς είναι υψηλότερο σε σχέση με εκείνο που έχει υπολογιστεί βάσει του προγενέστερου νομοθετικού πλαισίου, τότε, όπως προαναφέρθηκε, προσαυξάνεται το ποσό της καταβαλλόμενης σύνταξης σταδιακά. Για τον καθορισμό της προσωπικής διαφοράς συγκρίνεται το καθαρό προ φόρου ποσό σύνταξης με βάση το προγενέστερο νομοθετικό πλαίσιο (δηλαδή το ακαθάριστο ποσό σύνταξης αφαιρουμένων των κρατήσεων για την Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων, της εισφοράς του άρθρου 44 παρ. 11 του ν. 3986/2011, της εισφοράς του ν. 4024/2011 (άρθρο 2 παρ. 1 και 2), του ν. 4051/2012 (άρθρο 6 παρ. 1), της ΥΑ 476/2012 (ΦΕΚ 499, Β΄) και του ν. 4093/2012 (άρθρο πρώτο παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ5 περ. 1 και παρ. Β υποπαρ. Β3 περ. α) και της εισφοράς για υγειονομική περίθαλψη, όπως αυτή υπολογίζεται με τις ρυθμίσεις του ν. 4387/2016), με το καθαρό προ φόρου ποσό με βάση το νέο νομοθετικό πλαίσιο (δηλαδή το ακαθάριστο ποσό της σύνταξης αφαιρουμένων της εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων, της εισφοράς του άρθρου 44 παρ. 11 του ν. 3986/2011 και της εισφοράς για υγειονομική περίθαλψη, όπως αυτή υπολογίζεται με τις ρυθμίσεις του ν. 4387/2016).
Επιπλέον, θα πρέπει οι φορείς να προχωρήσουν στον καθορισμό προσωπικής διαφοράς ανά συνταξιούχο που αφορά στην εισφορά υπέρ ΑΚΑΓΕ και στην εισφορά ασθενείας.
Σημειώνουμε ότι στις περιπτώσεις που στον συνταξιούχο καταβάλλεται οικογενειακό επίδομα, ή έχει λάβει μειωμένη σύνταξη μετά την ισχύ του ν.4336/2015 και υπόκειται στην προβλεπόμενη από το νόμο αυτό πρόσθετη μείωση ύψους 10% μέχρι τη συμπλήρωση του πλήρους ορίου συνταξιοδότησης, ή λαμβάνει το οργανικό ποσό της σύνταξης (και όχι το προβλεπόμενο ανά φορέα κύριας ασφάλισης κατώτατο όριο) μέχρι τη συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας βάσει της παρ. 27 του άρθρου 1 του ν.4334/2015 (όπως αντικαταστάθηκε με την περίπτωση 1 της υποπαραγράφου Ε.2, της παραγράφου Ε, του άρθρου 2 του ν.4336/2015), οι φορείς κύριας ασφάλισης θα υπολογίζουν την προσωπική διαφορά λαμβάνοντας υπόψη την καταβολή του οικογενειακού επιδόματος ή την αντίστοιχη μείωση του ποσού της σύνταξης. Σε περίπτωση όμως που μελλοντικά υπάρξει διαφοροποίηση των στοιχείων αυτών (διακοπή καταβολής οικογενειακού επιδόματος, συμπλήρωση του ορίου ηλικίας για πλήρη σύνταξη, συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας), οι φορείς θα προχωρούν σε νέο υπολογισμό της προσωπικής διαφοράς.
Γ. Χρονοδιάγραμμα αναπροσαρμογής κύριων συντάξεων
Στο άρθρο 4 της αριθ. οικ.26083/887/7.6.2016 Υπουργικής Απόφασης καθορίζεται το χρονοδιάγραμμα για τον επανυπολογισμό και την αναπροσαρμογή των καταβαλλόμενων κύριων συντάξεων. Συγκεκριμένα προβλέπεται ότι:
i) μέχρι 30/9/2016 θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί ο επανυπολογισμός του 10% των συντάξεων και η αναπροσαρμογή να έχει ολοκληρωθεί μέχρι 31/12/2016
ii) μέχρι 31/12/2016 θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί ο επανυπολογισμός του 40% των συντάξεων και η αναπροσαρμογή να έχει ολοκληρωθεί μέχρι 31/3/2017
iii) μέχρι 31/3/2017 θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί ο επανυπολογισμός του 70% των συντάξεων και η αναπροσαρμογή να έχει ολοκληρωθεί μέχρι 30/6/2017
iv) μέχρι 30/6/2017 θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί ο επανυπολογισμός του 100% των συντάξεων και η αναπροσαρμογή να έχει ολοκληρωθεί μέχρι 30/9/2017
Συνεπώς, η διαδικασία της αναπροσαρμογής των κύριων συντάξεων θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί έως 30/9/2017, ενώ η αναπροσαρμοσμένη σύνταξη και η προκύπτουσα προσωπική διαφορά θα πρέπει να έχουν αποτυπωθεί στο οικείο πληροφοριακό σύστημα έως 1/1/2018.
Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
Α. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

Πηγή: https://www.taxheaven.gr/
 

Επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΚΑΣ) για το έτος 2017


 Επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΚΑΣ) για το έτος 2017
Εγκύκλιος τού υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, τής 23ης Δεκεμβρίου 2016 και με αριθμό πρωτοκόλλου Φ80000 / οικ.59606 / 2172, με θέμα «Επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΚΑΣ) για το έτος 2017».
Αριθ. πρωτ.: Φ. 80000/οικ. 59606/ 2172/ 2016
Επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΚΑΣ) για το έτος 2017
Αθήνα, 23/12/2016
Αριθ. Πρωτ.: Φ.80000/οικ.59606/2172
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ και ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
Δ/ΝΣΗ ΚΥΡΙΑΣ ΑΣΦ/ΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ και ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ (Δ13)
ΤΜΗΜΑ A΄
ΤΑΧ. Δ/ΝΣΗ : Σταδίου 29
ΤΑΧ. ΚΩΔΙΚΑΣ : 101 10
Πληροφορίες: Καραμπλιάνη Ανδριάνα
Τηλ.: 2131516799
ΘΕΜΑ: Επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΚΑΣ) για το έτος 2017
Σας γνωρίζουμε ότι, κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρου 92 του ν. 4387/2016 (A,85) όπως ισχύει, εκδόθηκε η Κ.Υ.Α με αριθμ. Φ. 11321/51600/197/14.12.2016 (ΦΕΚ 4101, Β) «Αναπροσαρμογή ποσών Επιδόματος Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (Ε.Κ.Α.Σ) έτους 2017» η οποία αναρτήθηκε στο διαδικτυακό τόπο ΔΙΑΥΓΕΙΑ με ΑΔΑ: 7Τ7Υ465Θ1Ω-Ω4Κ.
Ειδικότερα:
Α. Δικαιούχα πρόσωπα
1.Το ΕΚΑΣ καταβάλλεται (εφόσον, επιπρόσθετα, πληρούνται οι ηλικιακές προϋποθέσεις, τα εισοδηματικά κριτήρια και οι λοιπές προϋποθέσεις που ακολουθούν):
α) σε όσους λαμβάνουν ήδη κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του ν.4387/2015 σύνταξη (γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου) των εντασσόμενων στον ΕΦΚΑ φορέων κύριας ασφάλισης (πλην ΟΓΑ), καθώς και της Τράπεζας της Ελλάδος,
β) σε όσους δικαιούνται σύνταξης (γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου) από τους ανωτέρω οργανισμούς κύριας ασφάλισης, η καταβολή της οποίας - σύμφωνα με την απόφαση συνταξιοδότησης του αρμόδιου φορέα κύριας ασφάλισης- αρχίζει πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016 (ήτοι μέχρι και 12/5/2016).
Επομένως, όσοι καταστούν συνταξιούχοι των ανωτέρω φορέων κύριας ασφάλισης από την 13/5/2016 και εφεξής δεν δικαιούνται το ΕΚΑΣ (ανεξαρτήτως αν πληρούν ή όχι τα κριτήρια της παραγράφου Β του παρόντος).
Β. Προϋποθέσεις καταβολής του ΕΚΑΣ για το έτος 2017
Για να δικαιωθούν το ΕΚΑΣ έτους 2017 τα πρόσωπα της παραγράφου Α θα πρέπει να πληρούν αθροιστικά τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) να έχουν συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας τους. Το προαναφερόμενο όριο ηλικίας δεν απαιτείται για τους συνταξιούχους λόγω αναπηρίας με ποσοστό 80% και άνω και για τα τέκνα που λαμβάνουν σύνταξη λόγω θανάτου του γονέα τους. Στην περίπτωση που κάποιος, ο οποίος υπάγεται στα δικαιούχα πρόσωπα της ανωτέρω παραγράφου Α του παρόντος, συμπληρώσει το απαιτούμενο όριο ηλικίας (65ο) εντός του 2017 δικαιούται το ΕΚΑΣ 2017 και αυτό καταβάλλεται από την πρώτη του επόμενου της συμπλήρωσης του 65ου έτους της ηλικίας μήνα.
β) το συνολικό καθαρό ετήσιο εισόδημά τους από συντάξεις (κύριες, επικουρικές και βοηθήματα καταβαλλόμενα σε χρήμα) μισθούς, ημερομίσθια και λοιπά επιδόματα να μην υπερβαίνει το ποσό των επτά χιλιάδων εννιακοσίων εβδομήντα δύο (7.972) ευρώ. Προκειμένου να προσδιορισθεί το εισόδημα αυτό δεν λαμβάνονται υπόψη:
- τα ποσά που αντιστοιχούν σε σύνταξη θυμάτων πολέμου και αναπήρων πολεμικής περιόδου κατά την εκτέλεση στρατιωτικής υπηρεσίας καθώς και θυμάτων τρομοκρατίας. Στο σημείο αυτό και για την αποφυγή παρερμηνειών σημειώνεται, ότι ως προς τα θύματα πολεμικής περιόδου και κατά την εκτέλεση της στρατιωτικής υπηρεσίας, σχετική αναλυτική ερμηνεία έχει δοθεί με το έγγραφο του Υπουργείου Φ.80000/126/24.6.2015,
- τα ποσά που αντιστοιχούν στα προνοιακά επιδόματα αρμοδιότητας Γενικής Διεύθυνσης Πρόνοιας του Υπουργείου Εργασίας , Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης που χορηγούνται από τη Γενική Γραμματεία Κοινωνικής Αλληλεγγύης .
Αντίθετα, συνυπολογίζονται στο κριτήριο αυτό το επίδομα απόλυτης αναπηρίας, το επίδομα παραπληγίας-τετραπληγίας, το καθαρό ποσό από συντάξεις και μισθούς αλλοδαπής προέλευσης, τα ποσά στρατιωτικής σύνταξης που χορηγούνται σε αναπήρους ειρηνικής περιόδου.
γ) το συνολικό ετήσιο ατομικό φορολογητέο καθώς και το απαλλασσόμενο ή φορολογούμενο με ειδικό τρόπο εισόδημα του συνταξιούχου να μην υπερβαίνει το ποσό των οκτώ χιλιάδων οκτακοσίων ογδόντα τεσσάρων (8.884) ευρώ
δ) Το συνολικό ετήσιο οικογενειακό φορολογητέο καθώς και το απαλλασσόμενο ή φορολογούμενο με ειδικό τρόπο εισόδημα να μην υπερβαίνει το ποσό των έντεκα χιλιάδων (11.000) ευρώ.
Τα ποσά που ορίζονται στις ανωτέρω περιπτώσεις β,γ,δ αφορούν εισοδήματα που δηλώθηκαν κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος, δηλαδή εξετάζονται τα εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 1.1.2015-31.12.2015.
ε) Το συνολικό ακαθάριστο ποσό κύριας και επικουρικής σύνταξης που καταβάλλεται στο συνταξιούχο κατά το μήνα έναρξης ισχύος της κοινοποιούμενης ΚΥΑ (ήτοι, σύνταξη μηνός Δεκεμβρίου 2016), συμπεριλαμβανομένων των πάσης φύσεως επιδομάτων να μην υπερβαίνει τα εξακόσια εξήντα τέσσερα (664) ευρώ.
Διευκρινίζουμε στο σημείο αυτό ότι για την εξέταση του κριτηρίου αυτού ο κρίσιμος μήνας (Δεκέμβριος 2016 ) πρέπει να είναι μήνας πλήρους συνταξιοδότησης.
Τα καταβληθέντα από οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα ποσά ΕΚΑΣ δεν λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση των ανωτέρω εισοδηματικών κριτηρίων .
στ) Ειδικά όσον αφορά στους αλλοδαπούς - πολίτες τρίτων χωρών - δικαιούχους του ΕΚΑΣ, εκτός από τον όρο της μόνιμης διαμονής τους στην Ελλάδα και με σκοπό τη διασφάλιση χορήγησής του σε νόμιμα διαμένοντες, απαιτείται πλέον ρητώς η διαμονή τους στη χώρα να είναι και νόμιμη.
ε) Επισημαίνουμε ότι, οι δικαιούχοι του ΕΚΑΣ δεν μπορούν να λάβουν τα αντισταθμιστικά μέτρα των περιπτώσεων β και γ της παρ. 1 του άρθρου 31 του ν. 4411/2016 (Α, 142).
Γ. Ποσά ΕΚΑΣ για το έτος 2017
1. Τα καταβαλλόμενα μηνιαίως ποσά του ΕΚΑΣ στους δικαιούχους, ανάλογα με το ύψος του εισοδήματος από συντάξεις, κύριες και επικουρικές, μισθούς, ημερομίσθια και λοιπά επιδόματα ή βοηθήματα, απεικονίζονται αναλυτικά στον εξής πίνακα:
Ποσό εισοδήματος από συντάξεις (κύριες και επικουρικές), μισθούς, ημερομίσθια και λοιπά επιδόματα (σε ευρώ): έως 7.216,00
Ποσό Ε.Κ.Α.Σ. (σε ευρώ): 115,00
Ποσό εισοδήματος από συντάξεις (κύριες και επικουρικές), μισθούς, ημερομίσθια και λοιπά επιδόματα (σε ευρώ): Από 7.216,01 μέχρι 7.518,00
Ποσό Ε.Κ.Α.Σ. (σε ευρώ): 86,25
Ποσό εισοδήματος από συντάξεις (κύριες και επικουρικές), μισθούς, ημερομίσθια και λοιπά επιδόματα (σε ευρώ): Από 7.518,01 μέχρι 7.720,00
Ποσό Ε.Κ.Α.Σ. (σε ευρώ): 57,50
Ποσό εισοδήματος από συντάξεις (κύριες και επικουρικές), μισθούς, ημερομίσθια και λοιπά επιδόματα (σε ευρώ): Από 7.720,01 μέχρι 7.972,00
Ποσό Ε.Κ.Α.Σ. (σε ευρώ): 28,75
Τα ανωτέρω ποσά επιδόματος χορηγούνται στους συνταξιούχους λόγω γήρατος και αναπηρίας που λαμβάνουν πλήρη σύνταξη.
Αντίθετα, το ΕΚΑΣ ισούται με τα 2/3 των αναφερόμενων στον ανωτέρω πίνακα ποσών για τους συνταξιούχους :
α) λόγω γήρατος και αναπηρίας που λαμβάνουν μειωμένη σύνταξη (δηλαδή είτε έχουν συνταξιοδοτηθεί σε όριο ηλικίας μικρότερο του αντίστοιχου πλήρους ή με ποσοστό αναπηρίας χαμηλότερο εκείνου που κατά περίπτωση και ασφαλιστικό φορέα προβλέπεται για χορήγηση πλήρους σύνταξης),
β) που δεν θεμελιώνουν αυτοτελές δικαίωμα συνταξιοδότησης με χρόνο ασφάλισης που έχουν πραγματοποιήσει στην Ελλάδα.
Ειδικά, για τα πρόσωπα της ανωτέρω περίπτωσης β) , η τυχόν μη καταβληθείσα πριν από την έναρξη ισχύος της κοινοποιούμενης διάταξης διαφορά του 1/3 του ποσού ΕΚΑΣ, δεν χορηγείται.
Στις περιπτώσεις των συνταξιούχων λόγω αναπηρίας οποιαδήποτε μεταβολή του ποσοστού αναπηρίας τους (αυξητική ή μειωτική) εντός του ίδιου ημερολογιακού έτους στο οποίο καταβάλλεται το ΕΚΑΣ, δεν επιφέρει καμία μεταβολή στο ποσό αυτού, εφόσον βέβαια έχει συμπληρωθεί κατά περίπτωση και η απαιτούμενη ηλικία των 65 ετών.
2. Στις περιπτώσεις προσώπων που είναι συνδικαιούχοι σύνταξης λόγω θανάτου, τα ποσά του ΕΚΑΣ επιμερίζονται κατά το ίδιο ποσοστό επιμερισμού της σύνταξης, όπως προβλέπεται από τις διατάξεις του οικείου ασφαλιστικού φορέα τους , άλλως από την κληρονομική μερίδα τους.
3. Διευκρινίζεται ότι τα ποσά του ΕΚΑΣ δεν υπόκεινται σε ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του Κλάδου Ασθένειας και Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων του αρ. 38 του ν.3863/2010, όπως ισχύει (παρ. 7 του κοινοποιούμενου άρθρου ).
4. Όσον αφορά την καταβολή του ΕΚΑΣ σε δικαιούχους διαμένοντες εκτός Ελλάδας, με την παρ. 8 της κοινοποιούμενου άρθρου ορίζεται ρητώς ότι το επίδομα δεν καταβάλλεται σε δικαιούχους που διαμένουν μόνιμα σε χώρες εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ΕΟΧ και Ελβετίας. Επομένως, και σε συνδυασμό με την περ. στ΄ της παρ. 1 του κοινοποιούμενου άρθρου , σε δικαιούχους Έλληνες πολίτες και πολίτες χωρών- μελών της Ε.Ε., ΕΟΧ και Ελβετίας η απρόσκοπτη καταβολή του επιδόματος τελεί υπό την προϋπόθεση της μόνιμης διαμονής (κατοικίας) εντός της Ε.Ε., ΕΟΧ και Ελβετίας.
Κατόπιν των ανωτέρω , παρακαλούμε για τις ενέργειές αρμοδιότητάς σας για την έγκαιρη υλοποίηση των ανωτέρω κοινοποιούμενων διατάξεων. Οι υπηρεσίες του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης είναι στη διάθεσή σας για κάθε περαιτέρω ενημέρωση ή διευκρίνιση.
Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

Πηγή: https://www.taxheaven.gr/

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

Εγκύκλιος υφυπουργού Πετρόπουλου με θέμα «Γνωστοποίηση των διατάξεων του αρ. 14 και 33 του ν. 4387/2016, σε συνδυασμό με την ΥΑ οικ. 26083/887 (ΦΕΚ Β 1605/2016)»


Εγκύκλιος υφυπουργού Πετρόπουλου με θέμα «Γνωστοποίηση των διατάξεων του αρ. 14 και 33 του ν. 4387/2016, σε συνδυασμό με την ΥΑ οικ. 26083/887 (ΦΕΚ Β 1605/2016)»


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ,
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ &
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ
ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΚΟΙΝ. ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ: ΚΥΡΙΑΣ ΑΣΦ. ΜΙΣΘΩΤΩΝ
& ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ (Δ 13)
Πληροφορίες: Στ. Γιωτάκου,
Α. Λυτροκάπη
Τηλέφωνο: 210 33 68 112
210 33 68 127
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΚΥΡΙΑΣ
ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΥΤΟΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ
& ΑΓΡΟΤΩΝ (Δ14)
Πληροφορίες: Ε. Ράπτη
Τηλέφωνο: 210 33 68 109
Ταχ. Δ/νση : Σταδίου 29
Ταχ. Κώδικας : 10110 Αθήνα

Αθήνα, 23 / 12 / 2016 Σχόλιο πλαισίου κειμένουΣχόλιο πλαισίου κειμένου ΑΔΑ: 7Τ67465Θ1Ω-ΑΝ9

Αρ. Πρωτ.: Φ80000 / οικ.60258 / 1471



ΠΡΟΣ: Όλους τους φορείς κύριας ασφάλισης, αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης & Κοινωνικής Αλληλεγγύης


ΚΟΙΝ: Γενικό Λογιστήριο του Κράτους
Κάνιγγος 29, Αθήνα 101 10





ΘΕΜΑ: « Γνωστοποίηση των διατάξεων του αρ. 14 και 33 του ν. 4387/2016, σε συνδυασμό με την ΥΑ οικ. 26083/887 (ΦΕΚ Β 1605/2016)»

Σας γνωρίζουμε ότι στο ΦΕΚ 85, τεύχος Α’/12.05.2016 δημοσιεύθηκε ο νόμος 4387/2016 «Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλειας – Μεταρρύθμιση ασφαλιστικού – συνταξιοδοτικού συστήματος – Ρυθμίσεις φορολογίας εισοδήματος και τυχερών παιγνίων και άλλες διατάξεις».

ΑΡΘΡΟ 14 και 33 – ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ – ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΤΑΒΑΛΛΟΜΕΝΩΝ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ

Από τις διατάξεις του κοινοποιούμενου άρθρου 14, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 33, προβλέπεται η διαδικασία αναπροσαρμογής των
ήδη καταβαλλόμενων ή καταβλητέων κατά την 12.05.2016 κύριων συντάξεων των φορέων κύριας ασφάλισης, πλην των συντάξεων του ΟΓΑ, σε εφαρμογή των ενιαίων πλέον κανόνων του ΕΦΚΑ.
Με τη διαδικασία αυτή, σκοπός είναι αφενός μεν να εναρμονιστούν οι συντάξεις όσων έχουν καταστεί συνταξιούχοι πριν την εφαρμογή του ν. 4387/2016 με τους ενιαίους κανόνες του ΕΦΚΑ (εθνική και ανταποδοτική σύνταξη), αφετέρου δε, να υπάρξει προστασία των συντάξεων αυτών, με την πρόβλεψη χορήγησης προσωπικής διαφοράς, στις περιπτώσεις που το καταβαλλόμενο ποσό συντάξεων είναι μεγαλύτερο από αυτό που θα προκύψει κατά το στάδιο της αναπροσαρμογής τους.
Επομένως, έως 31.12.2018 οι κύριες συντάξεις συνεχίζουν να καταβάλλονται στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά την 12.5.2016 διατάξεις. Ειδικά ο υπολογισμός της κράτησης υπέρ υγειονομικής περίθαλψης διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 30 του άρθρου 1 του ν. 4334/2015, όπως ισχύει με τις διατάξεις του άρθρου 44 του ν.4387/2016.
Στις περιπτώσεις που το ποσό της καταβαλλόμενης σύνταξης είναι μεγαλύτερο του ποσού που θα προκύψει κατά το στάδιο της αναπροσαρμογής, όπως θα αναλυθεί κατωτέρω, δηλαδή η διαφορά είναι θετική, το επιπλέον ποσό εξακολουθεί να καταβάλλεται στον δικαιούχο ως προσωπική διαφορά και μετά την 1.1.2019, συμψηφιζόμενο κατ’ έτος και μέχρι την πλήρη εξάλειψή του, με την εκάστοτε αναπροσαρμογή των συντάξεων της παρ.3α του άρθρου 14 του ν.4387/2016.
Στις περιπτώσεις που το ποσό της καταβαλλόμενης σύνταξης είναι μικρότερο του ποσού που θα προκύψει κατά το στάδιο της αναπροσαρμογής, δηλαδή η διαφορά είναι αρνητική, τότε το ποσό της καταβαλλόμενης σύνταξης προσαυξάνεται κατά το ένα πέμπτο της διαφοράς, σταδιακά και ισόποσα, εντός πέντε ετών από την ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής (από 1/1/2019).
Σημειώνουμε ότι η διαδικασία αναπροσαρμογής των κύριων συντάξεων έχει εξειδικευθεί περαιτέρω με την αριθ. οικ.26083/887/7-6-2016 Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ 1605 / Β΄).

Α. Συντάξεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των κοινοποιούμενων διατάξεων

Η διαδικασία αναπροσαρμογής αφορά τις κύριες συντάξεις (γήρατος, αναπηρίας, θανάτου), φορέων αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, οι οποίοι εντάσσονται στον ΕΦΚΑ από 1/1/2017 βάσει του άρθρου 53 του ν.4387/2017, πλην ΟΓΑ. Από την διαδικασία αναπροσαρμογής εξαιρούνται και οι συντάξεις που χορηγούνται από το Ταμείο Σύνταξης της Τράπεζας της Ελλάδος.
Συγκεκριμένα, αναπροσαρμόζονται οι ήδη καταβαλλόμενες ή καταβλητέες κατά την 12.05.2016 συντάξεις. Συνεπώς, συντάξεις για τις οποίες η συνταξιοδοτική απόφαση εκδόθηκε μετά την 12/5/2016, όμως η έναρξη συνταξιοδότησης ανατρέχει σε προγενέστερη ημερομηνία και υπολογίζονται με βάση το προγενέστερο νομοθετικό πλαίσιο, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των κοινοποιούμενων διατάξεων.

Β. Διαδικασία αναπροσαρμογής καταβαλλόμενων και καταβλητέων κατά την 12.05.2016 συντάξεων

Η διαδικασία αναπροσαρμογής των κύριων συντάξεων, όπως αυτή έχει καθοριστεί με την αριθ. οικ.26083/887/7-6-2016 Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ 1605 / Β΄), περιλαμβάνει δύο διακριτά στάδια προκειμένου να καθοριστεί στη συνέχεια η προσωπική διαφορά της σύνταξης για κάθε συνταξιούχο:

1. Επανυπολογισμός των συντάξεων ως προϋπόθεση για την αναπροσαρμογή (Έλεγχος στοιχείων ηλεκτρονικών αρχείων)

Στο στάδιο αυτό, όπως περιγράφεται αναλυτικά στο άρθρο 2 της ανωτέρω Υπουργικής Απόφασης, πραγματοποιείται από τον ΕΦΚΑ ή τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης (πλην της Τράπεζας της Ελλάδος και του ΟΓΑ) κατ’ αρχήν έλεγχος των στοιχείων βάσει των οποίων χορηγήθηκε η ήδη
καταβαλλόμενη σύνταξη, σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις του οικείου φορέα κοινωνικής ασφάλισης και τις λοιπές γενικές και ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις, προκειμένου να επιβεβαιωθεί η πληρότητα και ορθότητα των απαιτούμενων για την αναπροσαρμογή στοιχείων των ηλεκτρονικών αρχείων.
Σημειώνουμε ότι κατά το στάδιο αυτό δεν ελέγχεται η ορθότητα των στοιχείων βάσει των οποίων εκδόθηκε η σύνταξη προκειμένου να γίνει αναθεώρηση της συνταξιοδοτικής απόφασης, αλλά σκοπός είναι η δημιουργία ενός ηλεκτρονικού αρχείου στο οποίο θα περιλαμβάνονται όλα τα στοιχεία που είναι απαραίτητα (χρόνος ασφάλισης, συντάξιμες αποδοχές, ασφαλιστικές κλάσεις ή ασφαλιστικές κατηγορίες, ποσοστό αναπλήρωσης, πιθανή μείωση λόγω λήψης μειωμένης σύνταξης κ.λπ.) προκειμένου να εφαρμοστούν οι προβλέψεις των άρθρων 7, 8, 27 και 28 του ν.4387/2016 στις ήδη καταβαλλόμενες συντάξεις.
Συνεπώς, οι φορείς κύριας ασφάλισης που δεν έχουν ηλεκτρονικά αρχεία που να περιλαμβάνουν τα ανωτέρω στοιχεία θα πρέπει να μεριμνήσουν άμεσα για τη δημιουργία τους, αναζητώντας τον προσφορότερο για το σκοπό αυτό τρόπο (π.χ. χρησιμοποίηση υφιστάμενων ηλεκτρονικών αρχείων που περιλαμβάνουν τις σχετικές πληροφορίες, χρήση στατιστικών στοιχείων από τα οποία θα προκύπτουν με ασφάλεια τα ζητούμενα στοιχεία, αναζήτηση στοιχείων στους συνταξιοδοτικούς φακέλους).
Προκειμένου να διασφαλιστεί η ορθότητα των στοιχείων που θα καταχωρηθούν στο ηλεκτρονικό αρχείο, οι φορείς κύριας ασφάλισης θα πρέπει στη συνέχεια να προχωρήσουν σε επανυπολογισμό των συντάξεων με χρήση του ηλεκτρονικού αρχείου σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από το προϊσχύον νομοθετικό πλαίσιο. Τα μεικτά ποσά σύνταξης (ακαθάριστο ποσό) που θα προκύψουν με τη χρήση του ηλεκτρονικού αρχείου συγκρίνονται με τα μεικτά ποσά σύνταξης (ακαθάριστο ποσό) που οι φορείς χορηγούν στους συνταξιούχους. Εάν η διαφορά που προκύπτει για κάθε συνταξιούχου μεταξύ των δύο αυτών ποσών συντάξεων είναι μικρότερη, κατ’ απόλυτη τιμή, του 5%, θεωρείται ότι τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο ηλεκτρονικό αρχείο είναι ορθά. Εάν όμως η διαφορά είναι κατ’ απόλυτη τιμή μεγαλύτερη του 5%, τότε οι φορείς θα πρέπει να ανατρέξουν στο συνταξιοδοτικό φάκελο ή σε
οποιαδήποτε άλλη πηγή κρίνεται πρόσφορη (για παράδειγμα με τη χρήση στατιστικών στοιχείων για όμοια χαρακτηριστικά συντάξεων), προκειμένου να επαληθευτεί η ορθότητα των στοιχείων που έχουν καταχωρηθεί στο ηλεκτρονικό αρχείο και να γίνουν οι αναγκαίες διορθώσεις ώστε η απόκλιση να μην υπερβαίνει κατ’ απόλυτη τιμή το 5%.
Δεδομένου ότι για τον υπολογισμό της ανταποδοτικής σύνταξης, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις των άρθρων 8 και 28 του ν.4387/2016, θα ληφθεί υπόψη το σύνολο του χρόνου ασφάλισης, είναι πιθανόν να προκύψουν διαφορές σε σχέση με το χρόνο ασφάλισης βάσει του οποίου υπολογίστηκε η ήδη καταβαλλόμενη σύνταξη. Για παράδειγμα εάν ο συνταξιούχος είχε συνολικό χρόνο ασφάλισης 45 ετών όμως η σύνταξή του με βάση το ισχύον κατά τη συνταξιοδότησή του νομοθετικό πλαίσιο υπολογίστηκε για 40 έτη ασφάλισης, στο ηλεκτρονικό αρχείο θα πρέπει να καταχωρηθεί η πρόσθετη πληροφορία ότι ο συνολικός χρόνος ασφάλισης είναι 45 έτη. Αντίστοιχα, εάν ο συνταξιούχος για παράδειγμα είχε συνολικό χρόνο ασφάλισης 15 ετών όμως η σύνταξή του με βάση το ισχύον κατά τη συνταξιοδότησή του νομοθετικό πλαίσιο υπολογίστηκε για 20 έτη ασφάλισης, και στην περίπτωση αυτή στο ηλεκτρονικό αρχείο θα πρέπει να καταχωρηθεί και η πρόσθετη αυτή πληροφορία ότι ο συνολικός χρόνος ασφάλισης είναι 15 έτη.
Ειδική μέριμνα θα πρέπει να υπάρξει για τις περιπτώσεις συνταξιοδότησης λόγω αναπηρίας ή λόγω θανάτου συνεπεία εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας, καθώς στις εν λόγω περιπτώσεις βάσει του άρθρου 31 του ν.4387/2016 προβλέπεται η χορήγηση κατωτάτου ορίου ίσο με το διπλάσιο ποσό της εθνικής σύνταξης που αντιστοιχεί στα 20 έτη ασφάλισης. Στους φορείς κύριας ασφάλισης που δεν υφίσταται η εν λόγω διάκριση και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί εάν η αναπηρία ή ο θάνατος οφείλεται σε εργατικό ατύχημα ή επαγγελματική ασθένεια, οι περιπτώσεις αυτές θα αντιμετωπίζονται όπως η συνταξιοδότηση για κοινή νόσο.
Αντίστοιχα, δεδομένου ότι για τις συντάξεις που χορηγούνται βάσει του ν.612/1977 προβλέπονται ειδικές ρυθμίσεις ως προς το ύψος της εθνικής και της ανταποδοτικής σύνταξης, οι περιπτώσεις υφιστάμενων συνταξιούχων με
το ν.612/1977 θα πρέπει να υπάρξει διάκρισή τους σε σχέση με τους λοιπούς συνταξιούχους. Όσον αφορά στους διπλοσυνταξιούχους (παράλληλη λήψη δύο ή περισσότερων συντάξεων από ίδιο δικαίωμα), θα πρέπει να υπάρξει διάκρισή τους σε σχέση με τους δικαιούχους μίας σύνταξης, καθώς στην περίπτωσή τους θα πρέπει να εφαρμοστούν τα προβλεπόμενα στο άρθρο 36 του ν.4387/2016 περί παράλληλης ασφάλισης.
Ειδικά οι υπηρεσίες του ΕΤΑΑ – ΤΣΑΥ, δεδομένου ότι η αναπροσαρμογή των κύριων συντάξεων αφορά και την λήψη παροχής από τον Κλάδο Μονοσυνταξιούχων, θα πρέπει να καταχωρήσουν στο ηλεκτρονικό αρχείο τον χρόνο ασφάλισης που πραγματικά έχει διανυθεί στην ασφάλιση του Κλάδου, καθώς η αναπροσαρμογή της παροχής θα γίνει με βάση το χρόνο παραμονής στον Κλάδο και όχι με βάση τα έτη ασφάλισης που λήφθηκαν υπόψη κατά τη συνταξιοδότηση.
Επισημαίνεται ότι οι φορείς κύριας ασφάλισης που διαθέτουν ελεγμένα τα απαραίτητα για την αναπροσαρμογή των κύριων συντάξεων στοιχεία σε ηλεκτρονική μορφή, δεν χρειάζεται να προχωρήσουν στις ανωτέρω ενέργειες, και μπορούν να προχωρήσουν στο δεύτερο στάδιο της αναπροσαρμογής των κύριων συντάξεων.

2. Αναπροσαρμογή των κύριων συντάξεων

Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας επανυπολογισμού (επανελέγχου) των καταβαλλόμενων συντάξεων, όπως περιγράφθηκε παραπάνω, και τη δημιουργία κατάλληλου ηλεκτρονικού αρχείου, εφόσον δεν υφίσταται ήδη σχετικό αρχείο, οι φορείς κύριας ασφάλισης προχωρούν στη διαδικασία αναπροσαρμογής των κύριων συντάξεων.
Με βάση τις προβλέψεις του ν.4387/2016 (άρθρα 7, 8, 27 και 28), η χορηγηθείσα σύνταξη αποτελεί το άθροισμα της εθνικής και της ανταποδοτικής σύνταξης. Συνεπώς για κάθε συνταξιούχο (γήρατος, αναπηρίας, θανάτου) θα υπολογιστεί, με βάση το συνολικό χρόνο ασφάλισης, η δικαιούμενη εθνική και ανταποδοτική σύνταξη.
Επισημαίνουμε ότι όσον αφορά στην αναπροσαρμογή των ήδη καταβαλλόμενων συντάξεων λόγω θανάτου, αναπροσαρμόζεται το ποσό της σύνταξης λόγω θανάτου, σύμφωνα με την παρακάτω διαδικασία, όμως το νέο ποσό της σύνταξης λόγω θανάτου που προκύπτει μετά την αναπροσαρμογή και η προσωπική διαφορά επιμερίζεται μεταξύ των δικαιοδόχων σύμφωνα με τα ποσοστά που προβλέπονται από το προγενέστερο νομοθετικό πλαίσιο.

Ι. Εθνική Σύνταξη
Η Εθνική Σύνταξη υπολογίζεται με βάση τα έτη ασφάλισης, και συνεπώς κυμαίνεται από €345,60 (για χρόνο ασφάλισης μέχρι 15 έτη) έως €384,00 (για χρόνο ασφάλισης 20 και πλέον έτη).
Για τους συνταξιούχους λόγω γήρατος η Εθνική Σύνταξη δεν μειώνεται με βάση τα έτη διαμονής στην Ελλάδα, συνεπώς θεωρείται ότι σε όλες τις περιπτώσεις αποδεικνύεται διαμονή 40 ετών στην Ελλάδα από το 15ο έτος της ηλικίας έως την ηλικία συνταξιοδότησης.
Για τους συνταξιούχους λόγω γήρατος με μειωμένη σύνταξη η Εθνική Σύνταξη καταβάλλεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 7 του ν.4387/2016.
Για τους συνταξιούχους λόγω αναπηρίας που έχουν συνταξιοδοτηθεί από φορείς κύριας ασφάλισης που προβλέπουν την καταβολή μειωμένης σύνταξης ανάλογα με το βαθμό αναπηρίας (για παράδειγμα το ΙΚΑ – ΕΤΑΜ), η Εθνική Σύνταξη καταβάλλεται μειωμένη ανάλογα με το βαθμό αναπηρίας σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 4 του άρθρου 7 του ν.4387/2016. Σε περίπτωση όμως που η σύνταξη καταβάλλεται από φορέα κύριας ασφάλισης που δεν προβλέπει την καταβολή μειωμένης σύνταξης ανάλογα με το βαθμό αναπηρίας (για παράδειγμα ΟΑΕΕ και ΕΤΑΑ για τους παλαιούς ασφαλισμένους) η Εθνική Σύνταξη καταβάλλεται χωρίς μείωση θεωρώντας ότι ο συνταξιούχος έχει αναπηρία άνω του 80%.
Για τους συνταξιούχους λόγω γήρατος με τις ειδικές διατάξεις του ν.612/1977 καταβάλλεται το πλήρες ποσό της Εθνικής Σύνταξης (€384,00), ανεξαρτήτως του χρόνου ασφάλισης, χωρίς καμία μείωση λόγω διαμονής ή ανάλογα με το
βαθμό αναπηρίας, όπως άλλωστε προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 7 και 27 του ν.4387/2016.
Τα ανωτέρω εφαρμόζονται αντίστοιχα και για τον υπολογισμό Εθνικής Σύνταξης σε συνταξιούχους λόγω θανάτου, ανάλογα με το εάν ο θανών ήταν συνταξιούχος λόγω γήρατος ή αναπηρίας ή γήρατος με τις ειδικές διατάξεις του ν.612/1977.
Σημειώνουμε ότι εάν ο χρόνος ασφάλισης, όπως αποτυπώνεται στο ηλεκτρονικό αρχείο, δεν είναι σε ακέραια έτη αλλά υπάρχει και πλεονάζον χρόνος, για τον επιπλέον αυτό χρόνο οι συνταξιούχοι λαμβάνουν αναλογία της Εθνικής Σύνταξης (σύμφωνα με τις οδηγίες που έχουν δοθεί για τον υπολογισμό της Εθνικής Σύνταξης).

ΙΙ. Ανταποδοτική Σύνταξη
Για τον υπολογισμό της ανταποδοτικής σύνταξης εφαρμόζονται τα ποσοστά αναπλήρωσης που προβλέπονται στο άρθρο 8 του ν.4387/2016, με το τελικό ποσοστό αναπλήρωσης να προκύπτει κλιμακωτά ανάλογα με τα έτη ασφάλισης που είχε ο συνταξιούχος κατά τη συνταξιοδότησή του (και τα οποία μπορεί να διαφοροποιούνται, όπως προαναφέρθηκε, από τα έτη ασφάλισης βάσει των οποίων υπολογίστηκε η σύνταξη με βάση το προγενέστερο ανά φορέα κύριας ασφάλισης νομοθετικό πλαίσιο).
Και στην περίπτωση αυτή εάν ο χρόνος ασφάλισης, όπως αποτυπώνεται στο ηλεκτρονικό αρχείο, δεν είναι σε ακέραια έτη αλλά υπάρχει και πλεονάζον χρόνος, για τον επιπλέον αυτό χρόνο υπολογίζεται αναλογία του ποσοστού αναπλήρωσης (σύμφωνα με τις οδηγίες που έχουν δοθεί για τον υπολογισμό της Ανταποδοτικής Σύνταξης).
Επισημαίνουμε ότι σε περίπτωση θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος με συνυπολογισμό πλασματικού χρόνου ασφάλισης χωρίς εξαγορά (χρόνος επιδοτούμενης ανεργίας, λήψης σύνταξης αναπηρίας κ.λπ.), ο χρόνος αυτός λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό μόνο της Εθνικής Σύνταξης (σύμφωνα με τις οδηγίες που έχουν δοθεί για τον υπολογισμό της Εθνικής Σύνταξης).
Για τους συνταξιούχους λόγω γήρατος με τις ειδικές διατάξεις του ν.612/1977, η ανταποδοτική σύνταξη υπολογίζεται για 35 έτη ασφάλισης, και όχι με βάση
τον πραγματικό χρόνο ασφάλισης (εκτός και εάν ο πραγματικός χρόνος είναι μεγαλύτερος των 35 ετών), σύμφωνα με τη ρητή πρόβλεψη του άρθρου 28 του ν.4387/2016.
Στην περίπτωση της αναπροσαρμογής των ήδη καταβαλλόμενων συντάξεων, δεν αναζητούνται οι συντάξιμες αποδοχές, όπως προβλέπεται στο άρθρο 8 και 28 του ν.4387/2016, αλλά ως βάση για την αναπροσαρμογή της κύριας σύνταξης λαμβάνεται, όπως προβλέπεται στο άρθρο 33 του ν.4387/2016, ο συντάξιμος μισθός επί του οποίου υπολογίστηκε η ήδη χορηγηθείσα σύνταξη. Για τις περιπτώσεις συνταξιοδότησης με βάση τις διατάξεις της διαδοχικής ασφάλισης, βάση αποτελεί ο συντάξιμος μισθός που προέκυψε στον απονέμοντα φορέα. Σε περίπτωση που ο συντάξιμος μισθός συνδέεται με ασφαλιστικές κατηγορίες ή ασφαλιστικές κλάσεις ή τεκμαρτά ποσά, ο συντάξιμος μισθός υπολογίζεται αφού ληφθεί υπόψη η τρέχουσα τιμή τους κατά την 13/5/2016. Σε κάθε άλλη περίπτωση ως συντάξιμος μισθός υπολογίζεται σε τρέχουσες τιμές με τη χρήση των ποσοστών αναπροσαρμογής των συντάξεων που έχουν μεσολαβήσει από την ημερομηνία συνταξιοδότησης έως την 13/5/2016.
Συνεπώς στην περίπτωση του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ, όπου οι συνταξιούχοι κατά τον υπολογισμό της σύνταξής τους είχαν καταταγεί με βάση τις αποδοχές τους σε ασφαλιστικές κλάσεις, ως συντάξιμος μισθός για την αναπροσαρμογή της σύνταξης λαμβάνεται το 25πλάσιο του τεκμαρτού ημερομισθίου της ασφαλιστικής κλάσης, όπως έχει διαμορφωθεί από 1/10/2008. Για παράδειγμα εάν ο συνταξιούχος του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ έχει καταταχθεί στην 26η ασφαλιστική κλάση έχοντας συμπληρώσει 35 έτη ασφάλισης, ως συντάξιμος μισθός για την αναπροσαρμογή της σύνταξης θεωρείται το ποσό των €2.198,25 (25 x €87,93). Συνεπώς, η ανταποδοτική σύνταξη για 35 έτη ασφάλισης ανέρχεται σε €2.198,25 x 33,81% = €743,23.





3. Προσωπική Διαφορά

Μετά την αναπροσαρμογή της κύριας σύνταξης, συγκρίνεται το ποσό της καταβαλλόμενης σύνταξης με βάση το προγενέστερο νομοθετικό πλαίσιο με το ποσό της καταβαλλόμενης σύνταξης με βάση τις διατάξεις του ν.4387/2016. Η διαφορά που προκύπτει αποτελεί την προσωπική διαφορά του συνταξιούχου.
Εάν η προσωπική διαφορά είναι θετική, όπως προαναφέρθηκε, εξακολουθεί να καταβάλλεται στο συνταξιούχο και μετά την 1/1/2019, μέχρι την οριστική εξάλειψή της και τον συμψηφισμό της με μελλοντικές αυξήσεις των συντάξεων. Εάν είναι αρνητική, δηλαδή το ποσό της σύνταξης με το νέο καθεστώς είναι υψηλότερο σε σχέση με εκείνο που έχει υπολογιστεί βάσει του προγενέστερου νομοθετικού πλαισίου, τότε, όπως προαναφέρθηκε, προσαυξάνεται το ποσό της καταβαλλόμενης σύνταξης σταδιακά.
Για τον καθορισμό της προσωπικής διαφοράς συγκρίνεται το καθαρό προ φόρου ποσό σύνταξης με βάση το προγενέστερο νομοθετικό πλαίσιο (δηλαδή το ακαθάριστο ποσό σύνταξης αφαιρουμένων των κρατήσεων για την Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων, της εισφοράς του άρθρου 44 παρ. 11 του ν. 3986/2011, της εισφοράς του ν. 4024/2011 (άρθρο 2 παρ. 1 και 2), του ν. 4051/2012 (άρθρο 6 παρ. 1), της ΥΑ 476/2012 (ΦΕΚ 499, Β΄) και του ν. 4093/2012 (άρθρο πρώτο παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ5 περ. 1 και παρ. Β υποπαρ. Β3 περ. α) και της εισφοράς για υγειονομική περίθαλψη, όπως αυτή υπολογίζεται με τις ρυθμίσεις του ν. 4387/2016), με το καθαρό προ φόρου ποσό με βάση το νέο νομοθετικό πλαίσιο (δηλαδή το ακαθάριστο ποσό της σύνταξης αφαιρουμένων της εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων, της εισφοράς του άρθρου 44 παρ. 11 του ν. 3986/2011 και της εισφοράς για υγειονομική περίθαλψη, όπως αυτή υπολογίζεται με τις ρυθμίσεις του ν. 4387/2016).
Επιπλέον, θα πρέπει οι φορείς να προχωρήσουν στον καθορισμό προσωπικής διαφοράς ανά συνταξιούχο που αφορά στην εισφορά υπέρ ΑΚΑΓΕ και στην εισφορά ασθενείας.
Σημειώνουμε ότι στις περιπτώσεις που στον συνταξιούχο καταβάλλεται οικογενειακό επίδομα, ή έχει λάβει μειωμένη σύνταξη μετά την ισχύ του ν.4336/2011 και υπόκειται στην προβλεπόμενη από το νόμο αυτό πρόσθετη μείωση ύψους 10% μέχρι τη συμπλήρωση του πλήρους ορίου συνταξιοδότησης, ή λαμβάνει το οργανικό ποσό της σύνταξης (και όχι το προβλεπόμενο ανά φορέα κύριας ασφάλισης κατώτατο όριο) μέχρι τη συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας βάσει της παρ. 27 του άρθρου 1 του ν.4334/2015 (όπως αντικαταστάθηκε με την περίπτωση 1 της υποπαραγράφου Ε.2, της παραγράφου Ε, του άρθρου 2 του ν.4336/2015), οι φορείς κύριας ασφάλισης θα υπολογίζουν την προσωπική διαφορά λαμβάνοντας υπόψη την καταβολή του οικογενειακού επιδόματος ή την αντίστοιχη μείωση του ποσού της σύνταξης. Σε περίπτωση όμως που μελλοντικά υπάρξει διαφοροποίηση των στοιχείων αυτών (διακοπή καταβολής οικογενειακού επιδόματος, συμπλήρωση του ορίου ηλικίας για πλήρη σύνταξη, συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας), οι φορείς θα προχωρούν σε νέο υπολογισμό της προσωπικής διαφοράς.


Γ. Χρονοδιάγραμμα αναπροσαρμογής κύριων συντάξεων

Στο άρθρο 4 της αριθ. οικ.26083/887/7-6-2016 Υπουργικής Απόφασης καθορίζεται το χρονοδιάγραμμα για τον επανυπολογισμό και την αναπροσαρμογή των καταβαλλόμενων κύριων συντάξεων.
Συγκεκριμένα προβλέπεται ότι :
i) μέχρι 30/9/2016 θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί ο επανυπολογισμός του 10% των συντάξεων και η αναπροσαρμογή να έχει ολοκληρωθεί μέχρι 31/12/2016
ii) μέχρι 31/12/2016 θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί ο επανυπολογισμός του 40% των συντάξεων και η αναπροσαρμογή να έχει ολοκληρωθεί μέχρι 31/3/2017
iii) μέχρι 31/3/2017 θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί ο επανυπολογισμός του 70% των συντάξεων και η αναπροσαρμογή να έχει ολοκληρωθεί μέχρι 30/6/2017
iv) μέχρι 30/6/2017 θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί ο επανυπολογισμός του 100% των συντάξεων και η αναπροσαρμογή να έχει ολοκληρωθεί μέχρι 30/9/2017
Συνεπώς, η διαδικασία της αναπροσαρμογής των κύριων συντάξεων θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί έως 30/9/2017, ενώ η αναπροσαρμοσμένη σύνταξη και η προκύπτουσα προσωπική διαφορά θα πρέπει να έχουν αποτυπωθεί στο οικείο πληροφοριακό σύστημα έως 1/1/2018.



Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ
ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ




Α. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ



 

Εγκύκλιος υφυπουργού Πετρόπουλου με θέμα Γνωστοποίηση των διατάξεων του άρθρου 12 και 16 του ν.4387/2016


Εγκύκλιος υφυπουργού Πετρόπουλου με θέμα
                       Γνωστοποίηση των διατάξεων του άρθρου 12 και 16 του ν.4387/2016                 
Φ80000/οικ.60272/2196/2016: Γνωστοποίηση των διατάξεων του άρθρου 12 και 16 του ν.4387/2016
Αποφάσεις - Εγκύκλιοι
f80000-oik-60272-2196-2016 com…
f80000-oik-60272-2196-2016
Print
Email
19833
19833 type=word
Φ80000/οικ.60272/2196/2016         
                       Γνωστοποίηση των διατάξεων του άρθρου 12 και 16 του ν.4387/2016                 
               Κείμενο            
               Σχετικά θέματα (294)           
                 Αρχεία (1)              
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
    ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ,
    ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
    & ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
    ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ
    ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ
    ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ
    ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
    ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ: ΚΥΡΙΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
    ΜΙΣΘΩΤΩΝ & ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ (Δ 13)
    ΤΜΗΜΑ:Β'
    Πληροφορίες:Στ. Γιωτάκου
    Τηλέφωνο:210 3368112
    ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΚΥΡΙΑΣ
    ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΥΤΟΑΠΑΣΧΟΛΟΥΛΕΝΩΝ
    & ΑΓΡΟΤΩΝ (Δ14)
    Πληροφορίες: Ι. Παπαδόπουλος
    (για θέματα ΟΑΕΕ)
    210 33 68 110
    Ε. Ράπτη
    (για θέματα ΕΤΑΑ)
    210 33 68 109
    Ταχ. Δ/νση:Σταδίου 29
    Ταχ. Κώδικας:10110 Αθήνα
Αθήνα 23/1 2/2016
Αρ. Πρωτ.: Φ80000/οικ.60272/2196
ΠΡΟΣ: Όλους τους φορείς κύριας ασφάλισης,
    αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας,
    Κοινωνικής Ασφάλισης
    & Κοινωνικής Αλληλεγγύης
ΚΟΙΝ: Γενικό Λογιστήριο του Κράτους
    Κάνιγγος 29,
    Αθήνα 101 10
ΘΕΜΑ: «Γνωστοποίηση των διατάξεων του άρθρου 12 και 16 του ν.4387/2016»
Σας γνωρίζουμε ότι στο ΦΕΚ 85, τεύχος Α'/12.05.2016 δημοσιεύθηκε ο νόμος 4387/2016 «Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλειας - Μεταρρύθμιση ασφαλιστικού - συνταξιοδοτικού συστήματος - Ρυθμίσεις φορολογίας εισοδήματος και τυχερών παιγνίων και άλλες διατάξεις».
Με το άρθρο 12 ρυθμίζονται οι προϋποθέσεις χορήγησης σύνταξης λόγω θανάτου στα δικαιοδόχα μέλη συνταξιούχου ή ασφαλισμένου, εφόσον ο θάνατος επήλθε από 13.05.2016 και εφεξής, εισάγοντας ενιαίες αρχές και κανόνες, για όλους τους ασφαλισμένους, ανεξαρτήτως ασφαλιστικού φορέα προέλευσης. Καταργείται, επομένως, από την ως άνω ημερομηνία κάθε άλλη καταστατική ή γενική διάταξη που ρυθμίζει το θέμα διαφορετικά για θανάτους μετά την ισχύ του ν.4387/2016.
Επισημαίνουμε ότι προκειμένου να χορηγηθεί σύνταξη λόγω θανάτου στα δικαιοδόχα μέλη σε περίπτωση θανάτου ασφαλισμένου, ο θανών θα πρέπει κατά τον θάνατο να έχει συμπληρώσει τις χρονικές προϋποθέσεις για τη λήψη σύνταξης γήρατος ή αναπηρίας, πλήρους ή μειωμένης, όπως διαμορφώνονται ανά ασφαλιστικό οργανισμό και ανά κατηγορία ασφαλισμένων (παλαιοί - νέοι).
Παράγραφος 1, 2 - Δικαιοδόχα Μέλη/Προϋποθέσεις
Ορίζονται τα δικαιοδόχα μέλη που υπό προϋποθέσεις λαμβάνουν τη σύνταξη λόγω θανάτου συνταξιούχου ή ασφαλισμένου, καθώς και οι ειδικότερες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για κάθε κατηγορία. Δικαιούχοι είναι ο επιζών σύζυγος, τα νόμιμα τέκνα, τα νομιμοποιηθέντα, τα αναγνωρισθέντα, τα υιοθετημένα και όσα εξομοιώνονται με αυτά καθώς και ο/η διαζευγμένος/η σύζυγος, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
Α) Για τον επιζώντα σύζυγο, θεσπίζεται όριο ηλικίας για τη θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης λόγω θανάτου και συγκεκριμένα το 55ο έτος, το οποίο πρέπει να έχει συμπληρωθεί κατά το χρόνο θανάτου του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου, οπότε και η σύνταξη χορηγείται εφ' όρου ζωής, αν δεν συντρέξουν οι - περιοριστικά αναφερόμενες στην παρ. 3 της κοινοποιούμενης διάταξης - προϋποθέσεις παύσης της.
Εάν ο θάνατος επέλθει προτού συμπληρωθεί το ως άνω όριο ηλικίας, η σύνταξη καταβάλλεται στον επιζώντα σύζυγο για μία τριετία. Μετά την πάροδο της τριετίας ελέγχεται εάν ο επιζών σύζυγος συμπλήρωσε ή όχι το 55ο έτος της ηλικίας.
Εάν κατά τη διάρκεια της τριετίας ο επιζών σύζυγος συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας η καταβολή της σύνταξης διακόπτεται μόλις συμπληρωθεί η τριετία και άρχεται εκ νέου με τη συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας.
Εάν κατά τη διάρκεια της τριετίας δεν έχει συμπληρωθεί το 55ο έτος , διακόπτεται η καταβολή της σύνταξης με τη λήξη της τριετίας και δεν επαναχορηγείται.
Σε περίπτωση όμως που ο επιζών σύζυγος έχει τέκνα που υπάγονται στην περίπτωση 1Β του κοινοποιούμενου άρθρου (δηλαδή κατά το χρόνο του θανάτου του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου είναι άγαμα και δεν έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους ή το 24ο έτος εφόσον σπουδάζουν ή είναι άγαμα και ανίκανα για κάθε βιοποριστική εργασία, εφόσον η ανικανότητα τους επήλθε πριν από τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας) ή ο ίδιος είναι ανίκανος για την άσκηση κάθε βιοποριστικής εργασίας με ποσοστό 67% και άνω, και για όσο χρόνο πληρούνται αυτές οι προϋποθέσεις, η σύνταξη λόγω θανάτου συνεχίζει να καταβάλλεται, ανεξάρτητα εάν βάσει των ανωτέρω προκύπτει είτε οριστική διακοπή της, είτε διακοπή και επαναχορήγησή της με τη συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας.
Σημειώνουμε, επίσης, ότι αν ο επιζών σύζυγος δεν συμπληρώνει το 55ο έτος της ηλικίας του κατά τη διάρκεια της τριετίας, αλλά εξακολουθεί να λαμβάνει τη σύνταξη θανάτου και πέραν της τριετίας λόγω ύπαρξης ανήλικων ή τέκνων που σπουδάζουν ή ανίκανων για εργασία τέκνων, εφόσον έως τη λήξη της ανηλικότητας ή των σπουδών ή της ανικανότητας συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας του, τότε ναι μεν η σύνταξη θα διακοπεί με την παύση ισχύος των ως άνω προϋποθέσεων (ανηλικότητα, σπουδές, ανικανότητα), θα επαναχορηγηθεί, ωστόσο, όταν ο επιζών συμπληρώσει το 67ο έτος της ηλικίας του.
Παράδειγμα 1:
α) Ασφαλισμένος με 40 έτη ασφάλισης, αποβιώνει την 13/5/2016, καταλείποντας σύζυγο ηλικίας 53 ετών (χωρίς τέκνα). Η σύζυγος δικαιούται σύνταξης λόγω θανάτου, δεδομένου ότι ο θανών κατά την ημερομηνία θανάτου είχε συμπληρώσει τις χρονικές προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης λόγω γήρατος.
Η επιζώσα σύζυγος κατά την ημερομηνία θανάτου του ασφαλισμένου δεν έχει συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας, οπότε λαμβάνει σύνταξη λόγω θανάτου για μία τριετία. Κατά τη διάρκεια της τριετίας, όμως, συμπληρώνει το 55ο έτος της ηλικίας, οπότε η σύνταξη λόγω θανάτου διακόπτεται μετά τη συμπλήρωση της τριετίας και επαναχορηγείται με τη συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας της.
Εάν, όμως, μετά τη λήξη της τριετίας υπάρχει τέκνο το οποίο δικαιούται σύνταξης λόγω θανάτου, η επιζώσα σύζυγος συνεχίζει να λαμβάνει τη σύνταξη και μετά την τριετία και μέχρι να διακοπεί η συνταξιοδότηση του τέκνου (λόγω συμπλήρωσης του 18ου ή του 24ου έτους της ηλικίας, εφόσον στη δεύτερη περίπτωση σπουδάζει), οπότε και διακόπτεται η καταβολή της σύνταξης, η οποία επαναχορηγείται στο 67ο έτος της ηλικίας της.
β) Στο ως άνω παράδειγμα, έστω ότι η επιζώσα σύζυγος είναι 49 ετών κατά το χρόνο του θανάτου και έχει ανήλικο τέκνο 8 ετών. Θα λάβει τη σύνταξη θανάτου την πρώτη τριετία και - παρά το γεγονός ότι δεν συμπληρώνει το 55ο έτος κατά τη διάρκεια της τριετίας αυτής - δεδομένου ότι έχει ανήλικο τέκνο, θα εξακολουθήσει να λαμβάνει τη σύνταξη θανάτου για όσο χρόνο υφίσταται η ανηλικότητα (ή μέχρι το πέρας των σπουδών, εφόσον το τέκνο σπουδάζει). Μετά το πέρας αυτών, θα διακοπεί η καταβολή της σύνταξης, δεδομένου όμως ότι κατά τη διάρκεια λήψης της σύνταξης και έως την ενηλικίωση του τέκνου ή την παύση των σπουδών του, η σύζυγος συμπληρώνει το 55ο έτος της ηλικίας της, η σύνταξη θανάτου θα της επαναχορηγηθεί με τη συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας της.
Β) Τα νόμιμα τέκνα, τα νομιμοποιηθέντα, τα αναγνωρισθέντα, τα υιοθετημένα και όσα εξομοιώνονται με αυτά, δικαιούνται της σύνταξης λόγω θανάτου, εφόσον:
i) Είτε είναι άγαμα και δεν έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους, εκτός κι αν φοιτούν σε ανώτερες σχολές ή ανώτατες σχολές του εσωτερικού ή του εξωτερικού (ακόμη και αν φοιτούν για απόκτηση δεύτερου πτυχίου ή σε μεταπτυχιακά προγράμματα ή εκπονούν διδακτορική διατριβή) ή σε ΙΕΚ ή σε Κέντρα/Σχολές Επαγγελματικής Κατάρτισης, οπότε και η χορήγηση της σύνταξης παρατείνεται έως τη λήξη της φοίτησής τους σε αυτές και σε κάθε περίπτωση έως τη συμπλήρωση του 24ου έτους.
Ως εκ τούτου το δικαίωμα συνταξιοδότησης ενηλίκων άγαμων θυγατέρων βάσει του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 3865/2010, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 3 του ν. 3863/2010, καταργείται.
ii) Είτε κατά το χρόνο θανάτου του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου είναι άγαμα και ανίκανα προς κάθε βιοποριστική εργασία, εφόσον η ανικανότητα επήλθε πριν από τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας τους, οπότε η σύνταξη συνεχίζει να καταβάλλεται και μετά τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας και για όσο διαρκεί η ανικανότητα προς κάθε βιοποριστική εργασία.
Σημειώνουμε ότι η ανικανότητα του τέκνου εξετάζεται κατά το χρόνο του θανάτου και όχι μεταγενέστερα αυτού. Για παράδειγμα ο θάνατος του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου επέρχεται την 8/1/2017 και καταλείπει τέκνο ηλικίας 15 ετών. Το εν λόγω τέκνο καθίσταται ανίκανο για κάθε βιοποριστική εργασία την 16/5/2019, δηλαδή πριν τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας του. Δεδομένου όμως ότι δεν ήταν ανίκανο κατά την ημερομηνία θανάτου, θα λάβει σύνταξη μέχρι τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας ή του 24ου έτους της ηλικίας εφόσον σπουδάζει.
Γ) Για τον διαζευγμένο σύζυγο ισχύουν οι ίδιες ηλικιακές προϋποθέσεις χορήγησης της σύνταξης με αυτές του επιζώντος συζύγου (παρ. 1Α του κοινοποιούμενου άρθρου), με τις εξής ωστόσο πρόσθετες προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να πληρούνται αθροιστικά:
i) ο πρώην σύζυγος, κατά τη στιγμή του θανάτου να κατέβαλλε ή να υποχρεούτο να καταβάλει στον/στην διαζευγμένο/η σύζυγο διατροφή που είχε καθοριστεί είτε με δικαστική απόφαση είτε με μεταξύ τους σύμβαση,
ii) να είχαν συμπληρωθεί 10 χρόνια έγγαμου βίου, μέχρι τη λύση με αμετάκλητη δικαστική απόφαση του γάμου,
iii) το διαζύγιο να μην οφείλεται σε ισχυρό κλονισμό της έγγαμης συμβίωσης με υπαιτιότητα του αιτούντος τη σύνταξη,
iv) το μέσο μηνιαίο ατομικό φορολογητέο εισόδημα του διαζευγμένου συζύγου να μην υπερβαίνει το διπλάσιο του ποσού του Επιδόματος Κοινωνικής Αλληλεγγύης Ανασφάλιστων Υπερηλίκων (αρ. 93 παρ. 4 του νόμου), ήτοι τα 720 ευρώ, και
v) να μην έχει τελεστεί άλλος γάμος ή να έχει συναφθεί σύμφωνο συμβίωσης.
Συνεπώς, στους διαζευγμένους συζύγους που πληρούν τα πρόσθετα κριτήρια εφαρμόζονται κατ' αντιστοιχία οι ρυθμίσεις που προβλέπονται για τους επιζώντες συζύγους (χορήγηση σύνταξης λόγω θανάτου εφόσον έχει συμπληρωθεί το 55ο έτος της ηλικίας, συνταξιοδότηση για μία τριετία, διακοπή και επαναχορήγηση με τη συμπλήρωση του 67ου έτους ή οριστική διακοπή συνταξιοδότησης).
Παράγραφος 2
Ως πρόσθετη προϋπόθεση για τη χορήγηση σύνταξης λόγω θανάτου στον επιζώντα σύζυγο, είναι ο θάνατος του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου να έχει επέλθει μετά την πάροδο 5 ετών από την τέλεση του γάμου, εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, όπως αυτές περιοριστικά αναφέρονται στην κοινοποιούμενη διάταξη (θάνατος που να οφείλεται σε ατύχημα, γέννηση τέκνου κατά τη διάρκεια του γάμου κλπ).
Συνεπώς, είτε πρόκειται για θάνατο ασφαλισμένου είτε συνταξιούχου, η απαιτούμενη διάρκεια του γάμου είναι ενιαία (5ετία), και επομένως καταργούνται οι ρυθμίσεις του άρθρου 12 του ν. 3863/2010 που προέβλεπε μικρότερη διάρκεια του έγγαμου βίου (3ετία) για τη χορήγηση σύνταξης στον επιζώντα σύζυγο σε περίπτωση θανάτου ασφαλισμένου. Επισημαίνουμε ότι ρυθμίζεται ρητά το καθεστώς χορήγησης σύνταξης λόγω θανάτου στον επιζώντα σύζυγο σε περίπτωση ανασύστασης γάμου, οπότε η διάρκεια των δύο γάμων αθροιστικά πρέπει να είναι τουλάχιστον 5ετής, ενώ, επιπλέον, ο εξ ανασυστάσεως να έχει διαρκέσει τουλάχιστον 6 μήνες.
Παράγραφος 3 - Παύση δικαιώματος σύνταξης λόγω θανάτου
Το δικαίωμα στη σύνταξη λόγω θανάτου των δικαιούχων προσώπων παύει
i) με το θάνατο του δικαιούχου
ii) με την τέλεση από αυτόν γάμου ή σύναψης συμφώνου συμβίωσης,
iii) με τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας του τέκνου ή αντίστοιχα του 24ου έτους εφόσον σπουδάζει,
Σημειώνουμε ότι από τις νέες ρυθμίσεις δεν προβλέπεται η διακοπή της συνταξιοδότησης των τέκνων σε περίπτωση που αυτά αναλάβουν εργασία ή αυτοαπασχοληθούν ή λάβουν σύνταξη από ίδιο δικαίωμα (αρ. 29 παρ. 6 του α.ν. 1846/1951 και αρ. 20 του ν. 2556/1997),
iv) με νεότερη κρίση της αρμόδιας υγειονομικής επιτροπής πάψει να υφίσταται η ανικανότητα για εργασία κατά τις παραγράφους 1Α και 1Β περ. β' του κοινοποιούμενου άρθρου (ανικανότητα επιζώντα συζύγου για την άσκηση κάθε βιοποριστικής εργασίας κατά 67% και άνω, ανικανότητα τέκνου για την άσκηση κάθε βιοποριστικής εργασίας αντίστοιχα).
Παράγραφος 4 - Ποσό σύνταξης
Α) Το ποσό της σύνταξης των δικαιούχων, υπολογίζεται επί του ποσού της σύνταξης που δικαιούται ή που έχει δικαιωθεί ο θανών σύζυγος, επιμεριζόμενο ως εξής:
i) Ο επιζών σύζυγος λαμβάνει ποσοστό 50%.
Στο σημείο αυτό, ωστόσο, γίνεται η εξής διαφοροποίηση:
Στην περίπτωση που ο γάμος έλαβε χώρα μετά την απονομή της σύνταξης γήρατος του θανόντος, περιορίζεται το ποσοστό του επιζώντος συζύγου επί της σύνταξης, καθώς και του διαζευγμένου συζύγου, σε περίπτωση που υπάρχει σχετικό δικαίωμα και συνεπώς και το ποσό της σύνταξης, συναρτώμενο πλέον από τη διάρκεια του γάμου και τη διαφορά ηλικίας των συζύγων, αρχόμενης από τα 10 έτη και πλέον.
Τα ανωτέρω δεν ισχύουν στην περίπτωση που ο θανών ελάμβανε σύνταξη αναπηρίας όταν τελέστηκε ο γάμος και ως εκ τούτου ο επιζών σύζυγος εξακολουθεί να λαμβάνει το ως άνω ποσοστό 50% της σύνταξης λόγω θανάτου.
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ 2:
α) Θανών σύζυγος ηλικίας 70 ετών και επιζών σύζυγος ηλικίας 40 ετών, με επταετή γάμο, ο οποίος έλαβε χώρα μετά την απονομή της σύνταξης γήρατος του θανόντος. Η διαφορά ηλικίας μεταξύ των δυο, αφαιρουμένου του χρονικού διαστήματος του γάμου τους, είναι 23 έτη (70 - 40 - 7 = 23). Συνεπώς το ποσό της σύνταξης του επιζώντος συζύγου θα μειωθεί κατά 16% ως εξής:
Από το 10ο έως το 20ο έτος: 10% (10 έτη x 1%)
Από το 21ο έως το 23ο έτος : 6% (3 έτη x 2%)
Συνεπώς, ο επιζών σύζυγος θα λάβει το 42% της σύνταξης λόγω θανάτου (50 x 16%=8, άρα 50-8=42%).
Για παράδειγμα, εάν η σύνταξη λόγω θανάτου ανέρχεται σε €1.000, ο επιζών σύζυγος δικαιούται το 50%, δηλαδή €500. Λόγω της ηλικιακής διαφοράς των δύο συζύγων, η σύνταξη του επιζώντα μειώνεται περαιτέρω κατά 16%, δηλαδή ο επιζών σύζυγος θα λάβει ως σύνταξη λόγω θανάτου το ποσό των €420 (€500 - 16% x €500), δηλαδή το 42% της σύνταξης (42% x €1000).
β) στο ανωτέρω παράδειγμα, αν ο θανών είναι συνταξιούχος λόγω αναπηρίας, η χήρα θα λάβει το 50% της σύνταξης λόγω θανάτου, χωρίς τη μείωση λόγω της διαφοράς ηλικίας.
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ 3:
Θανών σύζυγος ηλικίας 70 ετών και επιζών σύζυγος ηλικίας 30 ετών, με πενταετή γάμο, ο οποίος έλαβε χώρα μετά την απονομή της σύνταξης γήρατος του θανόντος. Η διαφορά ηλικίας μεταξύ των δυο, αφαιρουμένου του χρονικού διαστήματος του γάμου τους, είναι 35 έτη (70 - 30 -5). Συνεπώς η σύνταξη του επιζώντος συζύγου θα μειωθεί κατά 55% ως εξής:
Από το 10ο έως το 20ο έτος: 10% (10 έτη x 1%)
Από το 21ο έως το 25ο έτος : 10% (5 έτη x 2%)
Από το 26ο έως το 30ο έτος : 15% (5 έτη x 3%)
Από το 31ο έως το 35ο έτος : 20% (5 έτη x 4%)
Συνεπώς, ο επιζών σύζυγος θα λάβει το 22,5% της σύνταξης λόγω θανάτου (50Χ55%=27,5, άρα 50-27,5=22,5%).
Για παράδειγμα, εάν η σύνταξη λόγω θανάτου, ανέρχεται σε €1.000, ο επιζών σύζυγος δικαιούται το 50%, δηλαδή €500. Λόγω της ηλικιακής διαφοράς των δύο συζύγων, η σύνταξη του επιζώντα μειώνεται περαιτέρω κατά 55%, δηλαδή ο επιζών σύζυγος θα λάβει ως σύνταξη λόγω θανάτου το ποσό των €225 [€500 - (55% x €500)], δηλαδή το 22,5% της σύνταξης (22,5% x €1000). ii) Για τον διαζευγμένο σύζυγο με τουλάχιστον 10ετή γάμο και εφόσον ο θανών καταλείπει και χήρο σύζυγο, το ποσό της σύνταξης που δικαιούται ο χήρος επιζών σύζυγος, επιμερίζεται σε ποσοστό 75% για τον χήρο και 25% για τον διαζευγμένο. Για κάθε επιπλέον έτος έγγαμου βίου του διαζευγμένου, πέραν του δεκάτου μέχρι και του 35ου έτους, η σύνταξη του διαζευγμένου αυξάνεται κατά 1%, μειούμενης αναλόγως κατά 1% της σύνταξης του χήρου. Σε περίπτωση διάρκειας έγγαμου βίου του διαζευγμένου πέραν των 35 ετών έως τη λύση του, τα ποσοστά χήρου και διαζευγμένου επιμερίζονται κατά 50% και στους δύο.
Σημειώνουμε ότι το προκύπτον ποσοστό που δικαιούται ο χήρος επιζών σύζυγος περιορίζεται περαιτέρω σύμφωνα με τα ανωτέρω, όπως αναλύθηκαν στην ως άνω περ. i της παρ. 4 της κοινοποιούμενης διάταξης, χωρίς να επέρχεται μεταβολή στο δικαιούμενο ποσοστό που προκύπτει για τον διαζευγμένο σύζυγο, εκτός και εάν προκύπτει μείωση και για τον διαζευγμένο σύζυγο βάσει της ανωτέρω ρύθμισης.
Τα ανωτέρω εφαρμόζονται και στην περίπτωση που δεν υπάρχει χήρος, αλλά μόνο διαζευγμένος, οπότε ο διαζευγμένος σύζυγος δικαιούται το 25% της σύνταξης λόγω θανάτου εάν η διάρκεια του γάμου είναι 10ετής, προσαυξανόμενο κατά 1% για κάθε περαιτέρω έτος έγγαμου βίου μέχρι τα 35 έτη, οπότε το ποσοστό διαμορφώνεται σε 50%. Σε περίπτωση που υπάρχουν περισσότεροι του ενός διαζευγμένοι, το ποσοστό της σύνταξης θανάτου του διαζευγμένου συζύγου υπολογίζεται σύμφωνα με τα ανωτέρω και επιμερίζεται ισόποσα μεταξύ αυτών.
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ 4:
Εάν ο έγγαμος βίος του διαζευγμένου έχει διαρκέσει 28 έτη, ο επιζών σύζυγος λαμβάνει το 57% της σύνταξης θανάτου του επιζώντα συζύγου (75% - 18%, όπου 18 είναι τα έτη του έγγαμου βίου πάνω στα οποία υπολογίζεται η μείωση του 1%) και ο διαζευγμένος το 43% (25% + 18%, όπου 18 είναι τα έτη του έγγαμου βίου πάνω στα οποία υπολογίζεται η αύξηση του 1%) αυτής.
Συνεπώς, στο ανωτέρω παράδειγμα εάν το ποσό της σύνταξης του θανόντος είναι €1000, ο επιζών σύζυγος δικαιούται το 50% της σύνταξης, δηλαδή €500. Ο επιζών σύζυγος θα λάβει τελικά το 57% των €500, δηλαδή €285, και ο/η διαζευγμένος/η σύζυγος το 43% των €500, δηλαδή €215.
Εάν δεν υπάρχει επιζών σύζυγος, ο/η διαζευγμένος σύζυγος θα λάβει και στην περίπτωση το ίδιο ποσό, δηλαδή €215 (43% x €500).
Εάν υπάρχει επιζών σύζυγος και δύο διαζευγμένοι σύζυγοι με 12 και 25 έτη έγγαμου βίου αντίστοιχα, το δικαιούμενο ποσοστό σύνταξης καθορίζεται με βάση τον μεγαλύτερο χρόνο εγγάμου βίου, δηλαδή την 25ετία. Συνεπώς, ο επιζών σύζυγος θα λάβει το 60% της σύνταξης που δικαιούται ο επιζών σύζυγος και το υπόλοιπο 40% θα επιμεριστεί μεταξύ των δύο διαζευγμένων. Συνεπώς, για ποσό σύνταξης του θανόντος ύψους €1000, ο επιζών σύζυγος δικαιούται €500. Ο επιζών σύζυγος θα λάβει τελικά το 60% των €500, δηλαδή €300, και κάθε διαζευγμένος σύζυγος το 20% των €500, δηλαδή €100. iii) Στην περίπτωση ύπαρξης τέκνων, το ποσό της σύνταξης του θανόντος επιμερίζεται σε ποσοστό 25% για κάθε παιδί. Το ποσοστό αυτό διπλασιάζεται, αν πρόκειται για παιδί ορφανό και από τους δύο γονείς, δηλαδή διαμορφώνεται σε 50% για κάθε ορφανό τέκνο, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό δεν δικαιούται σύνταξη και από τους δύο γονείς.
Β) Το συνολικό ποσό της σύνταξης λόγω θανάτου του επιζώντος συζύγου, του/των διαζευγμένου/νων συζύγου/ων και των τέκνων, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό της σύνταξης που ελάμβανε ο θανών. Στην περίπτωση, δε, που το άθροισμα των ποσοστών των δικαιούχων υπερβαίνει το ποσό αυτό, περιορίζεται ισόποσα το ποσοστό των τέκνων. Για παράδειγμα, εάν υπάρχει επιζών σύζυγος με τρία τέκνα, ο επιζών σύζυγος δικαιούται το 50% της σύνταξης λόγω θανάτου (περιοριζόμενο σύμφωνα με τα ανωτέρω σε περίπτωση που ο γάμος έλαβε χώρα μετά την απονομή της σύνταξης γήρατος του θανόντος και υφίσταται ηλικιακή διαφορά άνω της 10ετίας και ύπαρξης διαζευγμένου συζύγου), ενώ το υπόλοιπο 50% της σύνταξης λόγω θανάτου επιμερίζεται ισόποσα στα τρία τέκνα (δηλαδή κάθε τέκνο θα λάβει το 16,66% της σύνταξης).
Εάν όμως είναι ορφανά τέκνα και από τους δύο γονείς που δεν δικαιούνται σύνταξης και από τους δύο γονείς, και υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχει διαζευγμένος σύζυγος, κάθε τέκνο δικαιούται το διπλάσιο του ανωτέρω ποσοστού, δηλαδή το 33,33% της σύνταξης λόγω θανάτου. Συνεπώς, θα λάβουν το 100% της σύνταξης λόγω θανάτου.
Εάν όμως υπάρχει διαζευγμένος σύζυγος με 15 έτη γάμου που δικαιούται σύνταξης λόγω θανάτου, ο διαζευγμένος δικαιούται το 30% της σύνταξης του επιζώντα συζύγου, δηλαδή το 15% της σύνταξης. Συνεπώς, το υπόλοιπο μέρος της σύνταξης λόγω θανάτου, δηλαδή το 85%, θα επιμεριστεί μεταξύ των τριών ορφανών τέκνων, και κάθε τέκνο θα λάβει το 28,33% της σύνταξης λόγω θανάτου. Αθροιστικά ο/η διαζευγμένος/η σύζυγος και τα τρία ορφανά τέκνα θα λάβουν το 100% της σύνταξης λόγω θανάτου.
Γ) Στην περίπτωση που η σύνταξη λόγω θανάτου καταβάλλεται στον επιζώντα ή στο διαζευγμένο σύζυγο μειωμένη, σύμφωνα με την παρ. 4Α και 5 του κοινοποιούμενου άρθρου (μειώσεις λόγω διαφοράς ηλικίας συζύγων πέραν των δέκα ετών, ανάληψη εργασίας από επιζώντα σύζυγο κλπ) και υφίστανται δικαιούχα τέκνα, το ποσό της σύνταξης που περικόπτεται επιμερίζεται στα τέκνα.
Εφόσον, ωστόσο, εκλείψουν οι προϋποθέσεις χορήγησης της σύνταξης στα τέκνα, λόγω συμπλήρωσης των ορίων ηλικίας της παρ. 1 περ. Β της κοινοποιούμενης διάταξης, το ως άνω ποσό που περικόπτεται δεν καταβάλλεται στον επιζώντα σύζυγο ή στον διαζευγμένο σύζυγο.
Συνεπώς, στα Παραδείγματα 2 και 3 προκύπτει μείωση της σύνταξης που λαμβάνει ο επιζών σύζυγος λόγω ηλικιακής διαφοράς με τον θανόντα, το ποσό της σύνταξης που μειώνεται (€80 στο Παράδειγμα 2 και €275 στο Παράδειγμα
3) μεταβιβάζεται στα τέκνα που δικαιούνται σύνταξης λόγω θανάτου (ακόμη και εάν δεν πρόκειται για τέκνα του επιζώντος συζύγου αλλά τέκνα από προηγούμενο γάμο ή από αναγνώριση). Όταν λήξει το δικαίωμα συνταξιοδότησης των τέκνων το ποσό αυτό δεν επαναχορηγείται στον επιζώντα σύζυγο.
Σημειώνουμε ότι σε περίπτωση που κάποιο από τα δικαιοδόχα πρόσωπα απωλέσει το δικαίωμα συνταξιοδότησης, τα δικαιούμενα ποσοστά σύνταξης επαναπροσδιορίζονται. Για παράδειγμα, σε περίπτωση θανάτου ασφαλισμένου ή συνταξιούχου με σύζυγο και 3 ανήλικα τέκνα, ο επιζών σύζυγος λαμβάνει το 50% της σύνταξης και κάθε τέκνο το 16,66% αυτής (50%/3).
Σε περίπτωση που ένα εκ των τέκνων λ.χ. συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του και παύσει το δικαίωμα συνταξιοδότησής του θα γίνει επαναπροσδιορισμός των ποσοστών των δικαιοδόχων. Συνεπώς, ο επιζών σύζυγος θα εξακολουθήσει να λαμβάνει το 50% της σύνταξης και κάθε τέκνο το 25% αυτής. Συνολικά, τα δικαιοδόχα λαμβάνουν το 100% της σύνταξης λόγω θανάτου. Σε κάθε περίπτωση, ο επαναπροσδιορισμός των ποσοστών δεν μπορεί να υπερβαίνει το 25% που έχει οριστεί από το νόμο ως ποσοστό των τέκνων.
Παράγραφος 5 - Ποσό σύνταξης
α) Στον επιζώντα σύζυγο καταβάλλεται ολόκληρη η σύνταξη για μία τριετία, με τα ποσοστά όπως προβλέπονται στην παράγραφο 4 του κοινοποιούμενου άρθρου, δηλαδή ποσοστό 50% ή το ποσοστό το οποίο αντιστοιχεί σε αυτόν μετά τις τυχόν μειώσεις, εάν ο γάμος έλαβε χώρα μετά την απονομή της σύνταξης γήρατος του θανόντος ή την ύπαρξη διαζευγμένου συζύγου (παρ. 4 Α).
β) Μετά την πάροδο της τριετίας και εφόσον συντρέχουν οι ηλικιακές προϋποθέσεις της παρ. 1 Α του κοινοποιούμενου άρθρου (το εδάφιο προστέθηκε με το αρ. 234 παρ. 1 του ν. 4389/2016 - ΦΕΚ Α 94/2016), εάν ο επιζών σύζυγος εργάζεται ή αυτοαπασχολείται ή λαμβάνει σύνταξη από οποιαδήποτε άλλη πηγή, προβλέπεται μείωση κατά 50% του ποσού της σύνταξης που λαμβάνει ο επιζών σύζυγος. Όπως προαναφέρθηκε, το ποσό της σύνταξης που περικόπτεται από τον επιζώντα σύζυγο μεταβιβάζεται στα δικαιοδόχα τέκνα (παρ. 4 Γ).
γ) Αν ο επιζών σύζυγος κατά το χρόνο του θανάτου, είναι ανάπηρος σωματικά ή πνευματικά σε ποσοστό 67% και άνω, λαμβάνει ολόκληρη τη σύνταξη, όπως αυτή προβλέπεται στην ως άνω περίπτωση α) του παραδείγματος για όσο χρόνο διαρκεί η αναπηρία του, ανεξαρτήτως άλλων προϋποθέσεων. Και στην περίπτωση αυτή, όπως και για τη συνταξιοδότηση των ανίκανων για κάθε βιοποριστική εργασία τέκνων, η αναπηρία πρέπει να συντρέχει κατά την ημερομηνία του θανάτου του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου και όχι μεταγενέστερα.
Όσον αφορά στους/στις διαζευγμένους/ες συζύγους, μετά την τριετία ελέγχεται εάν εργάζονται ή λαμβάνουν σύνταξη από ίδιο δικαίωμα σύμφωνα με τα ανωτέρω, και το ποσό της περικοπής που προκύπτει μεταβιβάζεται στα δικαιοδόχα τέκνα (εφόσον υπάρχουν και ανεξάρτητα εάν πρόκειται για τέκνα από προηγούμενο γάμο ή από αναγνώριση).
Στο σημείο αυτό διευκρινίζουμε ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του αρ. 2, από την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016 (13.05.2016), η κύρια σύνταξη λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου, αποτελείται από δύο τμήματα: την εθνική και την ανταποδοτική σύνταξη. Συνεπώς, σε περίπτωση θανάτου ασφαλισμένου η σύνταξη υπολογίζεται με βάση τις διατάξεις του ν.4387/2016 και στα δικαιοδόχα μεταβιβάζεται το ποσό της εθνικής και ανταποδοτικής σύνταξης που προκύπτει με βάση το χρόνο ασφάλισης του θανόντα. Σημειώνουμε ότι σε περίπτωση θανάτου ασφαλισμένου που δεν είχε συμπληρώσει τις χρονικές προϋποθέσεις για τη λήψη σύνταξης λόγω γήρατος, αλλά συμπλήρωσε τις χρονικές προϋποθέσεις για τη λήψη σύνταξης λόγω αναπηρίας, για τον υπολογισμό του δικαιούμενου ποσού σύνταξης θεωρείται ότι ο ασφαλισμένος θα δικαιούτο πλήρη σύνταξη με βαθμό αναπηρίας άνω του 80%.
Σε περίπτωση θανάτου συνταξιούχου για τον υπολογισμό της εθνικής και ανταποδοτικής σύνταξης λαμβάνεται ο χρόνος ασφάλισης (πραγματικής και προαιρετικής ασφάλισης ή αναγνωριζόμενος χρόνος ασφάλισης) που είχε ο θανών συνταξιούχος κατά την συνταξιοδότησή του.
Για παράδειγμα, εάν συνταξιούχος του ΕΤΑΑ - Τομέας Ασφάλισης Νομικών κατά τη συνταξιοδότησή του είχε πραγματοποιήσει 45 έτη ασφάλισης αλλά με βάση το ισχύον κατά τη συνταξιοδότησή του, νομοθετικό πλαίσιο, η σύνταξή του υπολογίστηκε 40 έτη ασφάλισης, η σύνταξη λόγω θανάτου θα υπολογιστεί για 45 έτη ασφάλισης. Αντίστοιχα, εάν ο ανωτέρω συνταξιούχος κατά τη συνταξιοδότησή του είχε πραγματοποιήσει 15 έτη ασφάλισης, αλλά η σύνταξή του υπολογίστηκε σύμφωνα με το ισχύον τότε νομοθετικό πλαίσιο για 23 έτη ασφάλισης η σύνταξη λόγω θανάτου θα υπολογιστεί για 15 έτη ασφάλισης.
Για τον υπολογισμό της εθνικής σύνταξης σε όσους είχαν καταστεί συνταξιούχοι λόγω γήρατος πριν το ν.4387/2016, θεωρείται ότι είχαν συμπληρώσει 40 χρόνια διαμονής στην Ελλάδα μέχρι τη συνταξιοδότησή τους.
Για τον υπολογισμό της ανταποδοτικής σύνταξης ως συντάξιμες αποδοχές λαμβάνονται οι οριζόμενες στα άρθρα 14 και 33 του ν. 4387/2016 για την αναπροσαρμογή των συντάξεων - προστασία των καταβαλλόμενων συντάξεων.
Ειδικά για αιτήσεις συνταξιοδότησης λόγω θανάτου που κατατίθενται από την ισχύ του ν.4387/2016 μέχρι 31/12/2018 και πρόκειται να υπολογιστούν βάσει του ν.4387/2016 (βλέπε ενότητα «Έκταση Εφαρμογής») εφαρμόζονται οι διατάξεις του αρ. 94 παρ. 2, εδ. β' και γ’ και αρ. 6 παρ. 1γ' του ν. 4387/2016.
Ειδικότερα, για τις συγκεκριμένες αιτήσεις συνταξιοδότησης λόγω θανάτου θα ελέγχεται εάν το ποσό της καταβαλλόμενης σύνταξης με βάση το νέο καθεστώς (καθαρό ποσό προ φόρου, δηλαδή αφαιρουμένων της εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων του άρθρου 38 του ν. 3863/2010 όπως ισχύει, της εισφοράς του αρ. 44 παρ. 11 του ν. 3986/2011 και της εισφοράς για υγειονομική περίθαλψη, όπως αυτή υπολογίζεται με τις ρυθμίσεις του ν. 4387/2016) υπολείπεται άνω του 20% της καταβαλλόμενης σύνταξης με βάση το προγενέστερο καθεστώς. Στην περίπτωση αυτή μέρος της διαφοράς, όπως καθορίζεται ανά έτος, καταβάλλεται στα δικαιοδόχα ως προσωπική διαφορά.
Ως καταβαλλόμενη σύνταξη λόγω θανάτου με βάση το προγενέστερο νομοθετικό πλαίσιο θεωρείται το καθαρό προ φόρου ποσό της σύνταξης (ακαθάριστο ποσό σύνταξης αφαιρουμένων της εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων του άρθρου 38 του ν. 3863/2010 όπως ισχύει, της εισφοράς του αρ. 44 παρ. 11 του ν. 3986/2011 , της εισφοράς του ν. 4024/2011 (άρθρο 2 παρ. 1 και 2), του ν. 4051/2012 (άρθρο 6 παρ. 1), της ΥΑ 476/2012 (ΦΕΚ 499, Β’) και του ν. 4093/2012 (άρθρο πρώτο παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ5 περ. 1 και παρ. Β υποπαρ. Β3 περ. α) και της εισφοράς για υγειονομική περίθαλψη, όπως αυτή υπολογίζεται με τις ρυθμίσεις του ν. 4387/2016).
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ συνταξιοδοτήσεων λόγω θανάτου
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ 1
Άνδρας έγγαμος, χωρίς τέκνα, με 35 έτη ασφάλισης και 40 έτη διαμονής στην Ελλάδα, συνταξιοδοτήθηκε με πλήρη σύνταξη λόγω γήρατος από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ την 1/2/2011 με ποσό σύνταξης 1.000 ευρώ, και ο οποίος πεθαίνει την 20/9/2019. Μετά την αναπροσαρμογή, η σύνταξή του θα αποτελείται πλέον από το τμήμα της εθνικής σύνταξης, δηλαδή €384, και από το ανταποδοτικό τμήμα, το οποίο υπολογιζόμενο βάσει των συντάξιμων αποδοχών, του χρόνου ασφάλισης και του ποσοστού αναπλήρωσης, είναι €516. Άρα, η σύνταξη μετά την αναπροσαρμογή ανέρχεται στο ποσό των €900.
Η επιζώσα σύζυγος επομένως για την πρώτη τριετία θα λάβει το 50% της σύνταξης του θανόντος, όπως έχει διαμορφωθεί μετά την αναπροσαρμογή της (€900X50%=€450). Αναλύεται σε:
Εθνική σύνταξη : €192
Ανταποδοτική σύνταξη: €258
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ 2
Άνδρας έγγαμος με δύο ανήλικα τέκνα, με 35 έτη ασφάλισης και 40 έτη διαμονής στην Ελλάδα, συνταξιοδοτείται λόγω γήρατος με πλήρη σύνταξη από το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ την 1/9/2019 με ποσό σύνταξης €900 (Εθνική Σύνταξη (Ε.Σ.) €384 και Ανταποδοτική Σύνταξη (Α.Σ) €516). Ο άνδρας αυτός αποβιώνει την 1/01/2020.
Η επιζώσα σύζυγος, ηλικίας 49 ετών κατά το χρόνο του θανάτου, θα λάβει το 50% της σύνταξης λόγω θανάτου (Ε.Σ. €192, Α.Σ. €258 = €450) και τα δύο τέκνα θα λάβουν επιπλέον ποσοστό 25% το καθένα (δηλαδή Ε.Σ. €96 και Α.Σ. €129 έκαστο). Επομένως, η σύνταξη λόγω θανάτου, χήρας και τέκνων, στην περίπτωση αυτή είναι €900, όση και η σύνταξη γήρατος του θανόντος.
Η χήρα λαμβάνει το ανωτέρω ποσό για μία τριετία και δεδομένου ότι μετά τη λήξη της τριετίας δεν έχει συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας, συνεχίζει να λαμβάνει σύνταξη λόγω θανάτου, εφόσον τα τέκνα είναι ανήλικα ή σπουδάζουν και δεν έχουν συμπληρώσει το 24ο έτος της ηλικίας.
Στο παράδειγμά μας: έστω ότι το πρώτο σε ηλικία τέκνο τελειώνει τις σπουδές του σε ΑΕΙ το 2024 και το δεύτερο το 2027. Η ίδια συμπληρώνει τα 3 πρώτα έτη συνταξιοδότησης λόγω χηρείας την 31/1/2023. Τότε:
α) Αν μετά την πάροδο της τριετίας αυτής η επιζώσα σύζυγος εργάζεται ή λαμβάνει σύνταξη από οποιαδήποτε πηγή, το ποσό της σύνταξης λόγω θανάτου που λαμβάνει θα μειωθεί κατά 50%, και συνεπώς θα λαμβάνει σύνταξη ύψους €225 (Ε.Σ. €96, Α.Σ. €129). Το ποσό των €225 που περικόπτεται επιμερίζεται στα τέκνα (το κάθε τέκνο επομένως θα λάβει επιπλέον ποσό €112,5 στη σύνταξη λόγω θανάτου).
Το έτος 2024 παύει το δικαίωμα συνταξιοδότησης του πρώτου τέκνου και το επιπλέον ποσό των 112,5 ευρώ, που έλαβε, όταν μειώθηκε το ποσό της χήρας, θα μεταβιβαστεί στο έτερο τέκνο. Συνεπώς το δεύτερο τέκνο θα λάβει 225 ευρώ επιπλέον ποσό από την περικοπή του ποσού της σύνταξης της χήρας. Το 2027 παύει το δικαίωμα και του δεύτερου τέκνου. Συνεπώς, το 2027 διακόπτεται η συνταξιοδότηση της επιζώσας συζύγου, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν πλέον δικαιοδόχα τέκνα. Δεδομένου ωστόσο, ότι το 2027, η χήρα έχει συμπληρωμένο ήδη το 55ο έτος της ηλικίας της, το ποσό της σύνταξης θανάτου που δικαιούται, εφόσον εξακολουθεί να εργάζεται ή να λαμβάνει σύνταξη, δηλαδή τα €225 ευρώ, θα της επαναχορηγηθεί στο 67ο έτος της ηλικίας.
β) Αν μετά την πάροδο της πρώτης τριετίας συνταξιοδότησης λόγω θανάτου, η χήρα δεν εργάζεται και δεν λαμβάνει σύνταξη από οποιαδήποτε πηγή, θα συνεχίσει να λαμβάνει το 50% της σύνταξης λόγω θανάτου (Ε.Σ. €192, Α.Σ. €258 = €450). Το 2024 παύει το δικαίωμα συνταξιοδότησης του πρώτου τέκνου και το 2027 του δεύτερου τέκνου. Συνεπώς, το 2027 διακόπτεται η συνταξιοδότηση της επιζώσας συζύγου, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν πλέον δικαιοδόχα τέκνα. Και στην περίπτωση αυτή, δεδομένου ότι το 2027 η χήρα έχει συμπληρωμένο ήδη το 55ο έτος της ηλικίας της, το ποσό της σύνταξης θανάτου που δικαιούται εφόσον εξακολουθεί να μην εργάζεται ή να μην λαμβάνει σύνταξη, δηλαδή τα €450, θα της επαναχορηγηθεί στο 67ο έτος της ηλικίας.
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ 3
Έστω ότι στο ανωτέρω παράδειγμα κατά το χρόνο θανάτου (δηλαδή την 1/01/2020) το δεύτερο εκ των ανωτέρω δύο τέκνων είναι άγαμο και ανίκανο για κάθε βιοποριστική εργασία (στο παράδειγμά μας κατά την ημερομηνία θανάτου του πατρός ήταν μικρότερο του 24ου έτους της ηλικίας). Στην περίπτωση αυτή η σύνταξη λόγω θανάτου της χήρας και του τέκνου αυτού συνεχίζει να καταβάλλεται και μετά τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας του τέκνου. Η ίδια συμπληρώνει τα 3 πρώτα έτη συνταξιοδότησης λόγω χηρείας την 31/1/2023. Τότε:
α) Αν μετά την πάροδο της τριετίας αυτής, εργάζεται ή λαμβάνει σύνταξη από οποιαδήποτε πηγή, το ποσό της θα μειωθεί κατά 50%, δηλαδή θα περιοριστεί σε €225 (Ε.Σ. €96 + Α.Σ. €129 = €225). Το ποσό που περικόπτεται επιμερίζεται στα τέκνα.
Το έτος 2024 παύει το δικαίωμα συνταξιοδότησης του πρώτου τέκνου. και το επιπλέον ποσό των 112,5 ευρώ που ελάμβανε από την περικοπή του ποσού της χήρας θα μεταβιβαστεί στο έτερο τέκνο. Το ποσό σύνταξης λόγω θανάτου της χήρας όσο και εκείνο του δεύτερου τέκνου θα συνεχίσει να καταβάλλεται και μετά το 2027 (οπότε το ανίκανο τέκνο συμπληρώνει το 24ο έτος της ηλικίας), όπως έχει διαμορφωθεί μετά τον επιμερισμό των ποσών.
β) Αν μετά την πάροδο της τριετίας αυτής, δεν εργάζεται και δεν λαμβάνει σύνταξη από οποιαδήποτε πηγή, η επιζώσα σύζυγος θα συνεχίσει να λαμβάνει το 50% της σύνταξης του θανόντος. Το 2024 παύει το δικαίωμα συνταξιοδότησης του πρώτου τέκνου ενώ το δεύτερο ανίκανο τέκνο και η επιζώσα σύζυγος θα συνεχίσουν να λαμβάνουν το ποσό της σύνταξης που τους αντιστοιχεί και μετά το 2027, δηλαδή €450 για τη χήρα (Ε.Σ. € 192 + Α.Σ. €258 = €450) και για το δεύτερο τέκνο €225 (Ε.Σ.€96 + Α.Σ. €129 = €225 + €112,5 επιπλέον ποσό που μεταβιβάστηκε από το πρώτο τέκνο, σύνολο €337,5).
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ 4
Άνδρας έγγαμος, χωρίς τέκνα, με 35 έτη ασφάλισης και 40 έτη διαμονής στην Ελλάδα συνταξιοδοτείται λόγω γήρατος από το ΙΚΑ την 1/9/2016 με ποσό σύνταξης 900 ευρώ (Ε.Σ. €384 και Α.Σ. €516, χωρίς να δικαιούται προσωπική διαφορά), ο οποίος πεθαίνει 20/10/2019. Η επιζώσα σύζυγος, ετών 56 κατά το χρόνο θανάτου, θα λάβει το 50% της σύνταξης του θανόντος (50% x €900) για τρία έτη (1/11/2019 έως 31/10/2022).
Η σύνταξη της αναλύεται σε : Ε.Σ. €192 Α.Σ. €258
Μετά την τριετία:
α) αν δεν εργάζεται και δεν λαμβάνει σύνταξη από οποιαδήποτε πηγή, συνεχίζει η καταβολή της ως άνω σύνταξης (€450) εφ' όρου ζωής, αν δεν συντρέξουν λόγοι παύσης του δικαιώματος ή μείωσης του ποσού.
β) αν εργάζεται ή λαμβάνει σύνταξη από οποιαδήποτε πηγή, η σύνταξη θα περιοριστεί κατά 50% ήτοι: Ε.Σ.: €96 Α.Σ.: €129
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ 5
Γυναίκα λαμβάνει αναπηρική σύνταξη εξ ιδίου δικαιώματος, με βαθμό αναπηρίας 70%, ύψους €600 (Ε.Σ. €288 + Α.Σ €312). Ο ασφαλισμένος σύζυγος πεθαίνει την 15.02.2020 και δικαιούτο σύνταξης ύψους €900 (Ε.Σ. €384 + Α.Σ. €516)
Την πρώτη τριετία, η επιζώσα σύζυγος λαμβάνει κανονικά την σύνταξη εξ ιδίου δικαιώματος και η σύνταξη λόγω θανάτου που θα λάβει αντιστοιχεί στο 50% της σύνταξης που δικαιούτο ο θανών (50% x €900 = €450 και αναλύεται σε Ε.Σ. €192 + Α.Σ. €258).
Σύνολο συντάξεων εξ ιδίου δικαιώματος και θανάτου: €1050 (Ε.Σ. 288+192 και Α.Σ. 312+258). vΜετά την τριετία η σύνταξη λόγω θανάτου θα παραμείνει στο ίδιο ποσό, δεδομένου ότι η επιζώσα είναι ανάπηρη με ποσοστό 67% και άνω και συνεπώς λαμβάνει ολόκληρη τη σύνταξη για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η αναπηρία, ανεξαρτήτως άλλων προϋποθέσεων.
Σύνολο συντάξεων εξ ιδίου δικαιώματος και θανάτου: €1050.
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ 6
Άνδρας έγγαμος, με 2 ανήλικα τέκνα και συνταξιούχος με πλήρη σύνταξη γήρατος ήδη από το έτος 2010 και με ποσό σύνταξης 900 ευρώ. Αποβιώνει στις 26.10.2016. Η επιζώσα σύζυγος, υποβάλλει αίτηση συνταξιοδότησης το Νοέμβριο του 2016.
Για να βρεθεί το ποσό της απονεμόμενης στα δικαιοδόχα μέλη σύνταξης, ούτως ώστε να επακολουθήσει ο επιμερισμός των ποσοστών σε αυτά με τις διατάξεις του κοινοποιούμενου άρθρου, υπολογίζουμε ως εξής:
Ποσό σύνταξης θανάτου πριν το ν. 4387/2016 (καθαρό προ φόρου) : €900 Ποσό σύνταξης θανάτου με βάση το ν. 4387/2016 (καθαρό προ φόρου): €700 ευρώ Διαφορά σύνταξης μεταξύ προγενέστερου και νέου καθεστώτος υπολογισμού της σύνταξης : €900 - €700 = €200
Η ποσοστιαία διαφορά μεταξύ των δύο καθεστώτων είναι 22,22% (€200:€900Χ100=22,22%)
Δεδομένου ότι το ποσό της απονεμόμενης σύνταξης υπολείπεται του ποσού της σύνταξης που θα απονέμονταν σε ποσοστό άνω του 20%, το ήμισυ της διαφοράς καταβάλλεται στον δικαιούχο ως προσωπική διαφορά.
Συνεπώς στο παράδειγμά μας: το ήμισυ του ποσού της προσωπικής διαφοράς που προκύπτει σε ποσοστό άνω του 20%: €200:2 = €100 η προσωπική διαφορά
Επομένως, ποσό απονεμόμενης σύνταξης στα δικαιοδόχα μέλη πριν τον επιμερισμό των ποσοστών: €700 + €100 (Π.Δ.) = €800 ευρώ
Λήτη σύνταξης λόγω θανάτου από τον ΟΓΑ
Οι διατάξεις του άρθρου 12 του ν.4387/2016 έχουν εφαρμογή και σε περίπτωση θανάτου ασφαλισμένου ή συνταξιούχου του ΟΓΑ.
Συνεπώς, για θανάτους από 13/5/2016 έχουν εφαρμογή οι ρυθμίσεις του κοινοποιούμενου άρθρου σχετικά με τους όρους χορήγησης της σύνταξης λόγω θανάτου, τα δικαιοδόχα πρόσωπα, το δικαιούμενο ποσοστό, τη λήξη του δικαιώματος, τον περιορισμό του καταβαλλόμενου ποσού στον επιζώντα μετά την τριετία κ.λ.π.
Εξυπακούεται ότι για θανάτους μέχρι 31/12/2016 τα δικαιοδόχα θα λάβουν το ποσοστό της σύνταξης λόγω θανάτου που προκύπτει σύμφωνα με την κοινοποιούμενη διάταξη, υπολογιζόμενο επί του ποσού της σύνταξης που δικαιούται ή έχει δικαιωθεί ο θανών σύζυγος σύμφωνα με τις διατάξεις όπως ισχύουν στον ΟΓΑ έως 31/12/2016.
Για θανάτους από 1/1/2017 και μετά το ποσό της σύνταξης λόγω θανάτου που επιμερίζεται στα δικαιοδόχα προκύπτει σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 99 του ν.4387/2016.
Όσον αφορά στις διατάξεις των άρθρων 1 - 4 του ν.1140/1981, όπως ισχύουν, με τις οποίες προβλέπεται η χορήγησης της βασικής σύνταξης του ν.4169/1961 σε κάθε ορφανό παιδί θανόντος ασφαλισμένου ή συνταξιούχου ΟΓΑ υπό προϋποθέσεις, καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 2 του ν.4169/2011 που προβλέπουν τη χορήγηση της βασικής σύνταξης σε χήρες άνω των 67 ετών όταν ο θανών σύζυγος λάμβανε τη βασική σύνταξη του ΟΓΑ, δεν έχουν εφαρμογή μετά την ισχύ του ν.4387/2016. Οι περιπτώσεις αυτές αντιμετωπίζονται σύμφωνα με τα ανωτέρω.
Παράγραφος 6
Στην παράγραφο αυτή, προβλέπεται η ασφαλιστική τακτοποίηση του άνεργου επιζώντος συζύγου ή διαζευγμένου, στην περίπτωση που προσληφθεί ως μισθωτός ή προβεί σε έναρξη οικονομικής δραστηριότητας, με την καταβολή από το Δημόσιο για χρονικό διάστημα 2 ετών των ασφαλιστικών εισφορών του, εφόσον βέβαια αυτό συμβεί εντός πέντε ετών από την πρώτη καταβολή της σύνταξης λόγω θανάτου. Κατά τα λοιπά, το ποσοστό της σύνταξης λόγω θανάτου εξακολουθεί να είναι αυτό όπως έχει οριστεί στην παράγραφο 5β της κοινοποιούμενης διάταξης. Με Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, θα ρυθμιστεί κάθε σχετικό θέμα για την εφαρμογή της πρόβλεψης της παραγράφου αυτής.
Παράγραφος 7
Με την κοινοποιούμενη διάταξη, καταργείται κάθε άλλη γενική ή καταστατική διάταξη που ρυθμίζει το θέμα διαφορετικά. Ως εκ τούτου καταργούνται και οι διατάξεις του αρ. 8 παρ. 14 του ν. 2592/1998, όπως ισχύει, ειδικά στις περιπτώσεις συνταξιοδότησης λόγω θανάτου. Συνεπώς, για θανάτους από την ισχύ του ν. 4387/2016 και εφεξής, σε περιπτώσεις παροχής εργασίας του επιζώντος συζύγου και του θανόντα στο δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του κοινοποιούμενου άρθρου. Σημειώνουμε, ότι οι καταβαλλόμενες με το προγενέστερο καθεστώς συντάξεις λόγω θανάτου, διατηρούνται ως έχουν με την επιφύλαξη των διατάξεων του αρ. 14 του ν. 4387/2016.
ΕΚΤΑΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ
Οι ρυθμίσεις της κοινοποιούμενης διάταξης, εφαρμόζονται στις περιπτώσεις που ο θάνατος επήλθε μετά την έναρξη εφαρμογής του ν. 4387/2016, ήτοι από 13.05.2016 και εφεξής.
Για θανάτους που επήλθαν έως και την 12.05.2016, διακρίνουμε δύο περιπτώσεις: - Εάν η έναρξη καταβολής της σύνταξης λόγω θανάτου ανατρέχει σε χρόνο πριν την 13.05.2016, τότε τόσο τα ποσοστά των δικαιοδόχων μελών, όσο και ο τρόπος υπολογισμού της σύνταξης λόγω θανάτου, θα γίνει με το προγενέστερο του ν. 4387/2016 -ανά φορέα ασφάλισηςκαθεστώς. - Εάν η έναρξη καταβολής πραγματοποιείται σε χρόνο από την 13.05.2016 και εφεξής (στις περιπτώσεις δηλαδή που έχει παρέλθει η προβλεπόμενη ανά φορέα ασφάλισης προθεσμία), τα ποσοστά των δικαιοδόχων μελών θα υπολογιστούν με βάση το προγενέστερο ανά φορέα ασφάλισης καθεστώς, αλλά ο υπολογισμός της σύνταξης λόγω θανάτου θα γίνει με βάση τις διατάξεις του ν. 4387/2016.
ΑΡΘΡΟ 16 - Δικαιώματα αντισυμβαλλομένου συμφώνου συμβίωσης
Με τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν. 4387/2016, προβλέπεται ότι τα πρόσωπα που συνάπτουν σύμφωνο συμβίωσης με βάση τις διατάξεις του ν. 4356/2015 (Α181), εξομοιώνονται, ανεξάρτητα από το φύλο τους, πλήρως με τους εγγάμους, ως προς κάθε κοινωνικοασφαλιστικό δικαίωμα, παροχή, υποχρέωση ή περιορισμό , σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.4387/2016 ή της εν γένει κοινωνικοασφαλιστικής και προνοιακής νομοθεσίας.
Έτσι, για παράδειγμα, τα πρόσωπα που συνάπτουν σύμφωνο συμβίωσης με βάση τις διατάξεις του ν. 4356/2015 (Α181), εξομοιώνονται με τους εγγάμους ως προς την εφαρμογή των διατάξεων της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας που αφορούν την ασφαλιστική και συνταξιοδοτική αντιμετώπιση των επιζώντων συζύγων.
Παράλληλα, με την παρ. 10α του άρθρου 48 του ν. 3996/2011 ορίστηκαν τα πρόσωπα που θεωρούνται ως προστατευόμενα μέλη οικογένειας ασφαλισμένου ή συνταξιούχου λόγω γήρατος ή αναπηρίας ενώ με το άρθρο 12 του ν. 4356/2016 ορίστηκε ότι διατάξεις νόμων που αφορούν συζύγους εφαρμόζονται αναλόγως και στα μέρη του συμφώνου συμβίωσης, εφόσον δεν υπάρχει διαφορετική ρύθμιση στον ίδιο ή άλλο νόμο που να αφορά τα μέρη του συμφώνου συμβίωσης.
Κατά συνέπεια, η ανωτέρω διάταξη που αφορά την υγειονομική περίθαλψη προστατευόμενων μελών οικογένειας ασφαλισμένου ή συνταξιούχου εφαρμόζεται αναλόγως και στα προστατευόμενα μέλη ασφαλισμένων που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4356/2016 (αναλυτικές οδηγίες έχουν δοθεί με το Φ80000/οικ.3127/117/1-3-2016 -ΑΔΑ:71ΔΠ465Θ1Ω-ΒΚΤ έγγραφό μας)
Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ & ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
Α. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
Δείτε επίσης
Φ80000/48596/1863/2016: Συντάξεις λόγω θανάτου
Φ80000/οικ.60258/1471/2016: Γνωστοποίηση των διατάξεων του αρ. 14 και 33 του  ν. 4387/2016, σε συνδυασμό με την ΥΑ οικ. 26083/887
Φ.80000/οικ.60271/2195/2016: Γνωστοποίηση των διατάξεων του άρθρου 28 του Ν. 4387/2016
Φ.80000/οικ.59606/2172/2016: Επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΚΑΣ) για το έτος 2017