Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012

Αφιέρωμα στο Γιάννη Ρίζο

Ο Γιάννης ο ευλογημένος
Αφιέρωμα στο Γιάννη Ρίζο
Του Μανώλη Μπασιά.

Το πρωί της Τρίτης 28.2.2012 εντελώς αναπάντεχα έφυγε από κοντά μας ο φίλος μας Γιάννης Ρίζος.
Δυο μέρες αργότερα τον αποχαιρετίσαμε σκεπασμένο με την ελληνική σημαία ως ανάπηρο πολέμου και ως άνθρωπο που αγαπούσε την πατρίδα όσο πολύ λίγοι.

Ήταν από το Συρράκο των Ιωαννίνων. Εκεί στα βουνά οι πληθυσμοί ήταν ποιμενικοί και ο ίδιος ο Γιάννης από πέντε χρονών ακόμα ήταν ποιμένας προβάτων. Όλα τα πρόβατά του τα φώναζε με το όνομά τους και αυτά τον γνώριζαν και τον ακολουθούσαν. Αργότερα όταν χτύπησε, έκλαιγε αναζητώντας τα πρόβατά του.
Ήταν και αυτός ένας καλός ποιμένας κατά μίμηση του μεγάλου ποιμένος, του οποίου
Κατά το Ευαγγέλιο: τα πρόβατα ακούουν και γνωρίζουν τη φωνή του, και αυτός καλεί τα πρόβατα το καθένα με το όνομά του, και τα βγάζει για τη βοσκή.
Και όταν βγάλει τα πρόβατά του από τη μάνδρα, πηγαίνει μπροστά απ’ αυτά και τα πρόβατα τον ακολουθούν, διότι γνωρίζουν τη φωνή του.
Ζώντας εκεί πάνω στο βουνό και κάτω από τον ουρανό, σχημάτισε ένα χαρακτήρα λευκό, ολοκάθαρο και κρυστάλλινο σαν τα χιόνια του βουνού, σαν το φως του ουρανού και σαν τα γάργαρα νερά του ποταμού.  

Λίγο μετά την αποχώρηση των δυνάμεων κατοχής και συγκεκριμένα στις 23.2.1945 ο Γιάννης ευρισκόμενος στο βουνό βρήκε μια εγκαταλελειμμένη χειροβομβίδα χωρίς να ξέρει τι είναι. Όταν την επεξεργάστηκε αυτή εκπυρσοκρότησε και τον τύφλωσε εντελώς. Ήταν και αυτός ένας από τις πολλές περιπτώσεις των συναδέλφων που χτύπησαν από χειροβομβίδες των κατακτητών. Γιατί οι ίδιοι αν έφυγαν τότε, τα φονικά όπλα τους παρέμειναν και εξακολουθούσαν για πολλά χρόνια να σκορπούν τον όλεθρο και τη συμφορά. Ο πόλεμος τους δεν κράτησε μόνο 4 χρόνια, όσο αυτοί ήταν εδώ, αλλά πολύ περισσότερο. Γι’ αυτό όλοι όσοι χτύπησαν είναι ανάπηροι πολέμου αμάχου πληθυσμού. Δυστυχώς ενώ τόσα πολλά λέγονται τελευταία, κανείς δεν μιλάει για τις τραγικές αυτές περιπτώσεις. Λίγο κατόπιν το Μάιο και συγκεκριμένα την ημέρα του Πάσχα του 1945 χτύπησε ο άλλος φίλος του Γιάννη ο Μάνος Καπουνιάρης στην Κατερίνη της Πιερίας. Ο Γιάννης λίγους μήνες μετά, το φθινόπωρο του 1946 ήλθε στον Οίκο Τυφλών της Καλλιθέας όπου έμεινε τρία χρόνια και παρακολούθησε ξανά της δύο τελευταίες τάξεις του δημοτικού σχολείου καθώς επίσης και μαθήματα βυζαντινής και ευρωπαϊκής μουσικής στους δασκάλους Δημήτριο Χρυσαφίδη και Σταύρο Πέτσαλη και ακορντεόν στο δάσκαλο Πέτρο Θαναηλίδη. Εκεί το ίδιο διάστημα ήταν και ο Μάνος με τον οποίο δέθηκε με μεγάλη φιλία και των οποίων οι βίοι τους ήταν παράλληλοι. Το 1949 ένας σύμβουλος του σωματείου τους κάλεσε και τους είπε ότι πρέπει να φύγουν από το ίδρυμα που δεν μπορεί να προσφέρει κάτι άλλο γι’ αυτούς. Τους έδωσε και ένα μικρό χρηματικό ποσό ίσα-ίσα για να πληρώσουν τα εισιτήριά τους. Η απόφαση αυτή ήταν πολύ σκληρή για τα παιδιά αυτά που δεν είχαν που να μείνουν και πήγαν στα χωριά τους. Αυτή η απόφαση ήταν η κύρια αιτία για την μετέπειτα κατάληψη της σχολής από τους τυφλούς που έγινε το 1976.
Ο Γιάννης όπως και ο Μάνος πολύ προβληματίστηκαν τι θα κάνουν στο χωριό τους λόγω της αναπηρίας τους. Το Δεκέμβριο του 1953 η Σοφία Κρητικού η μετέπειτα γυναίκα του Μάνου βρέθηκε στο χωριό του και τον έπεισε να έρθει στην Αθήνα να σπουδάσει. Αυτό έγινε το 1954.  ο Μάνος έγραψε στο Γιάννη πως είναι στην Αθήνα και πως παρακολουθεί μαθήματα στο γυμνάσιο. Τότε ο Γιάννης μη έχοντας που να μείνει, πήρε μια βελέντζα και ήρθε στην Αθήνα αποφασισμένος να κοιμάται έξω ώσπου να βρεθεί κάτι καλύτερο. Η περίπτωσή του έγινε αμέσως γνωστή πως ένα τυφλό παιδί μένει έξω. Τότε η αείμνηστη Μαρία Κωνσταντοπούλου που έμαθε για το Γιάννη τον βρήκε και τον έστειλε να μείνει σε εγαταστάσεις του Φάρου Τυφλών στην οδό Κύπρου 21, όπου έμεναν και άλλοι τυφλοί άστεγοι. Εκεί ο Γιάννης μένοντας παρακολούθησε το γυμνάσιο καθώς επίσης και μαθήματα στην τηλεφωνική σχολή του Φάρου Τυφλών και μαθήματα βυζαντινής μουσικής στους δασκάλους Δημήτριο Χρυσαφίδη και Δοσίθεο Μοναχό. Τέλος από το μουσικοδιδάσκαλο Θεόδωρο Χατζηθεοδώρου έλαβαν μαζί με το Μάνο τα πτυχία του Ιεροψάλτη στο ελληνικό ωδείο που λειτουργούσε τότε στην οδό Φειδίου. Επειδή δεν είχαν χρήματα εξασφάλισαν την πληρωμή των διδάκτρων τους από τους συναδέλφους Δημήτριο Περή και Νικόλαο Αναστασάκη.
Τα βιβλία για το γυμνάσιο τους τα έγραφε η Μαρία Κωνσταντοπούλου και ο Παναγιώτης Στυλιανόπουλος από αναπηρικό καρότσι τον οποίο επισκεφτότανε στο άσυλο ανιάτων, όπου και νοσηλευόταν.
Ο Μάνος διορίστηκε τηλεφωνητής στο Λαϊκό νοσοκομείο και ο Γιάννης στο ΚΑΤ. Ανέλαβαν και οι δυο τους τις Εκκλησίες των νοσοκομείων ως ιεροψάλτες. Εργαζόταν ο Γιάννης στο νοσοκομείο όλες τις άλλες μέρες της εβδομάδος και την Κυριακή έψαλλε και υμνούσε το Θεό στην Εκκλησία των κορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου του νοσοκομείου. Τις έξι μέρες της εβδομάδος έστελνε τους αρρώστους στους σωματικούς γιατρούς, την Κυριακή και άλλες γιορτές με την κατανυκτική και γλυκιά φωνή του τους έστελνε στον ιατρό ψυχών τε και σωμάτων. Προσέφερε ανεκτίμητη βοήθεια, τις καθημερινές υλική και τις Κυριακές πνευματική και αυτό συνέβαινε για διάστημα 30 χρόνων. Η Ζωή του Γιάννη, όπως και του Μάνου αλλά και όλων των τηλεφωνητών ήταν μια ζωή γεμάτη προσφορά. Τούτο έγινε ίδιαίτερα αντιληπτό τελευταία, όταν χρησιμοποιήθηκαν αντί των τηλεφωνητών τα μηχανήματά με τα οποία δεν μπορεί κανείς να βρεί άκρη πολλές φορές.
Μετά το γάμο του Μάνου με τη Σοφία, το ζεύγος γνώρισε στο Γιάννη μια φίλη τους από τη Μυτιλήνη την Ιωάννα και ακολούθησε και ο γάμος τους που έγινε τον Ιανουάριο του 1967. Έγιναν κουμπάροι και ενίσχυσαν τη φιλία τους με τα δεσμά του μυστηρίου της βάφτισης για όλη τους τη ζωή, αφού η Σοφία βάφτισε τη Μαρίνα την κόρη τους.
Η Ιωάννα ήταν και αυτή μια γυναίκα μεγάλης κοινωνικής προσφοράς. Εκτός του ότι υπήρξε ο στύλος της οικογένειάς της, λάβαινε και αυτή μέρος σε σημαντικές κοινωνικές πρωτοβουλίες. Ήταν ο άνθρωπος εκείνος που συμπαραστάθηκε στο δάσκαλό μας Δοσίθεο μοναχό και όσο ζούσε και κατά τις τελευταίες του στιγμές, όταν ήταν ασθενής, που τον υπηρετούσε στο νοσοκομείο. Εξ αιτίας της μεγάλης της συμπαράστασης στο σύζυγό της, μπορούσε ο Γιάννης απερίσπαστος να επιδίδεται στο έργο του.

Το Γιάννη το γνώρισα το 1969 στη βιβλιοθήκη της Μαρίας Κωνσταντοπούλου που πηγαίναμε τις Πέμπτες για να πάρουμε τα βιβλία μας. Όταν μου τον συνέστησε μου είπε η Μαρία Κωνσταντοπουλου: Σού γνωρίζω το Γιάννη Ρίζο. Είναι ο καλύτερος άνθρωπος που υπάρχει μέσα στο ΚΑΤ νοσοκομείο, ύστερα από τα λεγόμενα σε μένα γιατρών και νοσοκόμων. Ο Γιάννης ήταν ένας βαθύτατα πιστός άνθρωπος: Ο νόμος του Θεού ήταν νόμος της ζωής του. Δεν ταλαντευόταν σε άλλες θεωρίες και αμφισβητήσεις. Δημιούργησαν με τη γυναίκα του μια υποδειγματική οικογένεια. Αξιώθηκε να δεί παιδιά και εγγόνια, για τα οποία ήταν ιδιαίτερα ευτυχής. Αλλά και σε κάθε πρωτοβουλία του χώρου μας και όχι μόνο, ο Γιάννης πρωτοστατούσε κατά τη φράση του αποστόλου που λέγει: Μανθανέτωσαν οι ημέτεροι καλών έργων προϊστασθαι εις τας αναγκαίας χρείας, ίνα μη ώσιν άκαρποι.
Ας φροντίζουν δηλαδή και όλοι οι δικοί μας να πρωτοστατούν εις τα καλά έργα και μάλιστα στις επείγουσες ανάγκες των αδελφών, για να μην είναι άκαρποι.

Γι’ αυτό όπου καλό έργο εκεί και ο Γιάννης πρωτεργάτης. Ήταν μέλος της χορωδίας του Πανελληνίου Συνδέσμου Τυφλών και αργότερα του Φάρου Τυφλών, στον οποίο και δίδαξε βυζαντινή μουσική για κάποια χρόνια. Ήταν ιδρυτικό μέλος του Συλλόγου Βυζαντινής Μουσικής Τυφλών Ιεροψαλτών και του Συλλόγου  Ορθόδοξη πορεία. Όταν υπήρχε ανάγκη για ιεροψάλτη του ΚΕΑΤ ο Γιάννης προσέφερε και εκεί τις υπηρεσίες του μη υπολογίζοντας κανένα κόπο. Δίδαξε ψαλτική στο ίδρυμα Αγία Σκέπη της Μαρίας Κωνσταντοπούλου και στις αδελφές νοσοκόμες του ΚΑΤ. Έπαιρνε μέρος παίζοντας ακορντεόν στην ορχήστρα που διασκέδαζε τους φυλακισμένους κατά τις επισκέψεις που οργάνωνε στις φυλακές ο συλλογος Απόστολος Ονήσιμος. Ήταν ο κύριος βοηθός και ταχυδρόμος του Μάνου Καπουνιάρη στο έργο της αγοράς και αποστολής των θρησκευτικών κασετών ανά την Ελλάδα και έξω απ’ αυτήν ακόμα. 
Έπαιρνε μέρος μέχρι τέλους παρά την ηλικία του στις πορείες που οργάνωνε η Εθνική Ομοσπονδία Τυφλών και ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Τυφλών για την προστασία των δικαιωμάτων των τυφλών και λοιπών αναπήρων.

Όλους τους αποκαλούσε ευλογημένους, αλλά ο ίδιος ήταν κατ’ εξοχήν ο ευλογημένος άνθρωπος, αφού η ευλογία του Θεού επάνω του ήταν ολοφάνερη. Ο χαρακτήρας του ήταν πράος. Πάντα ήταν συνετός και σοφός Ο λόγος του ήταν λιτός και ουσιαστικός <άλατι ηρτιμένος>. Με τον τρόπο του γαλήνευε τις ταραγμένες ψυχές των ανθρώπων. Στις παρέες τραγουδούσε και έπαιζε στο ακορντεόν το όμορφο τραγούδι το σπίνο, που έχει ως εξής:

Σε φουντωμένο δένδρου κλωνάρι, κάθεται σπίνος και κελαηδεί,
τόσην ακούει τέχνη και χάρη,
και πλησιάζει ένα παιδί.
«<Σπίνε μ’ αρέσει το ψάλσιμό σου, όλα τα λέγεις, όλα καλά,!
Μα ποίος είναι διδάσκαλός σου, που σου μαθαίνει το δι- γα- βου- πα;

«Μάθε παιδάκι διδάσκαλός μου, που μου μαθαίνει τη μουσική,
είναι ο Πλάστης όλου του κόσμου,
η εύνοιά του η πατρική.

   Ευτύχησα τα τελευταία 25 χρόνια να τον έχω συνεργάτη μου και να ζω από κοντά τον ψυχικό πλούτο του ανθρώπου αυτού. Η επικοινωνία μας ήταν σχεδόν καθημερινή. Το βράδυ της καθαράς Δευτέρας 27 Φεβρουαρίου του τηλεφώνησα και κανονίσαμε την επομένη να πάμε στην κηδεία του εξαιρετικού συναδέλφου Μανώλη Ακριώτη, που ήταν τυφλός χορδιστής πιάνων. Ο Γιάννης όμως δεν ήρθε. Όταν γύρισα στο σπίτι μου δέχθηκα τηλεφώνημα που με πληροφορούσε για τον αιφνίδιο θάνατό του τη νύχτα εκείνη.
Επιβεβαιώθηκε και στο Γιάννη το γνωστό τροπάριο που έψελνε και ο ίδιος: ιδού ο νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός καθώς επίσης και το γραφικό χωρίο:
ότι δηλαδή η ημέρα του Κυρίου έρχεται ξαφνικά σε ώρα, που δεν περιμένουμε, όπως ακριβώς έρχεται ο κλέφτης κατά τη νύκτα και η ωδίνη του τοκετού στην έγκυο γυναίκα.

Κλείνοντας το αφιέρωμα αυτό εύχομαι ο Θεός, που τόσο αγάπησες και ύμνησες στη ζωή σου,  να αναπαύσει την ψυχή σου αγαπητέ Γιάννη μετά των Αγίων και σου ζητώ εκείνο που σου είχα ζητήσει κατά την τελευταία επικοινωνία μας τη Δευτέρα το βράδυ, να εύχεσαι δηλαδή για τον καθένα μας, για τις οικογένειές μας, για τον τόπο μας, για όλο τον κόσμο.
Αιωνία να είναι η μνήμη σου αγαπητέ φίλε και συνεργάτη Γιάννη Ρίζο.

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

Αφιέρωμα στο Μανώλη Ακριώτη

Του Μανώλη Μπασιά.

Στις 24.2.2012 έφυγε από κοντά μας ο συνάδελφος Μανώλης Ακριώτης.
Είχε γεννηθεί το 1927 στην Αθήνα. Ο πατέρας του ήταν ταχυδρομικός υπάλληλος από τους Καθενούς της Ευβοίας κοντά στην Αιδιψώ και η μητέρα του από το Αϊβαλί της Μικράς Ασίας. Το 1933 έχασε την όρασή του από παιδικό γλαύκωμα και λίγους μήνες μετά εισήχθη στον Οίκο Τυφλών της Καλλιθέας, όπου ήταν ακόμα διευθύντρια η Ειρήνη Λασκαρίδου, για την οποία μιλούσε με απεριόριστη ευγνωμοσύνη. Ήταν η διευθύντρια που είχαν προτείνει και εκπαιδεύσει οι ιδρυτές του Οίκου Τυφλών Γεώργιος Δροσίνης και Δημήτριος Βικέλας. Τα χρόνια της Γερμανικής κατοχής ήταν ακόμα εντός του Οίκου Τυφλών. Πολλές φορές μου έλεγε για τη δυστυχία των χρόνων εκείνων, για την πείνα του 1942, που κατά το Πάσχα, αντί για αρνί έφαγαν χορτόπιτα, για τον κατά λάθος βομβαρδισμό του ιδρύματος από Άγγλους στις 19.12.1944, επειδή νόμιζαν ότι μέσα βρίσκονταν αντάρτες. Ο Μανώλης Ακριώτης έμαθε μουσική ευρωπαϊκή και βυζαντινή στον Οίκο Τυφλών και έμαθε να παίζει πολύ καλό πιάνο. Το 1948 πήρε το πτυχίο του της βυζαντινής μουσικής στον πειραϊκό σύνδεσμο με καθηγητή τον Ιωάννη Μαργαζιώτη.
Σπούδασε ευρωπαϊκή μουσική και τελείωσε πιάνο ως αριστούχος στο Εθνικό ωδείο.
Αγαπούσε πολύ τα κλασικά έργα των μεγάλων συνθετών, που έπαιζε μετά το χόρδισμα στα πιάνα.
Διακρινόταν για τη γλωσσομάθειά του αφού μιλούσε 5 γλώσσες και είχε μια επιβλητική παρουσία, λόγω της προσωπικότητας και του ευγενούς χαρακτήρα του.  Αργότερα το 1951 με τη βοήθεια του πολιτικού Στέφανου Στεφανόπουλου εξασφάλισε μια υποτροφία και πήγε για δυο χρόνια στην Νάπολη της Ιταλίας και σπούδασε χορδιστής πιάνων στο ίδρυμα Πάολο Κολόζιμο.
Ήταν μαζί με τον Ευάγγελο Τσαμουρτζή και το Γιάννη Παπάζογλου οι πρώτοι χορδιστές πιάνων στην Ελλάδα. Πολλές φορές μου επαναλάμβανε το στίχο <αινείται Αυτόν εν κυμβάλοις ευήχοις. Η λέξη ευήχοις φανερώνει, όπως μου έλεγε,  τα καλοχορδισμένα όργανα.
Το 1956 διορίστηκε τηλεφωνητής στα διυλιστήρια, όπου εργάστηκε 17 χρόνια ως το 1973. Τον παρουσίασε στον πρόεδρο των διυλιστηρίων η τότε πρόεδρος του Φάρου Τυφλών Λαυρία Πρωτοπαπαδάκη. Όταν αυτός διαπίστωσε τα προσόντα και την ευρυμάθειά του, τον προσέλαβε αμέσως.  

Το 1962 τέλεσε τους γάμους του με την για 50 χρόνια σύζυγό του κυρία Καίτη. Ήταν ένα υποδειγματικό ζευγάρι γεμάτο αγάπη και αφοσίωση. Μαζί της γυρνούσαν τα σπίτια στην Αθήνα και άλλες πόλεις της Ελλάδος, χορδίζοντας πιάνα. Η σύζυγος του βοηθούσε  ουσιαστικά, αφού άνοιγε πρώτη τα πιάνα και έκανε την προεργασία και ακολούθως ο Μανώλης αναλάμβανε την τεχνική εργασία. Ήταν πολύ καλός στη δουλειά του και γι’ αυτό τον προτιμούσαν και πολλά ωδεία με πρώτο και καλύτερο το Ωδείο Φίλιππος Νάκας που τον είχε μόνιμο συνεργάτη. Επειδή έμενε κοντά μου και τον είχα χρησιμοποιήσει για το πιάνο του σπιτιού μου θαύμαζα την ικανότητα και καλοσύνη του. Δεν χόρδιζε μόνο τα πεσμένα πιάνα, αλλά και τις πεσμένες διαθέσεις των ανθρώπων με τον ευχάριστό του τρόπο. Η μεγάλη του όμως αγάπη ήταν στην ψαλτική. Πολλές φορές μου έλεγε: Ψαλώ τω Θεώ μου έως υπάρχω. Έψαλε στην Αγία Βαρβάρα του παναγίου Τάφου της Άνω Γλυφάδας και τα τελευταία χρόνια στο χωριό του στους Καθενούς. Συνέχιζε να ζητά βιβλία ψαλτικά, ώσπου προ τριετίας έπαθε καρδιακή ανακοπή και αναγκάστηκε να σταματήσει. Το επεισόδιο του συνέβη την επομένη ημέρα του δεκαπενταύγουστου του 2009, αφού προηγουμένως είχε ψάλει όλες τις παρακλήσεις και την εορτή της Παναγίας. Και μετά τη διακοπή της ψαλτικής, κάθε Κυριακή και άλλη εορτή μου τηλεφωνούσε και με ρωτούσε για το τυπικό της ημέρας και για τα όμορφα τροπάριά της που τα περισσότερα τα γνώριζε απ’ έξω. Η βελόνα του ραδιοφώνου του ήταν διαρκώς συντονισμένη στους δύο εκκλησιαστικούς σταθμούς.
Με τη ζωή του και την εργασία του προέβαλε τους τυφλούς και τις ικανότητές τους σε όλη την Ελλάδα.
Ευχόμαστε ολόψυχα ο Θεός να αναπαύει την ψυχή του και να βρεθούν συνάδελφοι να ακολουθήσουν το δρόμο που άνοιξε, σήμερα μάλιστα που λόγω των δυσκολιών η αποκατάσταση των τυφλών είναι ιδιαίτερα δύσκολη.
Ας είναι αιωνία η μνήμη σου αγαπητέ μας κύριε Μανώλη.

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

Συναλλαγές τυφλών με Εθνική τράπεζα.
            Του Μανώλη Μπασιά.
           
            Είναι γνωστό πως με παλαιότερη εγκύκλιο της εθνικής τράπεζας της Ελλάδος, τυφλοί συναλλασσόμενοι, προκειμένου να εξυπηρετούνται από τους υπαλλήλους, που ήθελαν να εφαρμόσουν την εγκύκλιο αυτή, έπρεπε να φέρνουν μαζί τους δύο ακόμη πρόσωπα, που υπέγραφαν και ως μάρτυρες. Η λύση αυτή, ενώ ικανοποιούσε την ευθυνοφοβία πολλών υπαλλήλων, δημιουργούσε στους τυφλούς πολλά προβλήματα, γιατί δεν ήταν εύκολο κάθε φορά που είχαν δουλειά στην τράπεζα, να έχουν μαζί τους δύο διαθέσιμους βλέποντες και δεύτερο γιατί έτσι παραβιαζόταν το απόρρητο των συναλλαγών, αφού ο κάθε γείτονας μπορούσε να λαβαίνει γνώση των συναλλαγών των, πράγμα που ήταν απαράδεκτο και επικίνδυνο.
            Πριν από κάποια χρόνια, βρήκα μπροστά μου ένα υπάλληλο, που δεν ήθελε να με εξυπηρετήσει, μη αρκούμενος ούτε στην υπόγραφή της γυναίκας μου, που βρισκόταν δίπλα μου.
            Παραπονέθηκα εντόνως στην διοίκηση της τράπεζας, χρησιμοποιώντας τα πιο πάνω επιχειρήματα.
            Με νεώτερη γνωμάτευση δικαστικού λοιπόν της τράπεζας, ανακλήθηκε η παλαιά εγκύκλιος. Με τη νεώτερη, γνωμάτευση αναγνωρίζεται πως οι τυφλοί είναι κατά κανόνα ικανοί για δικαιοπραξία, γίνεται δεκτός ο ισχυρισμός μας ότι υπάρχει ανάγκη προστασίας του απορρήτου, και απαλλάσσονται οι τυφλοί από την υποχρέωση να φέρνουν στην τράπεζα μάρτυρες, κάθε φορά που ήθελαν να συναλλαγούν.
            Ορίζεται όμως πως το έγγραφο της συναλλαγής πρέπει να υπογράφεται εσωτερικά από υπαλλήλους της τράπεζας.  Την πιο πάνω πράξη μπορούν να επικαλούνται οι συνάδελφοι, όταν θέλουν να εξυπηρετούνται, γιατί παρά το ότι ισχύει για αρκετά χρόνια, αγνοείται από πολλούς ταμίες της τράπεζας.
            Είναι βέβαιο πως η λύση αυτή είναι προς τη σωστή κατεύθυνση και συμφωνεί με την αρχή της κατοχύρωσης τράπεζας και πελάτη.
            Ελπίζουμε πως θα βρεθεί ακόμα καλυτερη λύση, εντός του πνεύματος αυτού της κατοχύρωσης και εξυπηρέτησης.  Ελπίζουμε επίσης πως και άλλες τράπεζες, που έχουν αντίστοιχες ή και χειρότερες εγκυκλίους, που και παράνομες είναι και θίγουν την αξιοπρέπειά μας, θα φροντίσουν και αυτές να τις βελτιώσουν, απαλλάσσοντάς μας από πλείστες ταλαιπωρίες.
            Το τηλέφωνο της αρμόδιας υπηρεσίας της τράπεζας είναι 334'39'76
            Τηλεβοήθεια
            Το πρόγραμμα “Τηλεβοήθεια” είναι  ειδικά σχεδιασμένο για άτομα που χρειάζονται συνεχή παρακολούθηση: ηλικιωμένους, ανήμπορους και μοναχικά διαβιούντες, καρδιοπαθείς, επιληπτικούς, διαβητικούς κ.α. Λειτουργεί μέσω του ΟΤΕ και δίνει τη δυνατότητα στους χρήστες, όσοι είναι γραμμένοι στο πρόγραμμα, μπορούν με το πάτημα ενός πλήκτρου μιας τηλεφωνικής συσκευής να έχουν άμεση βοήθεια όταν παραστεί ανάγκη. Η συσκευή είναι εφοδιασμένη με σύστημα ανοικτής ακρόασης και τηλεχειριστήριο. Οι κλήσεις των ατόμων που βρίσκονται στο σπίτι μεταβιβάζονται σε ένα ειδικό κέντρο του ΟΤΕ, το οποίο είναι στελεχωμένο με εκπαιδευμένο προσωπικό. Τα κομπιούτερ του κέντρου αναγνωρίζουν αμέσως την ταυτότητα αυτών που καλούν, ενώ ταυτόχρονα στην οθόνη εμφανίζονται τα ονόματα, οι διευθύνσεις και τα τηλέφωνα των άμεσων συγγενών τους. Έτσι, ακόμα κι αν ο χρήστης δεν μπορεί να μιλήσει το κέντρο έχει καταγεγραμμένα τα προσωπικά του στοιχεία και γνωρίζει ποιος κάλεσε, καθώς επίσης και τα πρόσωπα και τους γιατρούς που γνωρίζουν το ιστορικό του. Ο υπάλληλος του ΟΤΕ διαβιβάζει αμέσως στα συγγενικά πρόσωπα ότι ο άνθρωπός τους στο σπίτι χρειάζεται βοήθεια.
            Όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να απευθύνεται στα κατά τόπους καταστήματα του ΟΤΕ.