Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2016

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ του νόμου 4443 Ενσωμάτωση της Οδηγίας 2000/43/ΕΚ περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης προσώπω...ν


Για την καλύτερη κατανόηση του νόμου 4441 που ακολουθεί αναρτούμε και την αιτιολογική του έκθεση.
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ του νόμου 4443
Ενσωμάτωση της Οδηγίας 2000/43/ΕΚ περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής τους καταγωγής, της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία και της Οδηγίας 2014/54/ΕΕ περί μέτρων που διευκολύνουν την άσκηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων στο πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, II) λήψη αναγκαίων μέτρων συμμόρφωσης με τα άρ. 22, 23, 30, 31 παρ. 1, 32 και 34 του Κανονισμού 596/2014 για την κατάχρηση της αγοράς και την κατάργηση της Οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 2003/124/ΕΚ, 2003/125/ΕΚ και 2004/72/ΕΚ και ενσωμάτωση της Οδηγίας 2014/57/ΕΕ περί ποινικών κυρώσεων για την κατάχρηση αγοράς και της εκτελεστικής Οδηγίας 2015/2392, III) ενσωμάτωση της Οδηγίας 2014/62 σχετικά με την προστασία του ευρώ και άλλων νομισμάτων από την παραχάραξη και την κιβδηλεία μέσω του ποινικού δικαίου, και για την αντικατάσταση της απόφασης-πλαισίου 2000/383/ΔΕΥ του Συμβουλίου και IV) Σύσταση Εθνικού Μηχανισμού Διερεύνησης Περιστατικών Αυθαιρεσίας στα σώματα ασφαλείας και τους υπαλλήλους των καταστημάτων κράτησης
ΜΕΡΟΣ Α'
Εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Α. ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ
Το Πρώτο Μέρος του παρόντος Νόμου αντικαθιστά το ν. 3304/2005 για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού για λόγους κανονιστικού εκσυγχρονισμού, πληρέστερης εναρμόνισης με την ενωσιακή νομοθεσία, και δη την Οδηγία 2000/43/ΕΚ του Συμβουλίου της 29ης Ιουνίου 2000, την Οδηγία 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2000 και την Οδηγία 2014/54/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014, αλλά και για την αποτελεσματικότερη εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης στην πράξη.

Βασικός στόχος του εθνικού νομοθέτη είναι η δημιουργία ενός ενιαίου, σαφούς και νομικά άρτιου πλαισίου εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης λαμβάνοντας υπόψη επί ζητημάτων ίσης μεταχείρισης τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τις θέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τις συστάσεις διεθνών οργανισμών, αλλά και τις εκθέσεις εθνικών φορέων.

Προς τούτο, η σχετική αρμοδιότητα της παρακολούθησης και της προώθησης της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας ή χρόνιας ασθένειας, ηλικίας, οικογενειακής ή κοινωνικής κατάστασης, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου ανατίθεται στο «Συνήγορο του Πολίτη», ενιαία για το δημόσιο, τον ευρύτερο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα. Συναφώς, με την επέκταση των ορίων της κατά τον ν. 3304/2005 αρμοδιότητας του «Συνηγόρου του Πολίτη», καταργείται η Επιτροπή Ίσης Μεταχείρισης του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η δε συνεργασία «Συνηγόρου του Πολίτη» και «Σ.ΕΠ.Ε.» επανακαθορίζεται στα πρότυπα του ν. 3896/2010.
Η ως άνω μεταφορά αρμοδιοτήτων προς τον «Συνήγορο του Πολίτη» συνιστά αναντίρρητα νομοθετική παρέμβαση επί τα βελτίω όσον αφορά την προώθηση και την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης στη χώρα, καθότι ο «Συνήγορος του Πολίτη», ως ανεξάρτητη αρχή, και μάλιστα η κατεξοχήν αρμόδια για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, διαθέτει, ως επιτάσσουν οι «Αρχές των Παρισίων», συνταγματικώς ή νομοθετικώς κατοχυρωμένη ανεξαρτησία, αυτονομία έναντι της εκτελεστικής εξουσίας, ευρεία νομιμοποίηση, εκτενές πεδίο αρμοδιοτήτων, αποτελεσματική ισχύ για την διεξαγωγή ερευνών και επαρκείς πόρους για την εκτέλεση των καθηκόντων του. Ως εκ τούτου, είναι σαφές ότι ο «Συνήγορος του Πολίτη» πληροί τα εχέγγυα και τις προδιαγραφές που τίθενται από τις οδηγίες 2000/43/ΕΚ, 2000/78/ΕΚ και 2014/54/ΕΕ για τη λειτουργία ενός ανεξάρτητου και αποτελεσματικού εποπτικού φορέα της αρχής της ίσης μεταχείρισης.
Επιπροσθέτως, υπό το πρίσμα του δικαιικού εκσυγχρονισμού και την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του κανονιστικού πλαισίου, η αναδιάταξη του πλέγματος του κοινωνικού διαλόγου, που επιχειρείται με τον παρόντα νόμο, συνιστά αναγκαία προϋπόθεση τόσο για την επανεκκίνηση της συνεργασίας μεταξύ συναρμόδιων φορέων και υπηρεσιών με άξονα την προώθηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης στη χώρα, όσο και για την επανασύνδεση με την Κοινωνία των Πολιτών. Τελικός στόχος ενός τέτοιου ανοικτού κοινωνικού διαλόγου αποτελεί η αξιακή αναθεμελίωση των δημοκρατικών αρχών της μη διάκρισης και του σεβασμού της διαφορετικότητας στην ελληνική κοινωνία, μεταξύ άλλων και για την επιτάχυνση της οικονομικής και κοινωνικής επανάκαμφης της χώρας.
Τέλος, προς επίρρωση των συνταγματικών αρχών της ισονομίας, ισοπολιτείας και της ισότητας και με γνώμονα την επέκταση του πεδίου προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων προβλέπεται με τον παρόντα νόμο η διεύρυνση των λόγων ίσης μεταχείρισης. Εξάλλου, η προβλεπόμενη εξ αντιδιαστολής ταυτοποίηση κοινωνικών προκαταλήψεων και αρνητικών στερεοτύπων, που συνιστούν μεταξύ άλλων τον συμπεριφορικό τροφοδότη συνθηκών άνισης μεταχείρισης και μισαλλοδοξίας, συμβάλλει στην περαιτέρω αποδόμησή τους και εν τέλει στον κοινωνικό στιγματισμό των διακρίσεων στη χώρα.
Β. ΕΙΔΙΚΟ ΜΕΡΟΣ
1. Το Μέρος Α' του παρόντος νόμου αποτελείται από έξι κεφάλαια και 24 άρθρα με συνεχή αρίθμηση. Στο Πρώτο Κεφάλαιο του Μέρους Α' (άρθρα 1-2), προβλέπεται ο σκοπός αυτού και αναλύεται η έννοια των διακρίσεων, ακολούθως στο δεύτερο κεφάλαιο (άρθρα 3-7) καθορίζονται το πεδίο εφαρμογής της αρχής ίσης μεταχείρισης, καθώς και οι περιπτώσεις δεδικαιολογημένης διαφορετικής μεταχείρισης, στο τρίτο κεφάλαιο (άρθρα 8-11) ρυθμίζονται οι όροι προστασίας των βλαπτόμενων εκ διακριτικής μεταχείρισης προσώπων, εν συνεχεία στο τέταρτο κεφάλαιο (άρθρα 12-17) προβλέπεται η μηχανιστική του κοινωνικού διαλόγου για την προώθησης της αρχής της ίσης μεταχείρισης, στο πέμπτο κεφάλαιο (άρθρα 18-20) προβλέπονται οι αναγκαίες λεκτικές τροποποιήσεις στο κανονιστικό πλαίσιο του Συνηγόρου του Πολίτη, ν.3094/2003, ενώ στο έκτο κεφάλαιο περιλαμβάνονται οι τελικές και μεταβατικές διατάξεις (άρθρα 21-24).
2. Αναλυτικότερα, στο πρώτο κεφάλαιο υπό τον τίτλο «Γενικές Διατάξεις» και δη στο άρθρο 1 αναπτύσσεται κατά το πρότυπο του αρ. 21 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της EE για λόγους ορατότητας ένα ευρύτερο πεδίο εφαρμογής της ίσης μεταχείρισης συγκρίσει με τον ν. 3304/2005. Η διεύρυνση αυτή του πεδίου πραγματώνεται: α) με την ενσωμάτωση της οδηγίας 2014/54/ΕΕ για τη διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων της EE σύμφωνα με το αρ. 45 της Συνθήκης για τη λειτουργία της EE, β) με την ανάλυση του περιεχομένου της έννοιας της εθνοφυλετικής καταγωγής στο πεδίο της οδηγίας 2000/43/ΕΚ, και γ) με την εισαγωγή και νέων λόγων διάκρισης στο πεδίο της οδηγίας 2000/78/ΕΚ.
Συγκεκριμένα, στο πεδίο της οδηγίας 2000/78/ΕΚ, στον τομέα της εργασίας και της απασχόλησης, προστίθεται ως λόγοι διάκρισης οι όροι «χρόνια ασθένεια», «οικογενειακή κατάσταση», «κοινωνική κατάσταση», αντικαθίσταται ο αναχρονιστικός όρος «γενετήσιος προσανατολισμός» με τον όρο «σεξουαλικός προσανατολισμός» και επιπροσθέτως
Μ
αναφέρεται ρητώς ως λόγος διάκρισης η «ταυτότητα φύλου» και «τα χαρακτηριστικά φύλου».
Ειδικότερα, η έννοια «αναπηρία» ως λόγος μη διάκρισης συμπληρώνεται με εκείνη της «χρόνιας ασθένειας» με σκοπό τη διεύρυνση του επιχειρούμενο από το ν. 4074/2012 δικαιωματικού μοντέλου προστασίας για την ισότιμη πρόσβαση και συμμετοχή στο κοινωνικό γίγνεσθαι των ατόμων με αναπηρία.
Μάλιστα, με τον όρο «χρόνια ασθένεια» εννοούνται οι ασθένειες εκείνες που προκύπτουν είτε από παθήσεις είτε από ατύχημα και παρουσιάζουν τουλάχιστον ένα από τα παρακάτω χαρακτηριστικά: διάρκεια επ' άπειρον και μη υφιστάμενη αναγνωρισμένη θεραπεία, υποτροπή ή πιθανότητα υποτροπής, μονιμότητα, μακροχρόνια παρακολούθηση, ιατρικές επισκέψεις και διαγνωστικές εξετάσεις, ενώ ο ασθενής χρειάζεται επανένταξη ή ειδική εκπαίδευση για να μπορέσει να την αντιμετωπίσει.
Υπό το πρίσμα αυτό, η «οροθετικότητα» εντάσσεται αναμφισβήτητα στο προστατευτικό πλέγμα της «αναπηρίας ή χρόνιας ασθένεια». Αλλωστε και σύμφωνα με τη Διεθνή Σύσταση Εργασίας 200 (2010) για το HIV/AIDS και τον κόσμο της εργασίας αναγνωρίζεται ως γενική αρχή ότι δεν πρέπει να γίνεται διάκριση ή στιγματισμός εργαζομένων, αιτούντων εργασία, λόγω της πραγματικής ή υποτιθέμενης οροθετικότητάς τους.
Ακολούθως, με τον παρόντα νόμο η προσθήκη του όρου «οικογενειακή κατάσταση» έχει ως στόχο την απόλυτη προστασία στο τομέα της απασχόλησης και της εργασίας των ισχυρών βιοτικών δεσμών που αναπτύσσονται στο πλαίσιο της οικογενειακής ζωής ανεξαρτήτως του τύπου της ένωσης ενός ζεύγους. Κατά αυτόν τον τρόπο η εξίσωση μεταξύ των προβλεπόμενων στον ΑΚ τύπων γάμου και του συμφώνου συμβίωσης του ν. 4356/2015 είναι καθολική.
Επιπλέον, ως λόγος διάκρισης προβλέπεται η «κοινωνική κατάσταση» ως αποτέλεσμα τυχόν κοινωνικού στιγματισμού ενός προσώπου λόγω της διακριτότητάς του ως μέλους ενός ιδιαίτερου κοινωνικού υποσυνόλου, επί παραδείγματι σε μια τέτοια κατάσταση μπορεί να ευρίσκονται πρώην χρήστες ουσιών ή πρώην φυλακισμένοι. Στο σημείο αυτό, αξίζει να διευκρινιστεί ότι ιδιαίτερο κοινωνικό υποσύνολο συνιστά μια ομάδα προσώπων που συνδέονται με ένα κοινό χαρακτηριστικό, το οποίο είναι συχνά έμφυτο, αναλλοίωτο ή θεμελιώδες για την ταυτότητα, τη συνείδηση ή την άσκηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των μελών της.
Τέλος, ο εθνικός νομοθέτης, λαμβάνοντας υπόψη την σύσταση CM/Rec (2010)5 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης αναφορικά με μέτρα για την εξάλειψη των διακρίσεων λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου, προβλέπει ρητώς στον παρόντα νόμο την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου στο τομέα της απασχόλησης και της εργασίας. Ας σημειωθεί ότι ο όρος «ταυτότητα φύλου» αναφέρεται σε «διεμφυλικά άτομα» αγγλιστί "transgender", των οποίων η ταυτότητα φύλου είναι διαφορετική από το φύλο της γέννησης τους, ενώ υπό την έννοια «χαρακτηριστικά φύλου» προσδιορίζονται τα «διαφυλικά άτομα» / "intersex", τα οποία εκ γενετής εμφανίζουν σεξουαλικά χαρακτηριστικά, που δεν πληρούν απολύτως την ανατομική τους κατάταξη σε αρσενικό ή θηλυκό φύλο.
3. Στο άρθρο 2 πέραν των εννοιών της άμεσης και έμμεσης διάκρισης, της παρενόχλησης, εντολής, που ορίζονταν στον ν.3304/2005 σύμφωνα με τις οδηγίες 2000/43/ΕΚ και 2000/78/ΕΚ, προστίθενται στις έννοιες των διακρίσεων οι ορισμοί της «διάκρισης λόγω σχέσης», της «διάκρισης λόγω νομιζόμενων χαρακτηριστικών» καθώς και της «πολλαπλής διάκρισης» όπως οι όροι αυτοί είτε διαπλάθονται από τη νομολογία του Δικαστηρίου της EE είτε τίθενται στη νομοθεσία άλλων κρατών μελών της EE, όπως της Αγγλίας και της Γαλλίας.
Αναλυτικότερα, σύμφωνα με τη την απόφαση σταθμό «Coleman C-303/06» του Δικαστηρίου της EE προκύπτει ότι η απαγόρευση των άμεσων δυσμενών διακρίσεων δεν περιορίζεται μόνο σε άτομα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, αλλά εκτείνεται και σε έτερα εφόσον αποδεικνύεται η αιτιώδη συνάφεια της λιγότερης ευνοϊκής μεταχείρισης των ατόμων αυτών λόγω της στενής σχέσης τους με άτομα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.
Ως στενή σχέση λογίζεται η σχέση ενός ατόμου ιδίως με πρόσωπα που εμπίπτουν στην έννοια των «οικείων», δηλαδή οι συγγενείς εξ αίματος και εξ αγχιστείας σε ευθεία γραμμή, οι θετοί γονείς και τα θετά τέκνα, οι σύζυγοι, οι σύντροφοι συμβίωσης, οι μνηστευμένοι, οι αδελφοί και οι σύζυγοι και οι μνηστήρες των αδελφών, καθώς και οι επίτροποι ή επιμελητές, όσοι βρίσκονται υπό την επιτροπεία ή επιμέλεια.
Επιπροσθέτως, ως «διάκριση λόγω νομιζόμενων χαρακτηριστικών» νοείται η λιγότερη ευνοϊκή μεταχείριση ενός προσώπου που εικάζεται ότι διαθέτει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, τα οποία αποτελούν λόγο διάκρισης. Ενώ ως «πολλαπλή διάκριση» νοείται οποιαδήποτε διάκριση, αποκλεισμός ή περιορισμός, σε βάρος προσώπου, που βασίζεται σε περισσότερους από έναν λόγους μη διάκρισης κατά τον παρόντα νόμο.
4. Στο δεύτερο κεφάλαιο υπό τον τίτλο «Ίση Μεταχείριση» (άρθρα 3-7) ρυθμίζεται το πεδίο εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης ενώ προβλέπονται και οι περιπτώσεις δεδικαιολογημένης διαφορετικής μεταχείρισης, μεταξύ αυτών και η λήφη θετικών δράσεων και μέτρων.
Ειδικότερα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι με τον παρόντα νόμο αποσαφηνίζεται η ρήτρα εξαίρεσης της ιθαγένειας του ν. 3304/2005 με σκοπό τον εξορθολογισμό των διοικητικών πρακτικών. Πιο συγκεκριμένα, στην παράγραφο 3 του άρθρου 3 προβλέπεται ότι έναντι των εργαζομένων της EE διαφορετική μεταχείριση επιφυλάσσεται μόνο στην πρόσβαση στην απασχόληση στη δημόσια διοίκηση σύμφωνα με το αρ. 45 ΣΛΕΕ και το αρ. 4 του ν. 3528/2007. Επιπροσθέτως, είναι απολύτως σαφές ότι για τους επί μακρόν διαμένοντες αλλοδαπούς πολίτες η εξαίρεση της ιθαγένειας δεν αντιτάσσεται στο πλαίσιο των δικαιωμάτων που τους αναγνωρίζονται από το ν. 4251/2014.
Υπογραμμίζεται, δε, ότι η προβλεπόμενη στη παρ. 5 του αρ. 3 διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας, αναπηρίας ή χρόνιας ασθένειας σχετικής με την υπηρεσία συνιστά θεμιτό σκοπό, ώστε οι ένοπλες δυνάμεις, τα σώματα ασφαλείας και άλλες υπηρεσίες εκτάκτων αναγκών να διατηρούν την επιχειρησιακή ετοιμότητα τους έχοντας τη δυνατότητα να προσλαμβάνουν ή να διατηρούν σε θέση απασχόλησης πρόσωπα με την απαιτούμενη επάρκεια για την άσκηση όλων των καθηκόντων, στα οποία ενδέχεται να κληθούν.
Τέλος, διευκρινίζεται με την παράγραφο 6 του άρθρου 3 ότι κρίσιμο στοιχείο για την ίση μεταχείριση των φορολογουμένων είναι η φορολογική κατοικία και όχι η ιθαγένεια, όπως εξάλλου προβλέπεται και στο ν. 4172/2013.
Ακολούθως, στο άρθρο 4 προβλέπεται η δικαιολογημένη διαφορετική μεταχείριση λόγω ειδικών επαγγελματικών απαιτήσεων, στο άρθρο 5 ρυθμίζονται οι εύλογες προσαρμογές για τα άτομα με αναπηρία ή χρόνια ασθένεια, επιπλέον στο άρθρο 6 ορίζεται η δικαιολογημένη διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας, ενώ στο άρθρο 7 οι θετικές δράσεις και τα ειδικά μέτρα τα οποία λαμβάνονται με σκοπό την πρόληψη ή την αντιστάθμιση μειονεκτημάτων.
5. Στο τρίτο κεφάλαιο υπό τον τίτλο «Προστασία», αρ. 8 -12, επαναλαμβάνονται τα άρθρα 13,14, 15, 16 και 17 του ν. 3304/2005 του με την αντίστοιχη τιτλοφόρηση υπό τις λεκτικές βελτιώσεις για την ενσωμάτωση της οδηγίας 2014/54/ΕΕ. Στο άρθρο 8 ρυθμίζονται οι όροι παροχής προστασίας σε βλαπτόμενο πρόσωπο εκ της μη τήρησης της αρχής της ίσης μεταχείρισης και θεσπίζεται για πρώτη φορά η δυνατότητα οργανώσεων να συμμετέχουν και μάλιστα ατελώς σε υποθέσεις θυμάτων διακρίσεων τόσο στα πολιτικά όσο και στα
Ί-
διοικητικά δικαστήρια. Η ρύθμιση αυτή έρχεται να ενδυναμώσει την προστασία ενώ στο άρθρο 10 προβλέπεται προστασία έναντι αντιμέτρων. Στο άρθρο 9 προβλέπεται η αντιστροφή του βάρους απόδειξης από το βλαπτόμενο πρόσωπο προς τον αντίδικο του, πλην, βεβαίως, της ποινικής δίκης. Στο άρθρο 11 παρ. 1 προβλέπονται οι ποινικές κυρώσεις για την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, με τρόπο ώστε να διασφαλιστεί η οριζόμενη στο Προοίμιο των υπό ενσωμάτωση Οδηγιών υποχρέωση των Κρατών Μελών να προβλέπουν ουσιαστικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις για τις περιπτώσεις παράβασης των υποχρεώσεων των Οδηγιών. Εξάλλου, τα τελευταία χρόνια, ο νομοθέτης προσανατολίζεται στην ρύθμιση και ποινική αντιμετώπιση περιστατικών βίας με ρατσιστικό κίνητρο ή διακρίσεων και το παρόν νομοσχέδιο συμβαδίζει με την τάση αυτή. Στο άρθρο 11 παρ. 2 ορίζεται η δυνατότητα του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας να επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις κατ' αρ. 24 του ν. 3996/2011 για την κατά το Μέρος Α' του νόμου παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης από εργοδότες.
6. Στο τέταρτο κεφάλαιο υπό τον τίτλο «Προώθηση της Αρχής της Ίσης Μεταχείρισης», άρθρα 12-18, αποτυπώνεται η διάρθρωση του νέου πλέγματος του κοινωνικού διαλόγου. Σημαντική ρύθμιση αποτελεί η συνεκτίμηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης κατά τη νομοθέτηση, αλλά και την ανάπτυξη δράσεων επί του πεδίου δυνάμει του άρθρου 12. Ακολούθως, στο πλαίσιο αυτού του διαλόγου προσδιορίζεται κατά το άρθρο 13 ο ρόλος του Κράτους και της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, ενώ το άρθρο 14 προβλέπει την ενιαία αρμοδιότητα του «Συνηγόρου του Πολίτη» ως φορέα προώθησης της αρχής της ίσης μεταχείρισης τόσο για τον ιδιωτικό, όσο και για το δημόσιο και ευρύτερα δημόσιο τομέα. Στα άρθρα 15 και 16 προσδιορίζονται αντιστοίχως οι βασικές δημόσιες υπηρεσίες και φορείς που εμπλέκονται επί θεμάτων ίσης μεταχείρισης. Μάλιστα στο άρθρο 16 προστέθηκαν οι οργανώσεις των εργοδοτών, ο Σύνδεσμος Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (εφεξής ΣΕΒ), η Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών, Βιοτεχνών και Εμπόρων Ελλάδας (εφεξής ΓΣΕΒΕΕ), η Ελληνική Συνομοσπονδία Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας (εφεξής ΕΣΕΕ) και ο Σύνδεσμος Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (εφεξής ΣΕΤΕ), για να συμπεριληφθούν όλοι οι εθνικοί κοινωνικοί εταίροι στη συνεργασία των φορέων για την προώθηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, ενώ προστέθηκε και η Ένωση Περιφερειών Ελλάδας (ΕΝΠΕ) για την πληρότητα της ρύθμισης. Τέλος, στο άρθρο 17 προβλέπεται η ενημέρωση και διάδοση πληροφοριών αναφορικά με τις ρυθμίσεις του Μέρους Α' του παρόντος νόμου.
%
7. Στο πέμπτο κεφάλαιο υπό το τίτλο «Λοιπές Διατάξεις», άρθρα 18-20, προβλέπονται οι αναγκαίες τροποποιήσεις στον καταστατικό νόμο του «Συνηγόρου του Πολίτη», ν. 3094/2003, ώστε η ανεξάρτητη αρχή να ανταποκριθεί στη διευρυμένη ενιαία αρμοδιότητά της ως φορέας παρακολούθησης και προώθησης της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, τις γενεαλογικών καταβολών, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας ή χρόνιας ασθένειας, την ηλικίας, την οικογενειακής ή κοινωνικής κατάστασης, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου στο πεδίο εφαρμογής και κατά τους ορισμούς του Μέρους Α' του παρόντος νόμου στον ιδιωτικό, δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα βάσει των Οδηγιών 2000/43/ΕΚ, 2000/78/ΕΚ και 2014/54/ΕΕ.
8. Στο έκτο κεφάλαιο υπό τον τίτλο «Τελικές και Μεταβατικές Διατάξεις» και στο άρθρο 21 ορίζεται ότι με τον παρόντα νόμο δεν θίγονται ευνοϊκότερες διατάξεις για την προώθηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Με το άρθρο 22 καταργείται στο σύνολο του ο Νόμος 3304/2005 λόγω του πλήθους των αναγκαίων αλλαγών που επιφέρει το παρόν νομοσχέδιο στη διαμόρφωση του νομοθετικού πλαισίου κατά των διακρίσεων με την ορθή ενσωμάτωση των σχετικών Οδηγιών, ενώ με το άρθρο 23 καταργείται κάθε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη αντίθετη στην κατά το παρόντα νόμο αρχή της ίσης μεταχείρισης, ενώ ομοίως ακυρούται και κάθε αντίθετη συμβατική διάταξη. Μάλιστα, στο άρθρο 24 προβλέπεται η παροχή εξουσιοδότηση έκδοσης προεδρικού διατάγματος με πρόταση του Υπουργού Οικονομικών, του Υπουργού Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού, του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, Υπουργού Υγείας και του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων προς επέκταση της παρεχόμενης προστασία που παρέχεται για διακρίσεις λόγω θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας ή χρόνιας ασθένειας, ηλικίας, οικογενειακής ή κοινωνικής κατάστασης, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου και πέραν των τομέων εργασίας και απασχόλησης.