Παρασκευή, 14 Φεβρουαρίου 2014

Η ικανότητα για δικαιοπραξία




Γράφω από το σύγγραμα Γενικές αρχές του Αστικού δικαίου του καθηγητή μας στο πανεπιστήμιο Αποστόλου Γεωργιάδη.
Ι. Έννοια της ικανότητας για δικαιοπραξία
Κάθε άνθρωπος έχει ικανότητα δικαίου ή προσωπικότητα, μπορεί δηλαδή να είναι υποκείμενο έννομων σχέσεων και κυρίως δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Από την ικανότητα αυτή διαφέρει η δικαιοπρακτική ικανότητα ή ικανότητα για δικαιοπραξία, δηλαδή η ικανότητα του ανθρώπου να μετέχει ο ίδιος στη δημιουργία και αλλοίωση έννομων σχέσεων και συγκεκριμένα να καταρτίζει αυτοπροσώπως δικαιοπραξίες.
Δεδομένου ότι με την επιχείρηση δικαιοπραξιών επέρχονται μεταβολές στις προσωπικές και περιουσιακές σχέσεις των προσώπων άλλοτε μικρότερης και άλλοτε μεγαλύτερης σπουδαιότητας (π.χ. από την αγορά μιας εφημερίδας μέχρι την πώληση ενός ακινήτου και από τη σύναψη γάμου μέχρι τη σύνταξη διαθήκης), ο νόμος δεν απονέμει τη δικαιοπρακτική ικανότητα σε όλα τα πρόσωπα αλλά μόνο σε εκείνα που διαθέτουν την απαιτούμενη πνευματική ωριμότητα και υγεία, ώστε να μπορούν να αντιλαμβάνονται τη σημασία των δικαιοπραξιών που επιχειρούν. Από την άλλη πλευρά, εάν ο νομοθέτης εξαρτούσε τη συνδρομή της πνευματικής ωριμότητας του προσώπου που πρόκειται να δικαιοπρακτήσει από την εκτίμηση κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, θα προκαλείτο ανασφάλεια στις συναλλαγές. Γι’αυτό ο νόμος θέτει δύο αντικειμενικά κριτήρια: την ηλικία και την υγεία (σωματική και πνευματική).
Με βάση την ηλικία τα πρόσωπα διακρίνονται σε ικανά για δικαιοπραξία, σε ανίκανα για δικαιοπραξία και σε περιορισμένως ικανά για δικαιοπραξία.
Εξάλλου, με βάση την υγεία τους, κατατάσσει ο νόμος τα πρόσωπα που πάσχουν από σωματική ή πνευματική ασθένεια, ανάλογα με τη σοβαρότητά της, στα ανίκανα και στα περιορισμένως ικανά για δικαιοπραξία.

ΙΙ. Η μεταρρύθμιση του ν. 2447/1996
1. Ο ν. 2447/1996:
Με τον ν. 2447/1996 τροποποιήθηκαν σημαντικές διατάξεις κυρίως του Οικογενειακού δικαίου (π.χ. υιοθεσία, επιτροπεία) και εισήχθησαν νέοι θεσμοί (π.χ. αναδοχή, δικαστική συμπαράσταση). Οι τροποποιήσεις αυτές επέφεραν αλλαγές και στις διατάξεις που ρύθμιζαν τη δικαιοπρακτική ικανότητα. Όσον αφορά την ύλη των Γενικών Αρχών, κυριότερη από τις αλλαγές αυτές ήταν η κατάργηση της δικαστικής απαγόρευσης και της δικαστικής αντίληψης και η αντικατάστασή τους από τη δικαστική συμπαράσταση (ΑΚ 1666-1688). Ακόμη ο νέος νόμος κατήργησε τη νόμιμη απαγόρευση, έτσι ώστε το πρόσωπο που εκτίει ποινή στερητική της ελευθερίας του να υπάγεται σε δικαστική συμπαράσταση μόνο κατόπιν αιτήσεώς του (ΑΚ 1688). Τέλος, η επιτροπεία απόντος αντικαταστάθηκε από τον θεσμό της δικαστικής επιμέλειας ξένων υποθέσεων (ΑΚ 1689-1694).
Για τις ανάγκες της παρούσας παραγράφου είναι χρήσιμο να γίνει σύντομη αναφορά στις νέες ρυθμίσεις και ειδικότερα στη δικαστική συμπαράσταση, προκειμένου να καταστούν κατανοητές οι επιπτώσεις τους στην ικανότητα δικαιοπραξίας των προσώπων.
2. Δικαστική συμπαράσταση:
Η δικαστική συμπαράσταση έχει δύο μορφές, τη στερητική και την επικουρική:
α) Στερητική δικαστική συμπαράσταση: Είναι η κατάσταση στην οποία τίθεται με δικαστική απόφαση ορισμένο πρόσωπο και κατά τη διάρκεια της οποίας το πρόσωπο αυτό είναι ανίκανο για μερικές (μερική στερητική δικαστική συμπαράσταση) ή όλες (πλήρης στερητική δικαστική συμπαράσταση) τις δικαιοπραξίες (ΑΚ 1676 αρ. 1). Στις δικαιοπραξίες στις οποίες ο συμπαραστατούμενος δεν έχει δικαιοπρακτική ικανότητα τον αντιπροσωπεύει ο δικαστικός συμπαραστάτης του.
β) Επικουρική δικαστική συμπαράσταση: Είναι η κατάσταση στην οποία τίθεται με δικαστική απόφαση ορισμένο πρόσωπο και κατά τη διάρκεια της οποίας το πρόσωπο αυτό δεν μπορεί να επιχειρήσει ορισμένες (μερική) ή οποιαδήποτε (πλήρης) δικαιοπραξία χωρίς την προηγούμενη συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη (ΑΚ 1676 αρ. 2, 1678).
Σύμφωνα με την ΑΚ 1681 εδ. α΄, οι συνέπειες της υποβολής προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση αρχίζουν με τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που το θέτει σε δικαστική συμπαράσταση, με την εξαίρεση όμως των περιπτώσεων της ικανότητας σύνταξης διαθήκης (ΑΚ 1719 εδ. α΄, 1720 εδ. α΄) και άσκησης ενδίκων μέσων (ΚΠολΔ 802 παρ. 1). Έτσι, η προθεσμία της έφεσης και η άσκησή της δεν αναστέλλουν την ισχύ της απόφασης.
Ο νέος θεσμός της δικαστικής συμπαράστασης περιλαμβάνει τις περιπτώσεις που στο προϊσχύσαν δίκαιο ενέπιπταν στη δικαστική απαγόρευση και στη δικαστική αντίληψη (π.χ. άτομα που πάσχουν από ψυχική διαταραχή, ανάπηροι, τοξικομανείς, αλκοολικοί).
Κύριο χαρακτηριστικό του νέου θεσμού είναι ότι ο δικαστής είναι ελεύθερος να καθορίζει τις συνέπειες της υποβολής του προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση (ΑΚ 1676), π.χ. μερική ή πλήρης στέρηση της δικαιοπρακτικής ικανότητας, και ότι το ίδιο το πρόσωπο μπορεί να ζητήσει να τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση.
Καθιερώθηκε τέλος σειρά μέτρων που αποσκοπούν στην πληρέστερη προστασία του προσώπου που πρόκειται να τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση, όπως η υποχρέωση των δικαστικών οργάνων να έρχονται σε προσωπική επικοινωνία μαζί του, η διεξαγωγή των σχετικών δικών κεκλεισμένων των θυρών και η ενεργός ανάμειξη της κοινωνικής υπηρεσίας.

ΙΙΙ. Ικανοί για δικαιοπραξία
Ικανός για δικαιοπραξία είναι κατ’αρχήν ο ενήλικος, δηλαδή αυτός που συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του (ΑΚ 127). Εξαιρούνται όμως τα πρόσωπα που για λόγους υγείας είναι ανίκανα (ΑΚ 128 αρ. 2, 131) ή περιορισμένως ικανά (ΑΚ 129) για δικαιοπραξία.
Ανίκανο για δικαιοπραξία μπορεί να είναι και το πρόσωπο που δεν μπορεί να καταρτίσει συγκεκριμένη δικαιοπραξία λόγω αναπηρίας, μολονότι δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις των ΑΚ 128 επ. Για παράδειγμα, ο κουφός και αγράμματος δεν μπορεί να καταρτίσει συμβολαιογραφική πώληση χωρίς διερμηνέα.
Ο υπολογισμός της ηλικίας γίνεται με βάση τις ΑΚ 241 παρ. 2 και 243 παρ. 3. Επομένως, για τον υπολογισμό του χρόνου ενηλικιώσεως αφενός συνυπολογίζεται και η ημέρα γεννήσεως και αφετέρου η ηλικία συμπληρώνεται με την πάροδο ολόκληρης της αντίστοιχης ημερομηνίας του δέκατου όγδοου έτους. Εάν π.χ. ο Α γεννήθηκε την 20.8.1982, έγινε ικανός για δικαιοπραξία την 20.8.2000 ώρα 00.00 (ΑΚ 241 παρ. 2).
Επειδή η ικανότητα για δικαιοπραξία αποτελεί τον κανόνα και η ανικανότητα την εξαίρεση, το βάρος αποδείξεως φέρει όχι αυτός που επικαλείται την έγκυρη κατάρτιση μιας δικαιοπραξίας αλλ’ο αρνούμενος το κύρος της δικαιοπραξίας λόγω έλλειψης της σχετικής ικανότητας. Ενώ δηλ. θα έπρεπε, σύμφωνα με τη γενική αρχή της ΚΠολΔ 338 παρ. 1, το βάρος αποδείξεως να φέρει εκείνος που ισχυρίζεται ότι αντλεί δικαίωμα από συγκεκριμένη δικαιοπραξία, γίνεται δεκτό ότι εκείνος που αποκρούει το παραπάνω δικαίωμα πρέπει να αποδείξει την έλλειψη (της δικής του ή του αντιδίκου του) δικαιοπρακτικής ικανότητας, π.χ. λόγω ανηλικότητας, πνευματικής ασθένειας κλπ.

ΙV. Ανίκανοι για δικαιοπραξία
1. Η ΑΚ 128: Απολύτως ανίκανος για δικαιοπραξία είναι, σύμφωνα με την ΑΚ 128, αυτός που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο έτος της ηλικίας του (νήπιο) και αυτός που βρίσκεται σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση. Το πρόσωπο υποβάλλεται σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση με τις προϋποθέσεις της ΑΚ 1666. Η ανικανότητα των προσώπων αυτών είναι γενική, με την έννοια ότι καταλαμβάνει κάθε είδους δικαιοπραξία.
Ειδικές διατάξεις προβλέπουν ιδιαίτερες περιπτώσεις ανικανότητας. Έτσι η ΑΚ 1719 ορίζει τα πρόσωπα που είναι ανίκανα να συντάσσουν διαθήκη και οι ΑΚ 1351 επ. ρυθμίζουν τα σχετικά με την ανικανότητα σύναψης γάμου.
2. Η ΑΚ 131: Ανίκανος για δικαιοπραξία είναι, σύμφωνα με την ΑΚ 131, και αυτός που κατά τον χρόνο που γίνεται η δήλωση βουλήσεως δεν έχει συνείδηση των πράξεών του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του. Η ανικανότητα αυτή υφίσταται στις ακόλουθες δύο περιπτώσεις:
α) Όταν το πρόσωπο κατά τον χρόνο που γίνεται η δήλωση βουλήσεως δεν έχει συνείδηση των πραττομένων, δηλαδή αδυνατεί να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της πράξης του για διάφορους λόγους, όπως π.χ. μέθη, υψηλός πυρετός, λήψη ναρκωτικών ουσιών κλπ. Το πρόσωπο μπορεί να βρίσκεται σε κατάσταση έλλειψης συνείδησης των πραττομένων, ακόμη και αν έχει γενική αντίληψη του εξωτερικού κόσμου. Αρκεί κατά τον χρόνο της δήλωσης να μην διέθετε τη λογική κρίση, έτσι ώστε να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της.
β) Όταν το πρόσωπο κατά τον ίδιο χρόνο, βρίσκεται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, η οποία περιορίζει τη λειτουργία της βούλησής του, δηλαδή το πρόσωπο εμποδίζεται να προβεί σε ελεύθερο προσδιορισμό της βουλήσεώς του με λογικούς υπολογισμούς λόγω της διαταραχής (π.χ. σχιζοφρένεια, παράνοια, επιληψία, εγκεφαλική συμφόρηση κλπ.), μόνιμης ή παροδικής.
Δεν αρκεί όμως να υφίσταται μόνο περιορισμός της βούλησης αλλά αυτός πρέπει επιπλέον να είναι και αποφασιστικός. Ως αποφασιστικός πρέπει να θεωρηθεί ο περιορισμός της βούλησης, όταν η λειτουργία της βούλησης του πάσχοντος είναι σε τέτοιο βαθμό διαταραγμένη, ώστε δεν του επιτρέπει να εκτιμήσει τις συνέπειες και τη σημασία της δήλωσής του ή δεν του επιτρέπει να προβαίνει σε κριτική επεξεργασία των επιχειρημάτων και της διαπραγματευτικής τακτικής του αντισυμβαλλομένου του.
3. Συνέπειες της ανικανότητας: Συνέπεια της ανικανότητας των ΑΚ 128 και 131 είναι ότι η δήλωση βουλήσεως που έγινε από απολύτως ανίκανο πρόσωπο, και άρα και η δικαιοπραξία της οποίας αποτελεί ουσιώδες στοιχείο, είναι άκυρη. Κατά την κρατούσα γνώμη η ακυρότητα είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να την επικαλεσθεί όποιος έχει έννομο συμφέρον (π.χ. δανειστής του δηλώσαντος). Εξαίρεση εισάγει η ΑΚ 131 παρ. 2, η οποία περιορίζει το δικαίωμα των κληρονόμων να επικαλεσθούν την ακυρότητα επαχθών δικαιοπραξιών του κληρονομουμένου για τους λόγους της ΑΚ 131 παρ. 1.
Η διάταξη αυτή είναι αντίστοιχη της παλαιάς ΑΚ 1695 που ρύθμιζε την προσβολή επαχθούς δικαιοπραξίας λόγω φρενοβλάβειας. Σε αντίθεση όμως με την παλαιά, προβλέπει ως λόγο ακυρότητας τόσο την έλλειψη συνείδησης των πράξεων όσο και την ψυχική ή διανοητική διαταραχή, ενώ η παλαιά ΑΚ 1695 προέβλεπε ως λόγο ακυρότητας μόνο τη φρενοβλάβεια (όρο που είναι ανάλογος με την ψυχική ή διανοητική διαταραχή). Άκυρη είναι επίσης και η δήλωση βουλήσεως που απευθύνεται σε ανίκανο πρόσωπο (ΑΚ 170).
Ο συναλλαχθείς με απολύτως ανίκανο που εμπίπτει στη ρύθμιση της ΑΚ 128 δεν προστατεύεται, έστω και αν ήταν καλόπιστος.
V. Περιορισμένως ικανοί για δικαιοπραξία
1. Εισαγωγικά: Περιορισμένως ικανός για δικαιοπραξία είναι σύμφωνα με την ΑΚ 129 ο ανήλικος που έχει συμπληρώσει το δέκατο έτος της ηλικίας του, όποιος βρίσκεται σε μερική στερητική δικαστική συμπαράσταση ή σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση.
Σε μερική στερητική δικαστική συμπαράσταση υποβάλλονται τα πρόσωπα που περιοριστικά αναφέρονται στις ΑΚ 1666 επ. Το πρόσωπο που βρίσκεται σε μερική στερητική δικαστική συμπαράσταση είναι ικανό για όλες τις δικαιοπραξίες πλην αυτών που προβλέπονται στη δικαστική απόφαση που το έθεσε σε δικαστική συμπαράσταση (ΑΚ 1676 αρ. 1). Τις δικαιοπραξίες αυτές μπορεί να τις ενεργήσει μόνο μέσω του δικαστικού συμπαραστάτη του. Ο τελευταίος είναι ο νόμιμος αντιπρόσωπός του.
Σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση υποβάλλονται τα πρόσωπα που αναφέρονται στις ΑΚ 1666 και 1688. Για να υποβληθεί κάποιο πρόσωπο σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση απαιτείται δικαστική απόφαση, η οποία και ορίζει εάν η συμπαράσταση καλύπτει όλες ή μερικές δικαιοπραξίες του συμπαραστατουμένου (πλήρης ή μερική συμπαράσταση). Οι δικαιοπραξίες που καλύπτονται από την επικουρική συμπαράσταση είναι έγκυρες μόνο, εάν προηγηθεί συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη (ΑΚ 1683).
Το δικαστήριο έχει την ευχέρεια να θέσει ένα πρόσωπο συγχρόνως σε στερητική και επικουρική δικαστική συμπαράσταση. Σε αυτή την περίπτωση, ο συμπαραστατούμενος θα είναι ανίκανος για ορισμένες δικαιοπραξίες, περιορισμένα ικανός για άλλες και ικανός για τις υπόλοιπες (ΑΚ 1676 και 1679).
ε) Το κύρος των δικαιοπραξιών του περιορισμένως ικανού:
Ειδικά για τα πρόσωπα που τελούν υπό επικουρική δικαστική συμπαράσταση η ΑΚ 1683 εδ. δ΄ ορίζει ότι η ακυρότητα είναι σχετική υπέρ αυτού που βρίσκεται σε δικαστική συμπαράσταση, των ειδικών ή καθολικών διαδόχων του και του συμπαραστάτη. Άκυρη είναι επίσης και η δήλωση βουλήσεως που απευθύνεται σε πρόσωπο περιορισμένως ικανό, αν αυτό δεν είχε ικανότητα για τη συγκεκριμένη δικαιοπραξία (ΑΚ 172).
I. Συσχετισμός της δικαιοπρακτικής ικανότητας με άλλες «ικανότητες# του προσώπου
1. Ικανότητα δικαίου και ικανότητα να είναι κάποιος διάδικος:
Στην ικανότητα δικαίου αντιστοιχεί στον χώρο του δικονομικού δικαίου η ικανότητα να είναι κάποιος διάδικος. Η ΚΠολΔ 62 εδ. α΄ ορίζει ότι «όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος#, να είναι δηλαδή υποκείμενο δικονομικών σχέσεων. Αυτό σημαίνει ότι, αφού κάθε πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο έννομων σχέσεων, συνακόλουθα κάθε πρόσωπο έχει και την ικανότητα να καθίσταται διάδικος (ενάγων, εναγόμενος κλπ.) στη δίκη που τον αφορά, ανεξάρτητα από ηλικία, πνευματική ωριμότητα, κατάσταση υγείας ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο.
2. Ικανότητα για δικαιοπραξία και ικανότητα για αυτοπρόσωπη δικαστική παράσταση: Στη δικαιοπρακτική ικανότητα του προσώπου, την οποία εξετάσαμε αμέσως παραπάνω, αντιστοιχεί η ικανότητα του προσώπου για αυτοπρόσωπη δικαστική παράσταση. Η ΚΠολΔ 63 παρ. 1 ορίζει, ότι «όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Όποιος έχει περιορισμένη ικανότητα για δικαιοπραξία, μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα μόνο στις περιπτώσεις που έχει την ικανότητα για δικαιοπραξία#. Έτσι όποιος δεν έχει ικανότητα προς δικαιοπραξία, π.χ. επειδή έχει κηρυχθεί σε δικαστική συμπαράσταση, δεν μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο. Τέτοια όμως δυνατότητα έχει αυτός που αδυνατεί μεν να φροντίζει τις υποθέσεις του λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, χωρίς όμως να έχει τεθεί ακόμη σε δικαστική συμπαράσταση. Ωστόσο, η ακυρότητα της ΑΚ 131 αναφέρεται και στις διαδικαστικές πράξεις. Επομένως, ακόμη και αν ο διάδικος που δεν έχει συνείδηση των πράξεων του ή πάσχει από ψυχική ή διανοητική διαταραχή, η οποία περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, δεν έχει τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση, οι διαδικαστικές πράξεις (π.χ. διορισμός δικαστικού πληρεξουσίου) που τελούνται από αυτόν είναι άκυρες.
Βέβαια αυτό δεν σημαίνει ότι, αν κάποιος δεν έχει την ικανότητα για αυτοπρόσωπη δικαστική παράσταση, θα παραμείνουν τα συμφέροντά του ανυπεράσπιστα σε μια ενδεχόμενη δίκη. Στην ΚΠολΔ 64 παρ. 1 ορίζεται, ότι «όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα εκπροσωπούνται από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους#, δηλαδή ο ανήλικος από τους γονείς του (ΑΚ 1510 παρ. 1) ή τον επίτροπό του (ΑΚ 1603), αυτός που τελεί υπό δικαστική συμπαράσταση από τον συμπαραστάτη του (ΑΚ 1678) κλπ.
3. Ικανότητα για δικαιοπραξία και ικανότητα προς αδικοπραξία:
Την ικανότητα για δικαιοπραξία πρέπει να αντιδιαστείλουμε, τέλος, από την ικανότητα για αδικοπραξία ή για καταλογισμό. Πρόκειται για την ικανότητα του προσώπου να του καταλογίζεται ευθύνη για τις αστικές άδικες πράξεις του. Οι πράξεις αυτές, που ονομάζονται έτσι γιατί απαγορεύονται από τον νόμο, μπορεί να συνιστούν είτε αδικοπραξία (ΑΚ 914 επ.), είτε αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης του προσώπου (ΑΚ 330 επ.). Και στις δύο περιπτώσεις, για να ευθύνεται αστικά το πρόσωπο, για να μπορεί π.χ. να καταδικασθεί από το δικαστήριο σε αποκατάσταση της ζημίας του δανειστή (σε περίπτωση αθετήσεως ενοχικής υποχρέωσης) ή του τρίτου (σε περίπτωση αδικοπραξίας), πρέπει να έχει ικανότητα προς καταλογισμό. Η ικανότητα αυτή ρυθμίζεται ενιαίως και για τις δύο περιπτώσεις στις ΑΚ 915-918 με κριτήρια ανάλογα προς εκείνα της δικαιοπρακτικής ικανότητας (ηλικία, πνευματική διαταραχή, σωματική αναπηρία).
Αντίστοιχη με την παραπάνω ικανότητα του ανθρώπου προς καταλογισμό αστικής ευθύνης είναι και η ικανότητα προς καταλογισμό ποινικής ευθύνης, η οποία ρυθμίζεται στο ποινικό δίκαιο (ΠΚ 33 επ., 121 επ.) με κριτήρια επίσης ανάλογα προς εκείνα της δικαιοπρακτικής ικανότητας (ηλικία, πνευματική υγεία, σωματική αναπηρία).
Παραδείγματα:
1) Ο εννεατής Α έχει μεν ικανότητα δικαίου (ΑΚ 34), όχι όμως ικανότητα για δικαιοπραξία (ΑΚ 128 αρ. 1) ούτε και ικανότητα για αδικοπραξία ή καταλογισμό (ΑΚ 916). Επομένως, ο Α μπορεί να αποκτήσει ένα ακίνητο από κληρονομιά ή δωρεά του παππού του, δεν μπορεί όμως να αγοράσει εγκύρως ένα ποδήλατο, ούτε και ευθύνεται σε αποζημίωση αν παίζοντας μπάλα σπάσει το τζάμι του γείτονα (βλ. όμως και ΑΚ 918).
2) Ο τρίχρονος Β, που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του, μπορεί να εναγάγει τον Π, ο οποίος -παρότι αναγνωρίσθηκε με δικαστική απόφαση ως ο πατέρας του- δεν καταβάλλει διατροφή (ΑΚ 1484, 1486 παρ. 2, 1489 παρ. 2). Ενάγων θα είναι μεν ο Β, θα εκπροσωπείται όμως στο δικαστήριο από τη μητέρα του (ΑΚ 1515 παρ. 1), επειδή ο ίδιος έχει μεν ικανότητα να είναι διάδικος (ΚΠολΔ 62 εδ. α΄), δεν έχει όμως ικανότητα για αυτοπρόσωπη δικαστική παράσταση (ΚΠολΔ 63 παρ. 1, 64 παρ. 1).