Δευτέρα, 16 Μαΐου 2016

Ο νέος ασφαλιστικός και φορολογικός νόμος 4387 και οι αναπηρικές διατάξεις αυτού


Αγαπητοί φίλοι, αναρτώ σήμερα τις σχετικές με τους αναπήρους διατάξεις του νέου ασφαλιστικού και φορολογικού νόμου 4387 για την ενημέρωσή σας. Είναι ευνόητο πως η ερμηνεία των διατάξεων θα γίνει και με εγκυκλίους, τις οποίες θα παρακολουθήσουμε και θα αναρτήσουμε για την καλύτερη ενημέρωση όλων μας.
Μανώλης Μπασιάς
ΝΟΜΟΣ 4387/2016  Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλειας - Μεταρρύθμιση ασφαλιστικού-συνταξιοδοτικού συστήματος - Ρυθμίσεις φορολογίας εισοδήματος και τυχερών παιγνίων και άλλες διατάξεις
(ΦΕΚ Α' 85/12-05-2016)
Άρθρο 3
Εθνικό Συμβούλιο Κοινωνικής Ασφάλειας
1. Συνιστάται Εθνικό Συμβούλιο Κοινωνικής Ασφάλειας (Ε.ΣΥ.Κ.Α.) ως συμβουλευτικό όργανο των Υπουργείων Υγείας, Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης για τη χάραξη των εθνικών πολιτικών, στο πλαίσιο του Ενιαίου Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλειας. Όργανα του Ε.ΣΥ.Κ.Α. είναι ο Πρόεδρος, η Ολομέλεια και το Εκτελεστικό Συμβούλιο.
3. Το Ε.ΣΥ.ΚΑ. συγκροτείται με κοινή απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και του Υπουργού Υγείας και αποτελείται από 21 μέλη:
ιστ. Έναν (1) εκπρόσωπο της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ατόμων με Αναπηρία (ΕΣΑμεΑ), με τον αναπληρωτή του.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'
ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ  
   Αρθρο 4. Υπαγωγή στον Ενιαίο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης των υπαλλήλων - λειτουργών του Δημοσίου, καθώς και των στρατιωτικών  
1. α. Από 1.1.2017 οι τακτικοί και μετακλητοί υπάλληλοι και λειτουργοί του  Δημοσίου, οι τακτικοί και μετακλητοί υπάλληλοι και λειτουργοί της Βουλής, των  Ν.Π.Δ.Δ. και των ΟΤΑ α' και β' βαθμίδας, οι ιερείς και οι υπάλληλοι των  εκκλησιαστικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, καθώς και τα στελέχη των  Ενόπλων Δυνάμεων, των Σωμάτων Ασφαλείας και του Πυροσβεστικού Σώματος, από την  έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου υπάγονται για κύρια σύνταξη στο ασφαλιστικό -  συνταξιοδοτικό καθεστώς του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.) που  συνιστάται με τις διατάξεις του άρθρου 51 και οι συντάξεις τους κανονίζονται και  καταβάλλονται με βάση τις ρυθμίσεις του παρόντος.
3. Οι διατάξεις των ανωτέρω παραγράφων δεν έχουν εφαρμογή:
 α. για όσους από τα ανωτέρω πρόσωπα υπάγονται στις διατάξεις των νόμων  1897/1990 (Α'120) και 1977/1991 (Α'185),
 β. για όσους δικαιούνται πολεμική σύνταξη ή σύνταξη αναπήρου οπλίτη  ειρηνικής περιόδου ή σύνταξη Εθνικής Αντίστασης Ο.Γ.Α. ή ανασφάλιστου Αγωνιστή  Εθνικής Αντίστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 168/2007 (Α' 209), του  π.δ. 169/2007 (Α' 210) και των άρθρων 22 και 27 του ν. 1813/1988 (Α'243 ),
 ε. για όσους δικαιούνται σύνταξη λόγω ανικανότητας ή λόγω θανάτου που  προήλθε πρόδηλα και αναμφισβήτητα εξαιτίας της υπηρεσίας και ένεκα ταύτης,  σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 169/2007 σε συνδυασμό και με αυτές του π.δ.  168/2007.
 Τα ανωτέρω πρόσωπα εξακολουθούν να υπάγονται στο ασφαλιστικό -  συνταξιοδοτικό καθεστώς του Δημοσίου και οι συντάξεις τους κανονίζονται με βάση  τις ισχύουσες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου συνταξιοδοτικές  διατάξεις του Δημοσίου και καταβάλλονται από το Δημόσιο.
 Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής έχουν εφαρμογή και για τα πρόσωπα στα  οποία μεταβιβάστηκε ή μεταβιβάζεται η σύνταξη των υπαγομένων σε αυτές προσώπων.  
   Αρθρο 7. Εθνική Σύνταξη  
1. Η Εθνική Σύνταξη καταβάλλεται από τον Ε.Φ.Κ.Α. σε όλους, όσοι θεμελιώνουν  δικαίωμα σύνταξης εξ ιδίου δικαιώματος ή ανικανότητας ή κατά μεταβίβαση, σύμφωνα  με τις οικείες διατάξεις.  
Η κατά τα  ανωτέρω μείωση δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις συνταξιοδότησης με βάση τις  διατάξεις του τετάρτου εδαφίου της περίπτωσης α' της παρ. 1 των άρθρων 1 και 26  του π.δ. 169/2007 (Α' 210), είτε με βάση τις διατάξεις που παραπέμπουν σε  αυτές, όπως ισχύουν κάθε φορά, καθώς και για όσα από τα πρόσωπα αυτά  συνταξιοδοτούνται με βάση τις διατάξεις του ν. 2084/1992 (Α' 165).  
3. Το ποσό της εθνικής σύνταξης μειώνεται αναλογικά στις περιπτώσεις καταβολής  μειωμένης σύνταξης εξ ιδίου δικαιώματος, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις. Η  κατά τα ανωτέρω μείωση της εθνικής σύνταξης, προκειμένου για τους ασφαλισμένους  που λαμβάνουν μειωμένη σύνταξη εξ ιδίου δικαιώματος, ανέρχεται σε 1/200 για κάθε  μήνα που υπολείπεται για τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας πλήρους  συνταξιοδότησης.  
4. Στους συνταξιούχους που λαμβάνουν μειωμένη σύνταξη λόγω ανικανότητας με  ποσοστό ανικανότητας από 67% έως και 79,99% χορηγείται το 75% της εθνικής  σύνταξης και με ποσοστό ανικανότητας από 50% έως και 66,99% χορηγείται το 50%  αυτής. Στους συνταξιούχους που λαμβάνουν μειωμένη σύνταξη λόγω ανικανότητας με  ποσοστό ανικανότητας έως 49,99% χορηγείται το 40% της εθνικής σύνταξης. Στους  συνταξιούχους με ποσοστό ανικανότητας 80% και άνω χορηγείται το πλήρες ποσό της  εθνικής σύνταξης. Οι προσαρμογές αυτές δεν έχουν εφαρμογή για όσους  συνταξιοδοτούνται με βάση τις διατάξεις που αναφέρονται στα πρόσωπα του τετάρτου  εδαφίου της περίπτωσης α' της παρ. 1 των άρθρων 1 και 26 του π.δ. 169/2007 (Α'  210), είτε με βάση τις διατάξεις που παραπέμπουν σε αυτές, όπως ισχύουν κάθε  φορά, καθώς και για όσα από τα πρόσωπα αυτά συνταξιοδοτούνται με βάση τις  διατάξεις του ν. 2084/1992 (Α'165).  
   Αρθρο 8. Ανταποδοτική σύνταξη  
1. Οι υπάλληλοι-λειτουργοί του Δημοσίου και οι στρατιωτικοί, οι οποίοι  θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης εξ ιδίου δικαιώματος, ανικανότητας ή κατά  μεταβίβαση, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις, δικαιούνται ανταποδοτικό μέρος  σύνταξης, που προκύπτει με βάση τις συντάξιμες αποδοχές της παραγράφου 2 του  παρόντος άρθρου, το χρόνο ασφάλισης, όπως ορίζεται στο άρθρο 15 του παρόντος,  και τα κατ' έτος ποσοστά αναπλήρωσης, όπως αυτά προκύπτουν από τον πίνακα ο  οποίος ενσωματώνεται στην παράγραφο 4, σύμφωνα με τις διατάξεις των επόμενων  παραγράφων.  
2. α. Ως συντάξιμες αποδοχές για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους  σύνταξης κύριας ασφάλισης εξ ιδίου δικαιώματος, ανικανότητας ή κατά μεταβίβαση  λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου καθ' όλη τη  διάρκεια του ασφαλιστικού του βίου. Ο μέσος αυτός όρος υπολογίζεται ως το πηλίκο  της διαίρεσης του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών δια του συνολικού χρόνου  ασφάλισής του. Ως σύνολο μηνιαίων αποδοχών που έλαβε ο ασφαλισμένος νοείται το  άθροισμα των μηνιαίων αποδοχών που υπόκεινται σε εισφορές, καθ' όλη τη διάρκεια  του ασφαλιστικού του βίου. Για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών  λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές του ασφαλισμένου για κάθε ημερολογιακό έτος,  προσαυξαυνόμενες κατά την ετήσια μεταβολή μισθών, η οποία και υπολογίζεται από  την Ελληνική Στατιστική Αρχή. Στις περιπτώσεις συνταξιοδότησης με τις  προϋποθέσεις των διατάξεων του τετάρτου εδαφίου της περίπτωσης α' της παρ. 1 των  άρθρων 1 και 26 του π.δ. 169/2007, είτε με βάση τις διατάξεις που παραπέμπουν σε  αυτές, όπως ισχύουν κάθε φορά, καθώς και για όσα από τα αναφερόμενα σε αυτές  πρόσωπα συνταξιοδοτούνται με βάση τις διατάξεις του ν. 612/1977 είτε με βάση τις  διατάξεις που παραπέμπουν σε αυτές και ισχύον κάθε φορά είτε με βάση τις  διατάξεις του ν. 2084/1992, ως συντάξιμες αποδοχές επί των οποίων θα υπολογιστεί  το ποσοστό αναπλήρωσης των 35 ετών λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος των μηνιαίων  αποδοχών του ασφαλισμένου κατά τη διάρκεια της συνολικής ασφάλισής του.
   Αρθρο 9. Προσωρινή σύνταξη  
3. Η προσωρινή σύνταξη καταβάλλεται κατ' απόλυτη προτεραιότητα στους δικαιούχους  που είναι άτομα με αναπηρία, με χρόνιες παθήσεις και στους γονείς και νόμιμους  κηδεμόνες που προστατεύουν άτομα με αναπηρία ή σε όσους συνταξιοδοτούνται με  βάση τις διατάξεις του ν. 612/1977 είτε με βάση τις διατάξεις που παραπέμπουν σε  αυτές και ισχύουν κάθε φορά, ή με βάση τις διατάξεις που αναφέρονται στα πρόσωπα  του τετάρτου εδαφίου της περίπτωσης α' της παρ. 1 των άρθρων 1 και 26 του π.δ.  169/2007 (Α'210) είτε με βάση τις διατάξεις που παραπέμπουν σε αυτές, όπως  ισχύουν κάθε φορά.  
   Αρθρο 11. Σύνταξη αναπηρίας  
1. Μέχρι τη θέση σε ισχύ νομοθετικής ρύθμισης με αντικείμενο τη θέσπιση νέων,  ενιαίων κανόνων για όλους τους ασφαλισμένους, το Δημόσιο και οι λοιποί  εντασσόμενοι στον Ε.Φ. Κ. Α. φορείς, κλάδοι και τομείς, εξακολουθούν να  εξετάζουν τις αιτήσεις συνταξιοδότησης λόγω ανικανότητας ως προς τις  προϋποθέσεις απονομής σύνταξης, καθώς και να καταβάλλουν το επίδομα απολύτου  αναπηρίας, σύμφωνα με τις, μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, διατάξεις της  συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του Δημοσίου, καθώς και τις γενικές και καταστατικές  διατάξεις των εντασσόμενων φορέων. Οι νέοι κανόνες πρέπει να τεθούν σε εφαρμογή  έως τις 31.12.2016.  
2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης  και Κοινωνικής Αλληλεγγύης συνιστάται Επιτροπή με αντικείμενο την επανεξέταση  των υφιστάμενων διατάξεων και τη θέσπιση νέων, ενιαίων κανόνων για όλες τις  συντάξεις αναπηρίας. Στην Επιτροπή αυτή συμμετέχει υποχρεωτικά και ένας (1)  εκπρόσωπος της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ατόμων με Αναπηρία (ΕΣΑμεΑ).  
   Αρθρο 12. Σύνταξη λόγω θανάτου  
1. Σε περίπτωση θανάτου συνταξιούχου ή ασφαλισμένου, ο οποίος έχει πραγματοποιήσει το χρόνο ασφάλισης που απαιτείται για τη συνταξιοδότησή του εξ ιδίου δικαιώματος ή ανικανότητας, δικαιούνται σύνταξη τα παρακάτω μέλη της οικογένειάς του:
Α. Ο επιζών σύζυγος, εφόσον έχει συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας του κατά το χρόνο θανάτου του συνταξιούχου ή ασφαλισμένου. Σε περίπτωση που ο θάνατος έχει συμβεί προτού συμπληρωθεί το 55ο έτος ηλικίας του επιζώντος συζύγου τότε καταβάλλεται σε αυτόν σύνταξη για διάρκεια τριών (3) ετών. Εάν ο δικαιούχος συμπληρώνει το 55ο έτος της ηλικίας του κατά τη διάρκεια λήψης της σύνταξης, η καταβολή της διακόπτεται με τη συμπλήρωση της τριετίας και άρχεται εκ νέου με τη συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας του. Οι ανωτέρω περιορισμοί δεν εφαρμόζονται εφόσον και για όσο χρόνο ο επιζών σύζυγος, κατά τον ως άνω χρόνο, έχει τέκνο ή τέκνα που υπάγονται στην παράγραφο 1 Β του παρόντος ή είναι ανίκανος για την άσκηση κάθε βιοποριστικής εργασίας κατά ποσοστό 67% και άνω.
Β. Τα νόμιμα τέκνα, τα νομιμοποιηθέντα, τα αναγνωρισθέντα, τα υιοθετηθέντα και όσα εξομοιώνονται με αυτά, με την προϋπόθεση ότι:
α) Είναι άγαμα και δεν έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους. Το όριο αυτό παρατείνεται μέχρι του 24ου έτους, εφόσον φοιτούν σε ανώτερες ή ανώτατες αναγνωρισμένες σχολές του εσωτερικού ή του εξωτερικού ή σε Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης ή Κέντρα/Σχολές Επαγγελματικής Κατάρτισης, ή
β) κατά το χρόνο του θανάτου του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου είναι άγαμα και ανίκανα για κάθε βιοποριστική εργασία, εφόσον η ανικανότητά τους επήλθε πριν από την συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας τους. Στην περίπτωση αυτή η σύνταξη εξακολουθεί να καταβάλλεται και μετά τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας.
 γ) Εάν ο επιζών σύζυγος, κατά την ημερομηνία θανάτου, είναι ανάπηρος  σωματικά ή πνευματικά σε ποσοστό 67% και άνω, λαμβάνει ολόκληρη τη σύνταξη, για  όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η αναπηρία του, ανεξαρτήτως άλλων προϋποθέσεων.  
   Αρθρο 13. Ανώτατο όριο καταβολής σύνταξης  
1. Μέχρι 31.12.2018 αναστέλλεται η καταβολή κάθε ατομικής μηνιαίας σύνταξης των  προσώπων που είχαν ήδη καταστεί συνταξιούχοι μέχρι την έναρξη ισχύος του  παρόντος, κατά το μέρος που υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ. Για την  εφαρμογή του ανώτατου αυτού ορίου, λαμβάνονται υπόψη το καταβαλλόμενο ποσό  συνυπολογιζόμενης της εισφοράς υγειονομικής περίθαλψης υπέρ ΕΟΠΥΥ και της  Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων του άρθρου 38 του ν. 3863/2010 (Α' 115), όπως  ισχύει, και των παραγράφων 11 και 12 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011 (Α' 152),  όπως ισχύει.  
2. Κατά την ίδια περίοδο, το άθροισμα του καθαρού ποσού των συντάξεων των  παραπάνω προσώπων, που δικαιούται κάθε συνταξιούχος από οποιαδήποτε αιτία από το  Δημόσιο, Ν. Π.Δ.Δ. ή οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα κύριας ή επικουρικής  ασφάλισης δεν μπορεί να υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Στον  υπολογισμό του ανώτατου ορίου καταβολής σύνταξης που αφορά στα άτομα με αναπηρία  ή χρόνια πάθηση και των οικογενειών που έχουν μέλη τους άτομα με αναπηρία δεν  λαμβάνονται υπόψη τα πάσης φύσεως προνοιακά επιδόματα και επιδόματα αναπηρίας.  
3. Από 1.1.2019 καταβάλλεται το τυχόν υπερβάλλον ποσό που προκύπτει σε σχέση με  ανώτατο όριο των παραγράφων 1 και 2 και το νέο ύψος των συντάξεων όπως θα  προκύψει, σύμφωνα με την κατά το άρθρο 14 αναπροσαρμογή τους.  
   Αρθρο 20. Απασχόληση συνταξιούχων  
1. Στους εξ ιδίου δικαιώματος συνταξιούχους του Δημοσίου, καθώς και όλων των  φορέων, ταμείων, κλάδων ή λογαριασμών που εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α., οι οποίοι  αναλαμβάνουν εργασία ή αποκτούν ιδιότητα ή δραστηριότητα υποχρεωτικώς υπακτέα  στην ασφάλιση του Ε.Φ.Κ.Α., οι ακαθάριστες συντάξεις κύριες και επικουρικές  καταβάλλονται μειωμένες σε ποσοστό 60% για όσο χρόνο απασχολούνται ή διατηρούν  την ιδιότητα ή την δραστηριότητα. Για το διάστημα αυτό καταβάλλονται οι  ασφαλιστικές εισφορές για τον απασχολούμενο συνταξιούχο, κατά τα ειδικότερα  προβλεπόμενα στις οικείες διατάξεις του παρόντος νόμου.  
5. Οι συνταξιούχοι της παραγράφου 1 του παρόντος υποχρεούνται πριν αναλάβουν  εργασία ή αυτοαπασχοληθούν να δηλώσουν τούτο στον φορέα κύριας ασφάλισης του  Ε.Φ.Κ.Α., καθώς και στο ΕΤΕΑ ή στον φορέα επικουρικής ασφάλισης από τον οποίο  συνταξιοδοτούνται. Παράλειψη της δήλωσης συνεπάγεται καταλογισμό σε βάρος του  συνταξιούχου του ποσού που έπρεπε να του παρακρατηθεί, συμφώνως με το παρόν  άρθρο, κατά το χρονικό διάστημα της εργασίας του ή της αυτοαπασχόλησής του, που  επιβαρύνεται με ετήσιο επιτόκιο 4,56%, ο δε Ε.Φ.Κ.Α. δικαιούται να συμψηφίζει  το ποσό με μελλοντικές συντάξεις και μέχρι του ύψους του 1/4 της συντάξεως.   6. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου έχουν εφαρμογή για όσους θα αναλάβουν  εργασία ή θα αυτοαπασχοληθούν, γενικά, από την έναρξη ισχύος του παρόντος  νόμου και εντεύθεν, καθώς και για τα πρόσωπα της παραγράφου 3 του άρθρου 4.
 Ειδικά, για τα πρόσωπα που ανέλαβαν εργασία ή αυτοαπασχόληση πριν τη  δημοσίευση του παρόντος νόμου δια-τηρούνται σε ισχύ και εξακολουθούν να ισχύουν  οι διατάξεις του άρθρου 36 του ν. 2676/1999, όπως αντικαταστάθηκε με το ν.  3863/2010, και ισχύει μέχρι την ημερομηνία έναρξης του παρόντος.  
7. Οι ισχύουσες κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού διατάξεις της  συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του Δημοσίου, που αφορούν την απασχόληση των  συνταξιούχων, γενικά, δεν έχουν εφαρμογή για τα πρόσωπα της προηγούμενης  παραγράφου.  
Άρθρο 23
Ρυθμίσεις διαφόρων συνταξιοδοτικών θεμάτων
5. Για την εξαίρεση από τις μειώσεις των συντάξεων του άρθρου 11 του Ν. 3865/2010, της παρ. 14 του άρθρου 2 του Ν. 4002/2011, της παρ. 10 του άρθρου 1 του Ν. 4024/2011 και του άρθρου 1 του Ν. 4051/2012 (Α' 40) που συνδέονται με πιστοποίηση ορισμένου ποσοστού αναπηρίας, γίνεται δεκτή και η γνωμάτευση των υγειονομικών επιτροπών του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α.).
Για την προσαύξηση της σύνταξης, σύμφωνα με τις διατάξεις της υποπαραγράφου Β4 της παραγράφου Β' του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 (α' 222) αρκεί και η γνωμάτευση των ανωτέρω υγειονομικών επιτροπών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ  
   Αρθρο 27. Εφαρμογή κοινών κανόνων ασφαλισμένων στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα  
1. Σε εφαρμογή των ενιαίων κανόνων του Ε.Φ.Κ.Α. και των θεμελιωδών αρχών των  άρθρων 1 και 2, οι ρυθμίσεις των άρθρων 4 - 20 του Κεφαλαίου Β' εφαρμόζονται και  στους ασφαλισμένους των φορέων, τομέων κλάδων και λογαριασμών που εντάσσονται  στον Ε.Φ.Κ.Α. του άρθρου 53, με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων, ειδικών  ρυθμίσεων των άρθρων που ακολουθούν και με εξαίρεση των διατάξεων του Κεφαλαίου  Β' που, από τη φύση τους, ρυθμίζουν αποκλειστικά τη σχέση των δημοσίων ή  στρατιωτικών υπαλλήλων με την υπηρεσία τους.  
2. α. Κατ' εξαίρεση των οριζομένων στην παράγραφο 4 του άρθρου 7, στους  συνταξιούχους που προέρχονται από τον ιδιωτικό τομέα και λαμβάνουν μειωμένη  σύνταξη λόγω αναπηρίας με ποσοστό αναπηρίας από 67% έως και 79,99% χορηγείται το  75% της εθνικής σύνταξης, και με ποσοστό αναπηρίας από 50% έως και 66,99%  χορηγείται το 50% αυτής. Σε περίπτωση νέας κρίσης από τις αρμόδιες υγειονομικές  επιτροπές το ύψος της εθνικής σύνταξης αναπροσαρμόζεται, σύμφωνα με τα ανωτέρω  και βάσει του νέου ποσοστού αναπηρίας. Οι προσαρμογές αυτές δεν έχουν εφαρμογή  σε όσους συνταξιοδοτούνται με τις διατάξεις του ν. 612/1977 (Α' 164) είτε με  βάση τις διατάξεις που παραπέμπουν σε αυτές και ισχύουν κάθε φορά.
 β. Σε όσους συνταξιοδοτούνται με τις διατάξεις του ν. 612/1977 ή με βάση  διατάξεις που παραπέμπουν σε αυτόν δεν εφαρμόζεται η πρόβλεψη για τη μείωση της  εθνικής σύνταξης της παρ. 2 του άρθρου 7, κατά την οποία η εθνική σύνταξη  μειώνεται κατά 1/40 για κάθε χρόνο που υπολείπεται των σαράντα (40) ετών  διαμονής στην Ελλάδα, μεταξύ του 15ου έτους ηλικίας και του έτους, κατά το οποίο  συμπληρώνουν το προβλεπόμενο όριο ηλικίας καταβολής της σύνταξης.
 γ. Το εξωϊδρυματικό επίδομα παραπληγίας τετραπληγίας χορηγείται στους  ασφαλισμένους, στους συνταξιούχους και στα μέλη των οικογενειών τους που πληρούν  τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις διατάξεις που ισχύουν κατά τη θέση σε  ισχύ του παρόντος νόμου.
 δ. Οι ρυθμίσεις της παραγράφου αυτής και οι διαφορετικές ρυθμίσεις των  παραγράφων 2 και 4 του άρθρου 7 εναρμονίζονται έως την 31.12.2016, σύμφωνα με  το άρθρο 11, για όλους τους αναπήρους που εργάζονται στο δημόσιο και τον  !!!τομέα.  
3. Τα εδάφια 1 και 2 της παρ. 3 του άρθρου 29 του α.ν. 1846/1951 σχετικά με το  επίδομα συζύγου, καθώς και κάθε αντίστοιχη ειδική, γενική και καταστατική  διάταξη των εντασσόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών,  σύμφωνα με το άρθρο 53, δεν έχουν εφαρμογή για όσους καταθέσουν αίτηση  συνταξιοδότησης από την έναρξη ισχύος του παρόντος και εντεύθεν. Για όσους  λαμβάνουν σύνταξη μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού το επίδομα συζύγου  εξακολουθεί να συγκαταβάλλεται με τη σύνταξη, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις.  
4. Τα άρθρα 1 έως 4 του ν. 3863/2010 καταργούνται.  
   Αρθρο 28. Ανταποδοτική σύνταξη  
1. Οι ασφαλισμένοι κύριας ασφάλισης του Κεφαλαίου αυτού, οι οποίοι θεμελιώνουν  δικαίωμα σύνταξης λόγω γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου, σύμφωνα με τις οικείες  διατάξεις, δικαιούνται ανταποδοτικό μέρος σύνταξης, που προκύπτει με βάση τις  συντάξιμες αποδοχές, όπως ορίζονται στο άρθρο αυτό, το χρόνο ασφάλισης, όπως  ορίζεται στο άρθρο 34, και τα κατ' έτος ποσοστά αναπλήρωσης υπολογιζόμενα επί  των συντάξιμων αποδοχών του πίνακα της παρ. 4 του άρθρου 8, σύμφωνα με τις  ειδικότερες ρυθμίσεις των επόμενων παραγράφων.  
2. Ως συντάξιμες αποδοχές για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους σύνταξης  κύριας ασφάλισης λόγω γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου λαμβάνονται υπόψη:
 α. Για τους μισθωτούς, ο μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου  καθ' όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού του βίου. Ο μέσος αυτός όρος υπολογίζεται  ως το πηλίκον της διαίρεσης του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου  δια του συνολικού χρόνου ασφάλισής του. Ως σύνολο μηνιαίων αποδοχών που έλαβε  ο ασφαλισμένος νοείται το άθροισμα των μηνιαίων αποδοχών που υπόκεινται σε  εισφορές, καθ' όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού του βίου. Για τον υπολογισμό των  συντάξιμων αποδοχών λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές του ασφαλισμένου για κάθε  ημερολογιακό έτος, προσαυξαυνόμενες κατά την ετήσια μεταβολή μισθών, όπως προσδιορίζεται από την Ελληνική Στατιστική Αρχή.
 Στις περιπτώσεις συνταξιοδότησης, για όσα από τα αναφερόμενα σε αυτές  πρόσωπα συνταξιοδοτούνται με βάση τις διατάξεις του ν. 612/1977 είτε με βάση τις  διατάξεις που παραπέμπουν σε αυτές και ισχύουν κάθε φορά είτε με βάση τις  διατάξεις του ν. 2084/1992, ως συντάξιμες αποδοχές, επί των οποίων θα  υπολογιστεί το ποσοστό αναπλήρωσης των 35 ετών, λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος  των μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου κατά τη διάρκεια ασφάλισής του.
   Αρθρο 29. Προσωρινή σύνταξη  
1. Μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασης συνταξιοδότησης λόγω γήρατος,  καταβάλλεται στους δικαιούχους προσωρινή σύνταξη, το ύψος της οποίας  υπολογίζεται ως εξής:
 α. Για τους μισθωτούς το 50% του μέσου όρου των μηνιαίων αποδοχών του  ασφαλισμένου κατά τους δώδεκα (12) μήνες ασφάλισης που προηγούνται της υποβολής  της αίτησης συνταξιοδότησης.
 β. Για τους αυτοαπασχολούμενους, τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους  ασφαλισμένους στον Ο.Γ.Α. , όπως αυτοί ορίζονται στα άρθρα 39 και 40, το 50% του  μέσου μηνιαίου εισοδήματος των δώδεκα (12) τελευταίων μηνών ασφάλισης που  προηγούνται της υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης.
4. Σε περίπτωση υποβολής αίτησης σύνταξης λόγω αναπηρίας, το ποσό της  προσωρινής σύνταξης, στο ύψος που διαμορφώνεται κατά τα ανωτέρω, μειώνεται  αντίστοιχα κατά τα ποσοστά που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 27. Σε  περίπτωση υποβολής αίτησης συνταξιοδότησης λόγω θανάτου, η προσωρινή σύνταξη,  όπως διαμορφώνεται με τις ανωτέρω διατάξεις, χορηγείται σε ποσοστό 50%. Το  ποσοστό αυτό επιμερίζεται μεταξύ των δικαιοδόχων, σύμφωνα με τα ποσοστά  επιμερισμού της σύνταξης.  
8. Η πράξη προσωρινής σύνταξης κατά τα ανωτέρω εκδίδεται εντός δύο (2) μηνών από  την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης.  
10. Η προσωρινή σύνταξη καταβάλλεται κατ' απόλυτη προτεραιότητα στους  δικαιούχους που είναι άτομα με αναπηρία, με χρόνιες παθήσεις και στους γονείς  και νόμιμους κηδεμόνες που προστατεύουν άτομα με αναπηρία ή για όσους  συνταξιοδοτούνται με βάση τις διατάξεις του ν. 612/1977 είτε με βάση τις  διατάξεις που παραπέμπουν σε αυτές και ισχύουν κάθε φορά, ή με βάση τις  διατάξεις που αναφέρονται στα πρόσωπα του τετάρτου εδαφίου της περίπτωσης α' της  παραγράφου 1 των άρθρων 1 και 26 του π.δ. 169/2007 (Α' 210 ) είτε με βάση τις  διατάξεις που παραπέμπουν σε αυτές, όπως ισχύουν κάθε φορά.  
   Αρθρο 31. Ασφαλιστικές παροχές λόγω εργατικού ατυχήματος ή ατυχήματος εκτός εργασίας  
1. Οι ασφαλισμένοι δικαιούνται σύνταξη αναπηρίας και τα μέλη της οικογένειάς  τους σύνταξη λόγω θανάτου, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις και ανεξαρτήτως  χρόνου ασφάλισης, αν η αναπηρία ή ο θάνατος οφείλεται σε εργατικό ατύχημα ή  ατύχημα κατά την απασχόληση. Για τη χορήγηση της σύνταξης του προηγούμενου  εδαφίου απαιτείται υποβολή αίτησης συνταξιοδότησης από τον κατά τα ανωτέρω  δικαιούχο. Η προθεσμία υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης, η διαδικασία  αναγγελίας και διαπίστωσης του εργατικού ατυχήματος ή ατυχήματος κατά την  απασχόληση, το είδος της νόσου ανά επάγγελμα και κάθε άλλο σχετικό θέμα  καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και  Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Με το εργατικό ατύχημα ή ατύχημα κατά την απασχόληση  εξομοιώνονται και οι επαγγελματικές ασθένειες. Μέχρι την έκδοση της απόφασης  αυτής εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του Κανονισμού Ασθενείας του οικείου  φορέα κύριας ασφάλισης και για όσους ασφαλίζονται μετά την 1.1.2016 αυτές του  ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, όπως ισχύουν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος.  
2. Επί αναπηρίας που οφείλεται σε εργατικό ατύχημα ή επαγγελματική ασθένεια, το  ποσό της σύνταξης υπολογίζεται βάσει των άρθρων 7, 8 και 28. Σε καμία περίπτωση  το ποσό της σύνταξης του δικαιούχου δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού που  αντιστοιχεί στο διπλάσιο ποσό της εθνικής σύνταξης, για είκοσι (20) έτη  ασφάλισης, στο ύψος που εκάστοτε διαμορφώνεται, σύμφωνα με το άρθρο 7.  
3. Επί ατυχήματος εκτός εργασίας ή απασχόλησης, περί του οποίου κρίνουν τα  αρμόδια όργανα του Ε.Φ.Κ.Α., οι ασφαλισμένοι δικαιούνται σύνταξη αναπηρίας και  τα μέλη της οικογένειάς τους σύνταξη λόγω θανάτου, αν έχουν πραγματοποιήσει το  μισό χρόνο ασφάλισης από αυτόν που απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις για τη  συνταξιοδότηση λόγω αναπηρίας από κοινή νόσο του άρθρου 11. Τα ίδια όργανα  προσδιορίζουν με αιτιολογημένη απόφασή τους, σε περίπτωση αμφισβήτησης, εάν το  ατύχημα ήταν εργατικό ή εκτός εργασίας. Έως την πλήρη έναρξη λειτουργίας του  Ε.Φ.Κ.Α., επί ατυχήματος εκτός εργασίας ή απασχόλησης, κρίνουν τα υφιστάμενα  αρμόδια όργανα ή επιτροπές των εντασσόμενων φορέων, τομέων, κλάδων και  λογαριασμών.  
5. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αν το ατύχημα συμβαίνει μετά  την έναρξη ισχύος του παρόντος.  
   Αρθρο 35. Εφάπαξ παροχή  
1. Από 1.1.2017 στην ασφάλιση του κλάδου εφάπαξ παροχών του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.  υπάγονται υποχρεωτικά τα πρόσωπα που είχαν ήδη κατά την έναρξη ισχύος του  παρόντος νόμου υπαχθεί στην ασφάλιση των ταμείων, τομέων, κλάδων και  λογαριασμών, σύμφωνα με την περίπτωση α' της παρ. 4 του άρθρου 37 του ν.  4052/2012 (Α' 41), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 76 του  παρόντος, καθώς και όσοι, σύμφωνα με την περίπτωση β' της παρ. 4 του άρθρου 37  του ν. 4052/2012 όπως αντικαθίσταται με το άρθρο 76 του παρόντος αναλαμβάνουν  εργασία ή απασχόληση ή αποκτούν ιδιότητα, η οποία, σύμφωνα με τις καταστατικές  διατάξεις των ως άνω ταμείων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών, όπως ίσχυαν έως  την έναρξη ισχύος του παρόντος, δημιουργούσαν υποχρέωση υπαγωγής στην ασφάλιση  για εφάπαξ παροχή των εν λόγω ταμείων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών.  
3. α. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος η εφάπαξ παροχή απονέμεται εφόσον ο  ασφαλισμένος έλαβε κύρια σύνταξη λόγω γήρατος ή οριστικής αναπηρίας και  συντρέχουν οι απαιτούμενες χρονικές προϋποθέσεις από τη νομοθεσία που διέπει το  τελευταίο από τα εντασσόμενα ταμεία, τομείς, κλάδους ή λογαριασμούς κατά την  ημερομηνία ένταξης ή, σε περίπτωση διακοπής της ασφάλισης πριν από την  ημερομηνία ένταξης, λαμβάνονται υπόψη οι χρονικές προϋποθέσεις από τη νομοθεσία  που διέπει το τελευταίο ταμείο, τομέα, κλάδο ή λογαριασμό ασφάλισης στον οποίο  υπήρχε ασφάλιση και ισχύουν κατά την ημερομηνία ένταξης. Αν ο ασφαλισμένος  λαμβάνει σύνταξη από ταμείο, τομέα, κλάδο ή λογαριασμό που χορηγεί  προσυνταξιοδοτική παροχή, απονέμεται η εφάπαξ παροχή, εφόσον ο ασφαλισμένος  έλαβε προσυνταξιοδοτική παροχή.
 Από την έναρξη ισχύος του παρόντος παύουν να ισχύουν οι καταστατικές  διατάξεις των ταμείων, τομέων, κλάδων ή λογαριασμών του άρθρου 75 του παρόντος  από τις οποίες προβλεπόταν ως προϋπόθεση για τη χορήγηση εφάπαξ παροχής η  προηγούμενη συνταξιοδότηση από φορέα επικουρικής ασφάλισης.
 Εάν ο ασφαλισμένος απεβίωσε μετά την έκδοση της συνταξιοδοτικής πράξης  (γήρατος ή αναπηρίας), η εφάπαξ παροχή χορηγείται, σύμφωνα με τις διατάξεις περί  κληρονομικής διαδοχής.
10. Η εφάπαξ παροχή καταβάλλεται κατ' απόλυτη προτεραιότητα σε όλους τους  δικαιούχους που είναι άτομα με αναπηρία, με χρόνιες παθήσεις και στους γονείς  και νόμιμους κηδεμόνες που προστατεύουν άτομα με αναπηρία ή σε όσους  συνταξιοδοτούνται με βάση τις διατάξεις του ν. 612/1977 είτε με βάση τις  διατάξεις που παραπέμπουν σε αυτές και ισχύουν κάθε φορά, ή με βάση τις  διατάξεις που αναφέρονται στα πρόσωπα του τετάρτου εδαφίου της περίπτωσης α' της  παρ. 1 των άρθρων 1 και 26 του π.δ. 169/2007 (Α' 210 ) είτε με βάση τις  διατάξεις που παραπέμπουν σε αυτές, όπως ισχύουν κάθε φορά, καθώς και για όσους  λαμβάνουν επίδομα, σύμφωνα με το άρθρο 42 του ν. 1140/1981, όπως ισχύει για τις  κύριες και επικουρικές συντάξεις.  
Άρθρο 48
Διατάξεις Μ.Τ.Π.Υ.
4. Η παρ. 4 του άρθρου 44 του Π.δ. 422/1981 (Α' 114), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«4. Ο χήρος/χήρα δικαιούται μέρισμα εφόσον έχει συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας του κατά το χρόνο θανάτου του μετόχου. Εφόσον έχει συμπληρώσει το 52ο έτος της ηλικίας του/της κατά τον ως άνω χρόνο, δικαιούται μέρισμα για διάστημα τριών (3) ετών, μετά την πάροδο των οποίων η καταβολή μερίσματος αναστέλλεται μέχρι τη συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας του/της. Εφόσον δεν έχει συμπληρώσει το 52ο έτος της ηλικίας του/της κατά τον ως άνω χρόνο, δικαιούται μέρισμα για διάστημα τριών (3) ετών. Οι ανωτέρω περιορισμοί δεν εφαρμόζονται εφόσον και για όσο χρόνο ο χήρος/χήρα, κατά τον ως άνω χρόνο, έχει τέκνο ή τέκνα που υπάγονται στις παραγράφους 5 και 6 του παρόντος άρθρου όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν, ή είναι ανίκανος για την άσκηση βιοποριστικού επαγγέλματος κατά ποσοστό 67% και άνω. Η καταβολή του μερίσματος παύει αν ο χήρος/χήρα τελέσει νέο γάμο.»
5. Η παρ. 5 του άρθρου 44 του Π.δ. 422/1981 (Α' 114), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«5. Τα ορφανά τέκνα των μετόχων δικαιούνται μέρισμα, εφόσον είναι ανήλικα και άγαμα. Η ενηλικίωση επέρχεται με τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας.
Τα ορφανά τέκνα των μετόχων που φοιτούν σε ανώτατες και ανώτερες σχολές της ημεδαπής ή ισότιμες της αλλοδαπής, δικαιούνται μέρισμα μέχρι το τέλος των σπουδών τους και πάντως όχι πέρα από τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας τους, εφόσον είναι άγαμα. Το μέρισμα καταβάλλεται με την προσκόμιση σε ετήσια βάση πιστοποιητικού της οικείας σχολής, από το οποίο προκύπτει η κανονική φοίτηση του σπουδαστή.»
6. Η παρ. 6 του άρθρου 44 του Π.δ. 422/1981 (Α' 114), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«6. Με τα ανήλικα τέκνα εξομοιώνονται και τα ενήλικα άγαμα ορφανά, εφόσον είναι ανίκανα για την άσκηση βιοποριστικού επαγγέλματος κατά ποσοστό 67% και άνω.»
Η  παράγραφος 6 είχε ως εξής:
6. Προς ανήλικα τέκνα εξομοιούνται και τα ενήλικα άρρενα ορφανά, τα αποδεδειγμένως ως σωματικώς ή πνευματιθκώς ανίκανα.
7. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 45 του Π.δ. 422/1981 (Α' 114), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«Κατ' εξαίρεση, αποκτούν δικαίωμα μερίσματος και τα ενήλικα τέκνα, εφόσον πληρούνται, ανάλογα με την περίπτωση, οι προϋποθέσεις της παραγράφου 5 του προηγούμενου άρθρου.»
Το καταργούμενο εδάφιο είχε ως εξής:
«Κατ? εξαίρεση, αποκτούν δικαίωμα μερίσματος και τα ενήλικα άρρενα τέκνα ή αδέλφια, εφ? όσον πληρούνται, ανάλογα με την περίπτωση, οι προϋποθέσεις της παρ. 5 του προηγούμενου άρθρου».
10. Στο τέλος του άρθρου 4 του ν.1395/1983 (Α' 125), προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Οι διατάξεις του άρθρου αυτού έχουν εφαρμογή και στους υπαλλήλους - μετόχους του Μ.Τ.Π.Υ. που έχουν υποστεί μεταμόσχευση μυελού των οστών ή συμπαγών οργάνων (καρδιά, πνεύμονες, ήπαρ, πάγκρεας και νεφροί), εφόσον για τις περιπτώσεις αυτές συντρέχει ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 67%.»
Νόμου 1395
Αρθρο: 4
Σχόλια
- Το παρόν άρθρο τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 6 του ν. 3620/2007 (Α΄ 276/11.12.2007).
"Οι υπαγόμενοι στο άρθρο 3 του ν. 2227/1994 μέτοχοι του Μ.Τ.Π.Υ. δικαιούνται να αναγνωρίσουν ως χρόνο πλασματικής συμμετοχής στο Ταμείο, τόσο χρόνο υπηρεσίας όσος αναλογεί στην απονεμηθείσα σε αυτούς σύνταξη προς απόληψη μερίσματος ανάλογου προς το χρόνο αυτόν. Το Δημόσιο επιβαρύνεται με πληρωμή κατ' έτος προς το Μ.Τ.Π.Υ. του ποσού της διαφοράς μεταξύ του επιπλέον καταβαλλόμενου μερίσματος και αυτού που προκύπτει από τα πραγματικά χρόνια ασφάλισής τους στο Ταμείο. Η αναπροσαρμογή των μερισμάτων όσων έχουν ήδη μερισματοδοτηθεί γίνεται ύστερα από αίτηση του δικαιούχου στο Μ.Τ.Π.Υ. και τα οικονομικά αποτελέσματα αρχίζουν από την πρώτη του μήνα, κατά τον οποίο υποβάλλεται η σχετική αίτηση".

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε
ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
Άρθρο 51
Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης -Σύσταση - Σκοπός
1. Συνιστάται Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης», αποκαλούμενο στο εξής «Ε.Φ.Κ.Α.», το οποίο τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και έχει την έδρα του στην Αθήνα.
Από 1.1.2017, οπότε και αρχίζει η λειτουργία του ως φορέα κύριας κοινωνικής ασφάλισης, εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α. αυτοδίκαια οι υφιστάμενοι φορείς κύριας κοινωνικής ασφάλισης, σύμφωνα με τα άρθρα 53 επ. και ο Ε.Φ.Κ.Α. καθίσταται οιονεί καθολικός διάδοχος αυτών. Το Ν.Α.Τ. και ο Ο.Γ.Α. εξακολουθούν, και μετά την κατά τα ως άνω ένταξή τους, να διατηρούν αυτοτελή νομική προσωπικότητα για την άσκηση των μη ασφαλιστικών τους αρμοδιοτήτων. Ειδικά ως προς το Δημόσιο, περιέρχονται στον Ε.Φ.Κ.Α. οι εν γένει αρμοδιότητες που αφορούν στις συντάξεις του Δημοσίου, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 53, με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παράγραφο 3 του άρθρου 4 του παρόντος.
2. Σκοπός του Ε.Φ.Κ.Α. είναι η κάλυψη των υπακτέων στην ασφάλιση του Ε.Φ.Κ.Α. προσώπων για τους ασφαλιστικούς κινδύνους που προβλέπονται από την οικεία νομοθεσία με την προβλεπόμενη στο νόμο αυτόν χορήγηση:
α. μηνιαίας κύριας σύνταξης, λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου στους ασφαλισμένους ή/και στα μέλη της οικογενείας τους,
γ. Οι διατάξεις του άρθρου 6 του Ν. 3863/2010 (Α' 115)
αναφορικά με τη σύσταση και τη λειτουργία του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α.) εξακολουθούν να εφαρμόζονται από τον Ε.Φ.Κ.Α..
Άρθρο 57
Διοίκηση του Ε.Φ.Κ.Α.
1. Όργανα διοίκησης του Ε.Φ.Κ.Α. είναι: α) ο Διοικητής και β) το Διοικητικό Συμβούλιο (Δ.Σ.).
4. Το Δ.Σ. του Ε.Φ.Κ.Α. είναι ενδεκαμελές (11), συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, κατά παρέκκλιση των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου του Α.Ν. 1778/1951 (Α' 118) και των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 37 του Ν. 2676/1999 (Α' 1), και αποτελείται από:
ε. Έναν (1) εκπρόσωπο της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ατόμων με Αναπηρία (ΕΣΑμεΑ), με τον αναπληρωτή του,
  Αρθρο 92. Επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΚΑΣ)  
1. Από 1.1.2016 και έως τις 31.12.2019 το Επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΚΑΣ), το οποίο θεσπίσθηκε με το άρθρο 20 του ν. 2434/1996 (Α' 188), καθώς και με την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου «Μέτρα Ενίσχυσης των χαμηλοσυνταξιούχων», (Α'211), η οποία κυρώθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 2453/1997 (Α'4), όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν, καταβάλλεται αποκλειστικά σε ήδη συνταξιούχους, καθώς και σε δικαιούχους σύνταξης γήρατος, αναπηρίας και θανάτου των εντασσόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α. κατ' άρθρο 53 οργανισμών κύριας ασφάλισης, καθώς και της Τράπεζας της Ελλάδος, εκτός των συνταξιούχων του ΟΓΑ των οποίων η συνταξιοδότηση αρχίζει πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος. Για την καταβολή του επιδόματος πρέπει να πληρούνται αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α. Να έχουν συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας τους. Για τους συνταξιούχους λόγω αναπηρίας με ποσοστό αναπηρίας 80% και άνω, καθώς και για τα τέκνα που λαμβάνουν σύνταξη λόγω θανάτου του γονέα τους, δεν απαιτείται η συμπλήρωση ορίου ηλικίας.
β. Το συνολικό καθαρό ετήσιο εισόδημα τους από συντάξεις (κύριες, επικουρικές και βοηθήματα καταβαλλόμενα σε χρήμα), μισθούς, ημερομίσθια και λοιπά επιδόματα, να μην υπερβαίνει το ποσό των επτά χιλιάδων εννιακοσίων εβδομήντα δύο (7.972) ευρώ.
Για τον προσδιορισμό του εισοδήματος αυτού δεν λαμβάνονται υπόψη τα ποσά που αντιστοιχούν στη σύνταξη αναπήρων, θυμάτων πολεμικής περιόδου και κατά την εκτέλεση της στρατιωτικής υπηρεσίας, θυμάτων τρομοκρατίας, καθώς και στα προνοιακά βοηθήματα.
γ. Το συνολικό ετήσιο ατομικό φορολογητέο, καθώς και το απαλλασσόμενο ή φορολογούμενο με ειδικό τρόπο εισόδημα του συνταξιούχου να μην υπερβαίνει το ποσό των οκτώ χιλιάδων οκτακοσίων ογδόντα τεσσάρων
(8.884) ευρώ.
δ. Το συνολικό ετήσιο οικογενειακό φορολογητέο, καθώς και το απαλλασσόμενο ή φορολογούμενο με ειδικό τρόπο εισόδημα να μην υπερβαίνει το ποσό των έντεκα χιλιάδων (11.000) ευρώ.
Τα παραπάνω ποσά, των περιπτώσεων β' , γ' και δ' , αφορούν εισοδήματα που δηλώθηκαν κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος.
ε. Το συνολικό ακαθάριστο ποσό κύριας και επικουρικής σύνταξης που καταβάλλεται κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και τα πάσης φύσεως επιδόματα να μην υπερβαίνει τα εξακόσια εξήντα τέσσερα (664) ευρώ.
Για κάθε έτος, αρχής γενομένης από 1.1.2017 και μέχρι 31.12.2019, εξετάζεται το καταβαλλόμενο ως ανωτέρω ποσό συντάξεων κατά το μήνα έκδοσης της υπουργικής απόφασης της παραγράφου 4 ή το δικαιούμενο ποσό συντάξεων κατά τον πρώτο πλήρη μήνα συνταξιοδότησης, αν η συνταξιοδότηση χωρεί μετά την έκδοση της υπουργικής απόφασης.
4. Από 1.1.2017 και μέχρι 31.12.2019 και σε ετήσια βάση τα ποσά που αναφέρονται  στα εισοδηματικά κριτήρια της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, καθώς και τα ποσά  του επιδόματος που αναφέρονται στην παράγραφο 2, αναπροσαρμόζονται με κοινή  απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και  Κοινωνικής Αλληλεγγύης, προκειμένου τα ως άνω κριτήρια να βαίνουν κάθε έτος  μειούμενα, με σκοπό αντίστοιχη ετήσια εμπροσθοβαρή μείωση της δαπάνης της  παροχής μέχρι την ολοκληρωτική κατάργηση αυτής. Από 1.1.2020 η παροχή αυτή  καταργείται.  
   Αρθρο 93. Επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης Ανασφάλιστων Υπερήλικων  
1. Στους ανασφάλιστους υπερήλικες και σε αυτούς που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, καταβάλλεται από τον ΟΓΑ, επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης Ανασφαλίστων Υπερηλίκων, εφόσον πληρούν τις εξής προϋποθέσεις:
α. Έχουν συμπληρώσει το 67ο έτος της ηλικίας τους.
β. Δεν λαμβάνουν ή δεν δικαιούνται να λάβουν σύνταξη από το εξωτερικό ή οποιαδήποτε ασφαλιστική ή προνοιακή παροχή από την Ελλάδα, μεγαλύτερη από το κατωτέρω στην παράγραφο 3 πλήρες ποσό του επιδόματος.
Σε περίπτωση που η κατά τα ανωτέρω σύνταξη ή παροχή από δημόσιο φορέα που λαμβάνουν είναι μικρότερη από το επίδομα, δικαιούνται το ποσό της διαφοράς που προκύπτει μετά την αφαίρεση του ποσού της σύνταξης ή παροχής που λαμβάνουν από το επίδομα. Αν το ποσό που προκύπτει είναι μικρότερο από είκοσι (20) ευρώ δεν καταβάλλεται το επίδομα.
Σε περίπτωση μεταβολής του ποσού της σύνταξης ή της παροχής που λαμβάνουν από το εξωτερικό ή την Ελλάδα, αντίστοιχα, οι δικαιούχοι υποχρεούνται να το δηλώσουν αμέσως, προκειμένου να τροποποιηθεί αναλόγως το ποσό του επιδόματος.
Για όσους λαμβάνουν σύνταξη ή άλλη παροχή από οποιοδήποτε φορέα του εξωτερικού, η νομισματική ισοτιμία λαμβάνεται υπόψη την 1 η εργάσιμη ημέρα του έτους κατά τη χορήγηση, την επαναχορήγηση ή την τροποποίηση του ποσού της παροχής που λαμβάνουν από τον αρμόδιο για την καταβολή αυτής φορέα, λόγω αλλαγής του ποσού της σύνταξης που λαμβάνουν από τον φορέα του εξωτερικού.
γ. Διαμένουν μόνιμα και νόμιμα στην Ελλάδα δεκαπέντε (15) συνεχόμενα έτη πριν από την υποβολή της αίτησης για τη λήψη του επιδόματος ή δεκαπέντε (15) έτη μεταξύ του 17ου και του 67ου έτους της ηλικίας τους, εκ των οποίων τα δέκα (10) συνεχόμενα πριν από την υποβολή της αίτησης και εξακολουθούν να διαμένουν στην Ελλάδα και μετά τη λήψη της παροχής.
δ. Το ποσό του επιδόματος καταβάλλεται πλήρες ή, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην περίπτωση β' της παρ. 1 για όσους πληρούν αθροιστικά τα ανωτέρω κριτήρια και έχουν συμπληρώσει στη χώρα τουλάχιστον τριάντα πέντε (35) πλήρη έτη διαμονής και μειώνεται κατά 1/35 για κάθε ένα (1) έτος που υπολείπεται των τριάντα πέντε (35) ετών διαμονής στη χώρα.
ε. Το συνολικό ετήσιο ατομικό φορολογητέο εισόδημά τους, καθώς και το απαλλασσόμενο ή φορολογούμενο με ειδικό τρόπο εισόδημά τους δεν υπερβαίνει το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων τριακοσίων είκοσι (4.320) ευρώ ή, στη περίπτωση εγγάμων, το συνολικό ετήσιο οικογενειακό φορολογητέο εισόδημα, καθώς και το απαλλασσόμενο ή φορολογούμενο με ειδικό τρόπο εισόδημα δεν υπερβαίνει το ποσό των οκτώ χιλιάδων εξακοσίων σαράντα (8.640) ευρώ.
2. Στο εισόδημα δεν υπολογίζονται:
α. Οι οικονομικές ενισχύσεις που χορηγούνται  σε άτομα με αναπηρίες λόγω της αναπηρίας τους.
 β. Το διατροφικό επίδομα που χορηγείται στους πάσχοντες από χρόνια  νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου και στους μεταμοσχευμένους.
4. Το πλήρες ποσό του μηνιαίου επιδόματος ανέρχεται σε τριακόσια εξήντα (360)  ευρώ και αναπροσαρμόζεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 3 του άρθρου  14 του παρόντος.  
7. Οι ανασφάλιστοι υπερήλικες που λαμβάνουν ήδη, πριν από την έναρξη ισχύος του  παρόντος, παροχή από τον ΟΓΑ, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1296/1982, όπως  τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του ν. 4093/2012, εξακολουθούν να λαμβάνουν την  παροχή, σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά τη δημοσίευση διατάξεις του τελευταίου.  
   Αρθρο 96. Παροχές Ε.Τ.Ε.Α. - Αναπροσαρμογή καταβαλλόμενων συντάξεων  
1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος το άρθρο 42 του ν. 4052/2012 αντικαθίσταται ως εξής:
«Στο πλαίσιο του Εθνικού Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης, η επικουρική σύνταξη των ασφαλισμένων στο Ε.Τ.Ε.Α. καθορίζεται ως εξής:
1. Το ποσό της καταβαλλόμενης σύνταξης διαμορφώνεται με βάση: α) τα δημογραφικά δεδομένα, τα οποία στηρίζονται σε εγκεκριμένους πίνακες θνησιμότητας και β) το πλασματικό ποσοστό επιστροφής που θα εφαρμόζεται στις συνολικά καταβληθείσες εισφορές και το οποίο θα προκύπτει από την ποσοστιαία μεταβολή των συντάξιμων αποδοχών των ασφαλισμένων.
2. Σε περίπτωση ελλειμμάτων λειτουργεί αυτόματος μηχανισμός εξισορρόπησης, ο οποίος αποκλείει απολύτως κάθε αναπροσαρμογή των συντάξεων. Κατά τη χρονική περίοδο αυξημένων εισφορών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 97, οι συντάξεις δεν αναπροσαρμόζονται στην περίπτωση που, εάν αφαιρεθούν τα έξοδα από τα έσοδα του Ταμείου, το αποτέλεσμα είναι είτε αρνητικό είτε μικρότερο από το 0,5% των εισφορών, λαμβάνοντας υπόψη τα απολογιστικά στοιχεία της προηγούμενης χρήσης.
4. Οι ήδη καταβαλλόμενες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου επικουρικές  συντάξεις αναπροσαρμόζονται με εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου,  εφόσον το άθροισμα κύριας και επικουρικής σύνταξης του δικαιούχου υπερβαίνει το  ποσό των χιλίων τριακοσίων (1300) ευρώ. Τα ανωτέρω στοιχεία αποτυπώνονται από  την 1.1.2018 για κάθε ασφαλισμένο στο οικείο πληροφοριακό σύστημα. Για την  εφαρμογή του ορίου αυτού, λαμβάνεται υπόψη το καταβαλλόμενο ποσό των συντάξεων  συμπεριλαμβανομένης της εισφοράς υγειονομικής περίθαλψης και της Εισφοράς  Αλληλεγγύης Συνταξιούχων του άρθρου 38 του ν. 3863/2010 (Α' 115), όπως ισχύει,  και των παραγράφων 11, 12 και 13 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011 (Α' 152), όπως  ισχύει. Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται, μετά την αναπροσαρμογή, το άθροισμα  κύριας και επικουρικής σύνταξης να μειωθεί πέραν του ανωτέρω ορίου των χιλίων  τριακοσίων (1.300) ευρώ, του υπερβάλλοντος ποσού καταβαλλομένου ως προσωπική  διαφορά.
Στον υπολογισμό του ανώτατου ορίου καταβολής σύνταξης που αφορά στα  άτομα με αναπηρία ή χρόνια πάθηση και των οικογενειών που έχουν μέλη τους άτομα  με αναπηρία δεν λαμβάνονται υπόψη τα πάσης φύσεως επιδόματα αναπηρίας.  
Άρθρο 112
Ρυθμίσεις φορολογίας εισοδήματος
9. Στον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013) προστίθεται άρθρο 43Α ως εξής:
«Αρθρο 43Α
Επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης στα φυσικά πρόσωπα
1. Επιβάλλεται ειδική εισφορά αλληλεγγύης στα εισοδήματα άνω των δώδεκα χιλιάδων (12.000) ευρώ των φυσικών προσώπων ή σχολάζουσας κληρονομίας. Για την επιβολή της εισφοράς λαμβάνεται υπόψη το σύνολο του εισοδήματος, όπως αυτό προκύπτει από την άθροιση των εισοδημάτων από μισθωτή εργασία και συντάξεις, από επιχειρηματική δραστηριότητα, από κεφάλαιο, από υπεραξία μεταβίβασης κεφαλαίου, φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο, πραγματικό ή τεκμαρτό.
2. Εξαιρούνται και δεν προσμετρώνται τα εισοδήματα των προσώπων που είναι ολικώς τυφλοί, καθώς και των προσώπων που παρουσιάζουν βαριές κινητικές αναπηρίες σε ποσοστό από ογδόντα τοις εκατό (80%) και άνω, η αποζημίωση για τη λύση ή καταγγελία της εργασιακής σχέσης της περίπτωσης ε' της παρ. 3 του άρθρου 12 και της περίπτωσης στ' της παρ. 1 του άρθρου 14.
6. Στο εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες που αποκτούν οι αμειβόμενοι με μηνιαίο μισθό, οι συνταξιούχοι από φορείς κύριας ασφάλισης, οι αμειβόμενοι με ημερομίσθιο οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες με σχέση μίσθωσης εργασίας πάνω από ένα (1) έτος στον ίδιο εργοδότη ή με σχέση μίσθωσης εργασίας αορίστου χρόνου, οι αξιωματικοί και το κατώτερο πλήρωμα του εμπορικού ναυτικού που παρέχουν υπηρεσίες σε εμπορικά πλοία και με εξαίρεση τα εισοδήματα των προσώπων που είναι ολικώς τυφλοί και των προσώπων που παρουσιάζουν βαριές κινητικές αναπηρίες σε ποσοστό από ογδόντα τοις εκατό (80%) και άνω, διενεργείται παρακράτηση από τους εργοδότες ή από τους φορείς που καταβάλλουν κύριες συντάξεις έναντι της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης. Η παρακράτηση διενεργείται κατά την καταβολή και υπολογίζεται με συντελεστή μετά από προηγούμενη αναγωγή του μισθού ή της σύνταξης ή του ημερομισθίου ή της αμοιβής που ορίζεται με άλλη βάση, σε ετήσιο καθαρό εισόδημα που ορίζεται στην παράγραφο 3.
7. Η ειδική εισφορά αλληλεγγύης φυσικών προσώπων δεν αφαιρείται από το συνολικό εισόδημα ούτε από το φόρο εισοδήματος.
11. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων έχουν εφαρμογή για τα εισοδήματα που αποκτώνται από το φορολογικό έτος 2016 και επόμενα, ενώ η παρακράτηση της εισφοράς από τους μισθούς και τις συντάξεις με τη νέα κλίμακα αρχίζει να πραγματοποιείται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
12. Στο Παράρτημα του Ν. 4174/2013 οι λέξεις «Ειδική Εισφορά Αλληλεγγύης Φυσικών Προσώπων (άρθρο 29 του Ν. 3986/2011)» αντικαθίστανται με τις λέξεις «Ειδική Εισφορά Αλληλεγγύης Φυσικών Προσώπων (άρθρο 29 του Ν. 3986/2011 και του άρθρου 43Α του Ν. 4172/2013).»