Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

Νόμος 3518 του 2006 Επιδόματα απολύτου αναπηρίας στα επικουρικά ταμεία και στο ΙΚΑ ΚΛΠ



Νόμος 3518 του 2006.
Του Μανώλη Μπασιά
Επειδή μου υπέβαλαν ερωτήματα σχετικά με τα επιδόματα απολύτου αναπηρίας στα επικουρικά ταμεία και στο ΙΚΑ και ύστερα από την ανάρτιση του άρθρου 42 του νόμου 1140/ 1981,
Αναρτώ σήμερα τα άρθρα του νόμου 3518 που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για τους αναπήρους.
Προ του νόμου αυτού το επίδομα απολύτου αναπηρίας των συνταξιούχων του ΙΚΑ υπολογιζόταν στο 50% επί του βασικού ποσού σύνταξης, όπως αυτό ήταν διαμορφωμένο κατά την ημερομηνία που τους απονεμήθηκε για πρώτη φορά σύνταξη, το οποίο διαφέρει από το καταβαλλόμενο, με αποτέλεσμα το πραγματικό ποσό που ελάμβαναν οι δικαιούχοι του επιδόματος αυτού να υπολείπεται του 50% του καταβαλλόμενου ποσού σύνταξης.
Ο νόμος αυτός προσαρμόζει τις συντάξεις του ΙΚΑ με το άρθρο 42 παράγραφος 3 του νόμου 1140/1981.



ΝΟΜΟΣ 3518 2006 ΦΕΚ: Α 272 20061221
Τέθηκε σε ισχύ: 21.12.2006

Αρθρο: 58
Τίτλος Αρθρου
Ειδικές Ρυθμίσεις Φορέων Επικουρικής Ασφάλισης και Πρόνοιας

Κείμενο Αρθρου
1. Η προβλεπόμενη από τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 42 του ν. 1140/1981 (ΦΕΚ 68 Α'), όπως ισχύουν, προσαύξηση της σύνταξης δεν χορηγείται από Φορείς και Κλάδους Επικουρικής Ασφάλισης, αρμοδιότητας του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας.
Εξαιρούνται από την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου οι τυφλοί συνταξιούχοι των ανωτέρω φορέων, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που έχουν ήδη συνταξιοδοτηθεί, των οποίων οι συντάξεις προσαυξάνονται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 42 του ν. 1140/1981, όπως ισχύουν.

Καταστατικές διατάξεις φορέων και Κλάδων Επικουρικής ασφάλισης, αρμοδιότητας του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, που προβλέπουν προσαύξηση της σύνταξης όσων συνταξιούχων βρίσκονται συνεχώς σε κατάσταση που απαιτεί συνεχή επίβλεψη, περιποίηση και συμπαράσταση ετέρου προσώπου (απόλυτη αναπηρία), εξακολουθούν να ισχύουν.

Στους συνταξιούχους φορέων και Κλάδων Επικουρικής Ασφάλισης του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, στους οποίους εχορηγείτο η παροχή αυτή χωρίς η καταβολή της να προβλέπεται ρητά από καταστατικές ή άλλες διατάξεις, εξακολουθεί να χορηγείται.

Τα οικονομικά αποτελέσματα από την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής αρχίζουν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μετά από υποβολή σχετικής αίτησης των ενδιαφερομένων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΑΤΟΜΑ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΕΣ

 Αρθρο: 60

Τίτλος Αρθρου
Επίδομα απόλυτης αναπηρίας

Κείμενο Αρθρου
Το ποσό της προσαύξησης λόγω απόλυτης αναπηρίας που χορηγείται από το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. στους συνταξιούχους της παρ. 3 του άρθρου 42 του ν. 1140/1981, όπως ισχύει, και υπό τους όρους, προϋποθέσεις και περιορισμούς των ανωτέρω διατάξεων ισούται με το 50% της καταβαλλόμενης σύνταξης, μη συμπεριλαμβανομένων των οικογενειακών επιδομάτων και των επιδομάτων τέκνων, και δεν μπορεί να υπερβαίνει το εικοσαπλάσιο του κάθε φορά ισχύοντος κατώτατου ημερομίσθιου ανειδίκευτου εργάτη.

Προκειμένου για συνταξιούχους που λαμβάνουν δύο συντάξεις από το Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ., η ανωτέρω προσαύξηση χορηγείται στη μεγαλύτερη καταβαλλόμενη σύνταξη.
Προκειμένου για συνταξιούχους που ήδη λαμβάνουν την προσαύξηση απόλυτης αναπηρίας, τα οικονομικά αποτελέσματα από την εφαρμογή της διάταξης αυτής επέρχονται από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μετά την υποβολή σχετικής αίτησης.

Οι διατάξεις της παρ. 10 του άρθρου 29 του α.ν. 1846/ 1951, όπως συμπληρώθηκε από την παρ. 20 του άρθρου 16 του ν. 4497/1966 και την παρ. 12 του άρθρου 5 του ν.825/1978, καταργούνται.

Κατά την εισηγητική έκθεση του νόμου 3518 του 2006:
Αρθρο 58
Ειδικές Ρυθμίσεις Φορέων Επικουρικής Ασφάλισης και Πρόνοιας
1. Με την παρ. 1 ρυθμίζεται η χορήγηση του επιδόματος απόλυτης αναπηρίας από τους φορείς επικουρικής ασφάλισης.
Σύμφωνα με την παρ.3 του άρθρου 42 του ν.1140/1981 το επίδομα της απόλυτης αναπηρίας, που συνίσταται σε προσαύξηση κατά ποσοστό 50% επί της σύνταξης, χορηγείται λόγω αναπηρίας σε συνταξιούχους ασφαλιστικών φορέων αρμοδιότητας Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών οι οποίοι ευρίσκονται διαρκώς σε κατάσταση που απαιτεί συνεχή επίβλεψη, περιποίηση και συμπαράσταση άλλου προσώπου (απόλυτη αναπηρία). Το ανωτέρω επίδομα χορηγείται και στους συνταξιούχους λόγω θανάτου. Την προσαύξηση αυτή λαμβάνουν και οι συνταξιούχοι λόγω γήρατος οι οποίοι κατέστησαν τυφλοί.
Πρόβλημα έχει δημιουργηθεί για το εάν και οι φορείς επικουρικής ασφάλισης, υποχρεούνται στη χορήγηση του επιδόματος αυτού. Σύμφωνα με την αρ.881/1984 γνωμοδότηση της νομικής υπηρεσίας της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων η διάταξη της παρ.3 του άρθρου 42 του ν.1140/1981 δεν έχει εφαρμογή στους φορείς επικουρικής ασφάλισης.
Η φύση των οργανισμών επικουρικής ασφάλισης είναι τέτοια που δεν επιτρέπει την επιβολή ενιαίων ρυθμίσεων και γενικών οικονομικών επιβαρύνσεων χωρίς ειδική κάθε φορά πρόβλεψη στο Καταστατικό που να σταθμίζει την οικονομική αντοχή κάθε ενός από τους οργανισμούς αυτούς χωριστά. Εξάλλου σκοπός των Οργανισμών επικουρικής ασφάλισης δεν είναι η παροχή πλήρων παροχών στους ασφαλισμένους τους, αλλά η βελτίωση της θέσεως τους με την προσθήκη στις παροχές του φορέα κύριας ασφαλίσεως ενός επιπλέον ποσού περιοδικής ή εφάπαξ παροχής.
Πάντως επειδή η διάταξη της παρ.3 του άρθρου 42 δεν είναι σαφής και έχει δημιουργήσει ερμηνευτικά προβλήματα, για το αν και οι φορείς επικουρικής ασφάλισης είναι υποχρεωμένοι να χορηγούν το επίδομα απόλυτης αναπηρίας, προτείνεται η θέσπιση ευθείας διάταξης σύμφωνα με την οποία οι επικουρικοί φορείς δεν υποχρεούνται στην καταβολή του επιδόματος αυτού.
Κατ' εξαίρεση, το ανωτέρω επίδομα θα καταβάλλεται από τα επικουρικά ταμεία στις περιπτώσεις που προβλέπεται από τις καταστατικές τους διατάξεις, στους τυφλούς ασφαλισμένους κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 5 παρ.7 του ν.3232/2004 και τέλος, θα εξακολουθήσει να καταβάλλεται στους συνταξιούχους εκείνους που μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού εχορηγείτο.

Άρθρο 60
Επίδομα απόλυτης αναπηρίας
Με το άρθρο αυτό το ύψος του επιδόματος απολύτου αναπηρίας που χορηγείται στους δικαιούχους συνταξιούχους Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. καθορίζεται στο 50% του καταβαλλόμενου ποσού σύνταξης, στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνονται οι προσαυξήσεις λόγω συζύγου και τέκνων. Τα οικονομικά αποτελέσματα της διάταξης αυτής αρχίζουν από τη δημοσίευση του νόμου αυτού και μετά από υποβολή σχετικής αίτησης από τους ενδιαφερόμενους.
Με τη ρύθμιση αυτή ενισχύονται ουσιαστικά συνταξιούχοι με σοβαρά προβλήματα υγείας και οι οικογένειες τους, δεδομένου ότι πρόκειται για άτομα με τόσο επιβαρυμένη υγεία, ώστε να χρειάζονται συνεχώς τη συμπαράσταση ετέρου προσώπου, συμπαράσταση που συχνά είναι επ' αμοιβή ή όταν δεν είναι συνεπάγεται την αδυναμία του ετέρου προσώπου (συνήθως συζύγου) να εργαστεί και, επομένως, να συμβάλλει στον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Άρθρο 61
Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις
1. Με τις παρ. 1 και 2 αυξάνεται το όριο ηλικίας, πριν τη συμπλήρωση του οποίου είναι αναγκαία η εκδήλωση της ανικανότητας για κάθε εργασία, προκειμένου να κριθεί το συνταξιοδοτικό δικαίωμα των ανικάνων παιδιών, αδελφών, εγγονών, προγονών που πάσχουν από ψυχικές παθήσεις ή το δικαίωμα προσαύξησης της σύνταξης γι' αυτά.
Με τις ισχύουσες διατάξεις προβλέπεται ότι το δικαίωμα σύνταξης των δικαιοδόχων μελών (εκτός των συζύγων) θανόντων ασφαλισμένων ή συνταξιούχων, καθώς και το δικαίωμα προσαύξησης της σύνταξης γι' αυτά των άμεσα δικαιούχων, παύει με τη συμπλήρωση του 18ου έτους ή σε περίπτωση συνέχισης των σπουδών σε ανώτερα ή ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα με τη συμπλήρωση του 24ου έτους. Τα εν λόγω όρια ηλικίας δεν ισχύουν προκειμένου για παιδιά, εγγονούς, προγονούς κλπ που είναι ανίκανα για κάθε βιοποριστική εργασία, εφόσον η ανικανότητα επήλθε πριν τη συμπλήρωση των προαναφερθέντων ορίων ηλικίας.
Η σύνταξη λόγω θανάτου χορηγείται για την κάλυψη της απώλειας του εισοδήματος που συνεπάγεται ο θάνατος του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου για τα μέλη της οικογένειας του, τα οποία εξαρτώνται οικονομικά από αυτόν, ενώ η προσαύξηση της σύνταξης χορηγείται για την κάλυψη των αυξημένων αναγκών που συνεπάγονται ειδικά οι παθήσεις που επιφέρουν μεγάλο ποσοστό αναπηρίας. Για το λόγο αυτόν δικαιολογείται η καταβολή της σύνταξης και μετά τη συμπλήρωση των 18 ετών για τα παιδιά τα οποία έχουν καταστεί ανάπηρα πριν την ενηλικίωση τους, ανεξάρτητα από τη φύση της νόσου που επιφέρει την ανικανότητα τους για εργασία.
Μεταξύ όμως των σωματικών και των ψυχικών παθήσεων υπάρχουν σημαντικές διαφορές, δεδομένου ότι τα σωματικά νοσήματα έχουν έντονα και οξέα συμπτώματα που αναγκάζουν τους ασθενείς να καταφύγουν σε ιατρικές υπηρεσίες με αποτέλεσμα να γίνεται έγκαιρα η διάγνωση της πάθησης. Αντίθετα οι σοβαρές και χρόνιες ψυχικές διαταραχές, εμφανίζονται, συνήθως στην εφηβεία, αρχικά σε ήπια μορφή και υποσημασιολογούνται από το περιβάλλον των ασθενών για μεγάλο χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα να παρατείνεται η πρόδρομη φάση της νόσου και να ακολουθεί η ενεργός φάση και η εκδήλωση-διάγνωσή της, στις περισσότερες περιπτώσεις, μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας.
Για τους παραπάνω λόγους εκτιμούμε ότι πρέπει να τεθεί το 25ο έτος ως το όριο ηλικίας πριν τη συμπλήρωση του οποίου πρέπει να έχει επέλθει η ανικανότητα για κάθε εργασία των μελών οικογένειας, ασφαλισμένου ή συνταξιούχου, που πάσχουν από ψυχικές παθήσεις προκειμένου να μην στερηθούν της προβλεπόμενης από τις διατάξεις του κάθε φορέα κοινωνικοασφαλιστικής προστασίας.
2. Με την παρ. 3 καθίστανται ευνοϊκότεροι οι όροι χορήγησης του εξωιδρυματικού επιδόματος στους ακρωτηριασμένους κατά τα άνω ή κάτω άκρα.
Με τις διατάξεις των περιπτώσεων β' και ε' του άρθρου 5 του ν. 3232/2004 προβλέπεται η χορήγηση μηνιαίου εξωιδρυματικού επιδόματος στους ασφαλισμένους και συνταξιούχους όλων των ασφαλιστικών οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, καθώς και στα μέλη των οικογενειών τους, που έχουν ακρωτηριασμό κατά τα τέσσερα άκρα από τον αστράγαλο και πάνω για τα δύο κάτω άκρα και από τον καρπό και πάνω για τα δύο άνω άκρα ή έχουν υψηλό μηριαίο ακρωτηριασμό των δύο κάτω άκρων ή πλήρη ακρωτηριασμό των δύο άνω άκρων ή αντίστοιχο ακρωτηριασμό του ενός άνω και του ενός κάτω άκρου ή έχουν πλήρη ακρωτηριασμό του ενός άνω ή κάτω άκρου με ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω, που δεν επιδέχονται εφαρμογής τεχνητού μέλους.
Με τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν. 3106/2003, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 21 του ν.3172/2003, προβλέπεται η χορήγηση του ίδιου επιδόματος και σε όσους είναι ασφαλισμένοι άμεσα ή έμμεσα στο Δημόσιο, εργαζόμενους και συνταξιούχους, εφόσον έχουν παθολογοανατομικό ποσοστό αναπηρίας 67% προερχόμενο από ακρωτηριασμό ανεξαρτήτως του σημείου του ακρωτηριασμού και του αριθμού των ακρωτηριασμένων μελών.
Στα πλαίσια διαμόρφωσης ενός δικαιότερου νομικού πλαισίου παροχής του εν λόγω επιδόματος στους ακρωτηριασμένους και κατάργησης της αναστιστοιχίας που υφίσταται μεταξύ του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα, κρίνεται αναγκαία η τροποποίηση των σχετικών διατάξεων του άρθρου 5 του ν. 3232/2004.
3. Με την παρ. 4 επεκτείνονται οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 612/1977 στους ασφαλισμένους που έχουν υποστεί μεταμόσχευση μυελού των οστών, σε όσους πάσχουν από σκλήρυνση κατά πλάκας που επιφέρει παραπληγία-τετραπληγία και σε όσους έχουν υποστεί ακρωτηριασμό των άκρων.
Με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 612/1977 προβλέπεται η συνταξιοδότηση των τυφλών από τους ασφαλιστικούς οργανισμούς αρμοδιότητας του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, ανεξάρτητα από όριο ηλικίας, εφόσον έχουν πραγματοποιήσει 15 χρόνια ασφάλισης ή 4.050 ημέρες ασφάλισης, το δε ποσό της σύνταξης τους αντιστοιχεί σε 35 χρόνια ασφάλισης ή 10.500 ημέρες ασφάλισης.
Με τις ίδιες προϋποθέσεις συνταξιοδοτούνται και οι
τετραπληγικοί-παραπληγικοί, οι πάσχοντες από μεσογειακή αναιμία, από νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση ή περιτοναϊκή κάθαρση ή έχουν υποστεί μεταμόσχευση νεφρού, οι πάσχοντες από αιμορροφιλία τύπου Α' ή Β', καθώς και οι μεταμοσχευμένοι από συμπαγή όργανα (καρδιά - πνεύμονες - ήπαρ και πάγκρεας) και βρίσκονται σε συνεχή ανοσοκαταστολή.
Στην ίδια ή και χειρότερη κατάσταση από πλευράς υγείας με τις παραπάνω κατηγορίες ασφαλισμένων βρίσκονται και όσοι πάσχουν από παθήσεις οι οποίες είτε απαιτούν διαρκή ιατρική παρακολούθηση και ως εκ τούτου οδηγούν σε αδυναμία εργασίας στους ρυθμούς των υγιών ανθρώπων είτε επιφέρουν την ίδια μορφής αναπηρία με την παραπληγία.
Για λόγους ίσης μεταχείρισης και ασφαλιστικής προστασίας με τις προαναφερθείσες κατηγορίες πασχόντων, κρίνεται σκόπιμη η επέκταση των διατάξεων του άρθρου 1 του ν. 612/1977 και στους έχοντες υποστεί μεταμόσχευση μυελού των οστών, σε όσους πάσχουν από σκλήρυνση κατά πλάκας που επιφέρει παραπληγία-τετραπληγία και σε όσους έχουν υποστεί ακρωτηριασμό των άκρων.
4. Με την παρ. 5 επεκτείνεται η χορήγηση του εξωιδρυματικού επιδόματος σε συγκεκριμένες κατηγορίες πασχόντων, των οποίων οι παθήσεις έχουν ίδιες ή και βαρύτερες συνέπειες απ' αυτές της παρα-τετραπληγίας.
Με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3232/2004 επεκτάθηκε η χορήγηση του εξωιδρυματικού επιδόματος σε πολλές κατηγορίες ατόμων με ειδικές ανάγκες.
Δεν συμπεριελήφθησαν όμως οι πάσχοντες από το σύνδρομο κλάματος γαλής, οστεοψαθύρωση και ατελή οστεογένεση, ασθένειες οι οποίες δεν συνιστούν παρα-τετραπληγία, έχουν βαρύτερα κλινικά αποτελέσματα από αυτά που επιφέρει η ανωτέρω πάθηση.
Με δεδομένο ότι και οι πάσχοντες από τις ανωτέρω νόσους αντιμετωπίζουν αυξημένες ανάγκες κρίνεται απαραίτητο να δικαιωθούν του σχετικού επιδόματος. Για τους πάσχοντες από ατελή οστεογένεση, καθώς και οστεοψαθύρωση απαιτείται ποσοστό αναπηρίας 80% και άνω, προϋπόθεση που δεν απαιτείται για τους πάσχοντες από το σύνδρομο κλάματος γαλής, ασθένεια η οποία επιφέρει εκ των πραγμάτων αναπηρία ίδιου βαθμού.
5. Με την παρ. 6 καθίστανται ευνοϊκότερες οι προϋποθέσεις συνταξιοδότησης από τους φορείς κύριας ασφάλισης των μητέρων αναπήρων τέκνων και παράλληλα επεκτείνεται η εφαρμογή τους και στους φορείς επικουρικής ασφάλισης.
Με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 5 του ν.3232/2004 παρέχεται η δυνατότητα συνταξιοδότησης από τους οργανισμούς κύριας ασφάλισης των ασφαλισμένων μητέρων που έχουν παιδιά ανάπηρα σε ποσοστό 80% και άνω, καθώς και των ασφαλισμένων που έχουν σύζυγο με το ως άνω ποσοστό αναπηρίας, εφόσον βέβαια πληρούν και τις επιπρόσθετες προϋποθέσεις που θέτουν οι εν λόγω διατάξεις. Στα πλαίσια προστασίας της μητρότητας και των αναπήρων αλλά και της ενιαιοποίησης των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης μεταξύ των φορέων κύριας και επικουρικής ασφάλισης επιχειρείται αφενός η τροποποίηση της αναφερθείσας διάταξης, καθοριζόμενου του απαιτούμενου ποσοστού αναπηρίας για τη συνταξιοδότηση των μητέρων που έχουν ανάπηρα παιδιά σε 67% και άνω και αφετέρου η αναλογική εφαρμογή της και στους φορείς επικούρησης.