Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Απόφαση συμβουλίου Επικρατείας με θέμα διαφορά προνοιακού χαρακτήρα μέτρων και κοινωνικοασφαλιστικών παροχών


 

Δικαστήριο:

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

Τόπος:

ΑΘΗΝΑ

Αριθ. Απόφασης:

1088

Ετος:

2016

 

Περίληψη

Διαφορά προνοιακού χαρακτήρα μέτρων και κοινωνικοασφαλιστικών παροχών -. Όταν το Κράτος αναθέτει σε φορείς κοινωνικής ασφάλισης (ΦΚΑ) την εξυπηρέτηση σκοπών γενικότερης κοινωνικής πολιτικής, στους οποίους περιλαμβάνονται και τα προνοιακού χαρακτήρα μέτρα, η σχετική με την υλοποίηση των εν λόγω πολιτικών οικονομική επιβάρυνση των ΦΚΑ καλύπτεται με επιχορήγηση τους από τον κρατικό προϋπολογισμό, υπό τους ειδικότερους όρους του νόμου. Εάν αυτή η επιχορήγηση δεν καταβληθεί, δεν παρέχεται το προνοιακό επίδομα. Παροχές, που συναρτώνται προς την ύπαρξη κοινωνικοασφαλιστικής σχέσης και την καταβολή εισφορών, χορηγούνται δε υπό προϋποθέσεις που προσιδιάζουν σε κοινωνικοασφαλιστική παροχή, όπως είναι η συμπλήρωση χρονικών προϋποθέσεων και η επέλευση του ασφαλιζόμενου ασφαλιστικού κινδύνου, αποτελούν παροχές κοινωνικής ασφάλισης και όχι μέτρα γενικότερης κοινωνικής πολιτικής. Τέτοιες είναι η υποχρέωση των ειδικών Ταμείων για χορήγηση συνταξιοδοτικών παροχών, το ύψος των οποίων δεν υπο&ίπεται από τα ποσά συντάξεων που χορηγεί το ΙΚΑ στις αντίστοιχες περιπτώσεις, η χορηγούμενη σύνταξη σε τυφλούς εξ αμφοτέρων των οφθαλμών, εφ' όσον και αυτή η παροχή συναρτάται με την ύπαρξη κοινωνικοασφαλιστικής σχέσης με κάποιο ΦΚΑ και τη συμπλήρωση ειδικών χρονικών προϋποθέσεων που δικαιολογούνται από την ιδιαιτερότητα της κατάστασης, στην οποία βρίσκονται τα ασφαλιζόμενα πρόσωπα, καθώς και το εξωιδρυματικό επίδομα που χορηγείται σε πρόσωπα αμέσως ή εμμέσως ασφαλισμένα σε ΦΚΑ και απονέμεται σε πρόσωπα που ήδη έχουν θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα.

 

Κείμενο Απόφασης

<webtop:message key=Αριθμός 1088/2016

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Α'

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 30 Νοεμβρίου 2015, με την εξής σύνθεση: Δ. Μαρινάκης, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, ελλείποντος Προέδρου του Τμήματος και σε αναπλήρωση του Προεδρεύοντος Αντιπροέδρου, που είχε κώλυμα, Ο. Ζύγουρα, Π. Μπραΐμη, Σύμβουλοι, Αικ. Ρωξάνα, Χ. Χαραλαμπίδη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Β. Κατσιώνη.

Για να δικάσει την από 12 Νοεμβρίου 2009 αίτηση:

του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.), το οποίο παρέστη με τον δικηγόρο Νικόλαο Κουλουκτσή (Α.Μ. 9980), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,

κατά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με την Παναγιώτα Παρασκευοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Ίδρυμα επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ' αριθμ. 3903/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Χ. Χαραλαμπίδη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος Ιδρύματος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την αντιπρόσωπο του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

1. Επειδή, νομίμως ασκήθηκε η κρινόμενη αίτηση χωρίς την καταβολή παραβόλου (άρθρο 28 παρ. 4 ν. 2579/1998, Α' 31).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 3903/2008 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση που άσκησε το αναιρεσείον Ίδρυμα, ως καθολικός διάδοχος του Ταμείου Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Τ.Σ.Π.Ε.Τ.Ε., βλ. άρθρα 1 και 2 παρ. 2 του ν. 3655/2008, Α' 58), κατά της 11235/2007 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την πρωτόδικη απόφαση απορρίφθηκε αγωγή του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ που ασκήθηκε από το Τ.Σ.Π.Ε.Τ.Ε., με αίτημα να του καταβληθεί ποσό 13.479.105,91 ευρώ, ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την παράνομη, κατά τους ισχυρισμούς του, παράλειψη του αναιρεσίβλητου Δημοσίου να του καλύψει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 68 του ν. 2084/1992, τις δαπάνες, στις οποίες υποβλήθηκε κατά το χρονικό διάστημα 1998 - 2002, χορηγώντας στους ασφαλισμένους του παροχές μη προβλεπόμενες στο Καταστατικό του, έχουσες, κατά το αναιρεσείον, προνοιακό χαρακτήρα.

3. Επειδή, η υπό κρίση αίτηση παραδεκτώς ασκήθηκε στις 16.11.2009, χωρίς να συνοδεύεται από γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΝΣΚ) για το παραδεκτό και το βάσιμο αυτής, δοθέντος ότι κατά το χρονικό διάστημα από 7.8.2009 έως 17.4.2011, εντός του οποίου κατατέθηκε, δεν απαιτείτο η τήρηση της πιο πάνω διαδικαστικής προϋπόθεσης κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 13 παρ. 9 του ν. 3790/2009 (Α' 143), σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του ν. 3900/2010 (Α' 213) και τη δημοσιευθείσα στις 17.3.2011 στο ΦΕΚ Β' 427 υπ' αριθμ. 45/2011 απόφαση του Προέδρου του ΝΣΚ (βλ. ΣτΕ 3516-3518/2015, 3067/2015).

4. Επειδή, περαιτέρω, η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε εμπροθέσμως, δοθέντος ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στο αναιρεσείον Ίδρυμα στις 16.7.2009, ήτοι εντός του χρονικού διαστήματος των δικαστικών διακοπών (1.7 έως 15.9), η δε κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε μεν την 62η ημέρα από την έναρξη της 60νθήμερης προθεσμίας, μετά τη λήξη των ως άνω δικαστικών διακοπών, στις 16.11.2009, πλην οι δύο προηγούμενες της κατάθεσης ημέρες 14.11.2009 και 15.11.2009 ήταν εξαιρετέες, ως κατά νόμον αργίες (Σάββατο και Κυριακή αντίστοιχα). Εφόσον δε η αίτηση έχει ασκηθεί παραδεκτώς και κατά τα λοιπά, είναι εξεταστέα ως προς το βάσιμο αυτής.

5. Επειδή, στο άρθρο 5 παρ. 1 του α.ν. 1846/1951 «περί Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων» (Α ' 179) ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Πάντα τα υφιστάμενα μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου, οιασδήποτε μορφής Ταμεία τα συνεστημένα επί τη βάσει του ν. 2868/1922 ή ειδικών νόμων και ασφαλίζοντα είτε αποκλειστικώς είτε εν μέρει πρόσωπα εκ των εν άρθρω 2 του παρόντος αναφερομένων, εξακολουθούν λειτουργούντα και διεπόμενα υπό των ισχυουσών δι' έκαστον τούτων διατάξεων. Τα κατά τ' ανωτέρω διατηρούμενα και συνεχίζοντα την λειτουργίαν των ειδικά Ταμεία κυρίας ασφαλίσεως εάν υπάγωνται εις την αρμοδιότητα του Υπουργείου Εργασίας υποχρεούνται πάντως, τα μεν ασκούντα ασφάλισιν ασθενείας, όπως χορηγούν από 1ης Ιανουαρίου 1952 τας αυτάς τουλάχιστον καθ' ύψος κατηγορίας και έκτασιν παροχάς, προς εκείνας τας οποίας χορηγεί εκάστοτε το Ι.Κ.Α. τα δε ασκούντα ασφάλισιν συντάξεων, όπως χορηγούν από της αυτής ως άνω ημερομηνίας ως κατώτατα ποσά συντάξεων τα υπό του παρόντος προβλεπόμενα κατώτατα όρια συντάξεων δι' εκάστην κατηγορίαν δικαιουμένων (συνταξιούχοι λόγω γήρατος, ατυχήματος, αναπηρίας και θανάτου) υπολογιζόμενα βάσει του τεκμαρτού ημερομισθίου της 1ης ασφαλιστικής κλάσεως και του ελαχίστου αριθμού ημερών εργασίας του απαιτουμένου δια την χορήγησιν της συντάξεως... Από 1ης Ιανουαρίου 1952 πάντα τα κατά τα ανωτέρω πρόσωπα (ησφαλισμένοι και συνταξιούχοι διατηρουμένων ειδικών Ταμείων κυρίας ασφαλίσεως αρμοδιότητος του Υπουργείου Εργασίας) δικαιούνται όπως αξιούν παρά των Ειδικών Ταμείων των, εφ' όσον πληρούν τας ανωτέρω οριζομένας προϋποθέσεις (όριον ηλικίας κ.λπ.) τας ως άνω παροχάς, αίτινες θεωρούνται ως το ελάχιστον όριον της εν τη χώρα εξασφαλιστέας προστασίας παρά των εκ του Υπουργείου Εργασίας εξαρτωμένων Οργανισμών κυρίας Ασφαλίσεως (συντάξεων και ασθενείας). Αι κατά τ' ανωτέρω αξιώσεις θεμελιούνται επί των οικείων διατάξεων του παρόντος και των Κανονισμών του Ι.Κ.Α., θεωρουμένων αυτοδικαίως και ως διατάξεων της διεπούσης τα οικεία ειδικά Ταμεία Νομοθεσίας». Περαιτέρω, στην παρ. 11 του ως άνω άρθρου, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 12 του ν. 825/1978 (Α' 189), ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι: «Από 1ης Ιανουαρίου 1981 πάντα τα εις την § 1 του παρόντος αναφερόμενα Ταμεία κυρίας ασφαλίσεως μισθωτών τα υπαγόμενα υπό την εποπτείαν του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών και ασκούντα ασφάλισιν κλάδου συντάξεων, τα μη παρέχοντα τα κατώτατα όρια συντάξεων του Ι.Κ.Α., υποχρεούνται όπως παρέχουν εις τους συνταξιούχους των ως κατώτατα ποσά συντάξεων τα υπό του Ι.Κ.Α. παρεχόμενα κατά κατηγορίας τοιαύτα. Από της αυτής ημερομηνίας τα ανωτέρω Ταμεία, εφ' όσον αι ασφαλιστικαί εισφοραί μετά των τυχόν κοινωνικών πόρων του κλάδου συντάξεων είναι ίσαι τουλάχιστον προς αυτάς του κλάδου συντάξεων του Ι.Κ.Α., υποχρεούνται όπως παρέχουν εις τους μισθωτούς ησφαλισμένους των, κατά κατηγορίας, τας αυτάς τουλάχιστον καθ' ύψος και έκτασιν παροχάς συντάξεων προς εκείνας τας οποίας παρέχει εκάστοτε το Ι.Κ.Α. εις τους ησφαλισμένους του υπό τας αυτάς προϋποθέσεις».

6. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 1 του ν. 612/1977 «Περί συνταξιοδοτήσεως λόγω γήρατος των τυφλών<webtop:message key= των ησφαλισμένων εις ασφαλιστικούς οργανισμούς αρμοδιότητος του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών» (Α' 164) ορίζεται ότι: «1. <webtop:message key=Τυφλοί<webtop:message key= εξ αμφοτέρων των οφθαλμών ησφαλισμένοι εις ασφαλιστικούς οργανισμούς αρμοδιότητος του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, δικαιούνται συντάξεως λόγω γήρατος ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας, εφ' όσον συνεπλήρωσαν χρόνον ασφαλίσεως δεκαπέντε (15) ετών, ή προκειμένης ασφαλίσεως υπολογιζόμενης κατά την νομοθεσίαν του οικείου φορέως εις ημέρας, 4.050 ημέρας ασφαλίσεως. 2. Επιφυλασσομένων των διατάξεων της διεπούσης έκαστον οργανισμόν νομοθεσίας περί των τυχόν λαμβανομένων υπ' όψιν δια τον υπολογισμόν της συντάξεως αποδοχών, το ποσόν της συντάξεως των κατά την προηγουμένην παράγραφον προσώπων, καθορίζεται ίσον προς το αντιστοιχούν εις 35 έτη ασφαλίσεως ή εις 10.500 ημέρας ασφαλίσεως. 3. Η βάσει των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου παρεχομένη σύνταξις δεν προσαυξάνεται δια του επιδόματος απολύτου αναπηρίας. 4. Αι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος άρθρου δεν έχουν εφαρμογήν εις περίπτωσιν καθ' ην ο ησφαλισμένος ήθελεν επιλέξει την εφαρμογήν των διατάξεων της διεπούσης τον φορέα παρ' ου θα συνταξιοδοτηθή νομοθεσίας, των προβλεπουσών τον τρόπον υπολογισμού, της συντάξεως και τας προσαυξήσει ταύτης δι' επιδομάτων (απολύτου αναπηρίας κ.λπ.)........». Σύμφωνα δε με το άρθρο 40 παρ. 8 του ν. 1902/1990 (Α' 138): «Οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 612/1977 εφαρμόζονται και στους παραπληγικούς και τετραπληγικούς τους ασφαλισμένους σε ασφαλιστικούς οργανισμούς αρμοδιότητας του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων».

7. Επειδή, ακολούθως, στο άρθρο 42 του ν. 1140/1981 (Α' 68), όπως ισχύει, ύστερα από την αντικατάσταση του πρώτου εδαφίου του από το άρθρο 16 παρ 1 του ν. 2042/1992 (Α' 75) ορίζεται ότι: «1. Ασφαλισμένοι φορέων κοινωνικής ασφάλισης, αρμοδιότητας Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων κρινόμενοι από Ειδική Επιτροπή, ως πάσχοντες εκ τετραπληγίας-παραπληγίας με ποσοστό ιατρικής αναπηρίας 67% και άνω δικαιούνται μηνιαίου εξωϊδρυματικού επιδόματος. Του αυτού επιδόματος δικαιούνται και τα μέλη οικογενείας των ασφαλισμένων τα πάσχοντα εκ της αυτής νόσου. Το επίδομα τούτο καταβάλλεται εκ μιας μόνο πηγής. Το ύψος του ως άνω επιδόματος, αι κατηγορίαι δικαιούχων, αι προϋποθέσεις και η διαδικασία χορηγήσεως και αναστολής καταβολής τούτου, ως και πάσα άλλη αναγκαία λεπτομέρεια, ρυθμίζονται δι' αποφάσεων του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών μετά γνώμην του ΔΣ εκάστου φορέως κυρίας ασφαλίσεως .... 3. Το ποσόν της καταβαλλομένης συντάξεως λόγω αναπηρίας εις συνταξιούχους Ασφαλιστικών φορέων αρμοδιότητος Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, προσαυξάνεται κατά ποσοστόν 50%, εφ' όσον ο ανάπηρος ευρίσκεται διαρκώς εις κατάστασιν απαιτούσαν συνεχή επίβλεψιν, περιποίησιν και συμπαράστασιν ετέρου προσώπου (απόλυτος αναπηρία). Υπό τας αυτάς προϋποθέσεις προσαυξάνεται κατά ποσοστόν 50% και το ποσόν της συντάξεως των μελών οικογενείας αποβιώσαντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, άνευ μειώσεως του ποσού της συντάξεως των ετέρων συνδικαιούχων μελών της οικογενείας. Κατ' εξαίρεσιν η κατά τα ανωτέρω προσαύξησις χορηγείται και επί συντάξεων λόγω γήρατος, εφόσον ο δικαιούχος της συντάξεως κατέστη <webtop:message key=τυφλός<webtop:message key=. Πρόσωπα λαμβάνοντα την κατά την παρούσαν παράγραφαν προσαύξησιν δεν δικαιούνται και του κατά την παράγραφον 1 του παρόντος άρθρου επιδόματος».

8. Επειδή, εξάλλου, στο άρθρο 68 του ν. 2084/1992 (Α' 165), το οποίο έχει ως τίτλο «Κάλυψη επιβάρυνσης φορέων κοινωνικής ασφάλισης με δαπάνες προνοίας» ορίζονται τα εξής: «Εφόσον για την εξυπηρέτηση γενικότερων σκοπών κοινωνικής πολιτικής παρίσταται ανάγκη επιβαρύνσεως των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, οι οικονομικές συνέπειες από την επιβάρυνση καλύπτονται με επιχορήγηση από το γενικό προϋπολογισμό, εγγραφόμενης σχετικής πιστώσεως στον ειδικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ύστερα από αναλογιστική μελέτη. Αν δεν διατίθεται στους φορείς η ανάλογη επιχορήγηση, δεν θα πραγματοποιούν τις κατά το προηγούμενο εδάφιο επιβαρύνσεις».

9. Επειδή, όπως προκύπτει από την αδιάστικτη διατύπωση της παρατεθείσας στην προηγούμενη σκέψη διάταξης του άρθρου 68 του ν. 2084/1992, όταν το Κράτος αναθέτει σε φορείς κοινωνικής ασφάλισης την εξυπηρέτηση σκοπών γενικότερης κοινωνικής πολιτικής, στους οποίους περιλαμβάνονται και τα προνοιακού χαρακτήρα μέτρα, η σχετική με την υλοποίηση των ανωτέρω πολιτικών οικονομική επιβάρυνση των πιο πάνω φορέων καλύπτεται με επιχορήγησή τους από τον κρατικό προϋπολογισμό, υπό τους ειδικότερους όρους του νόμου. Εκ τούτου παρέπεται ότι δεν υφίσταται πεδίο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 68 του ν. 2084/1992 για τις δαπάνες των φορέων κοινωνικής ασφάλισης που αντιστοιχούν σε παροχές κοινωνικοασφαλιστικού χαρακτήρα.

10. Επειδή, εξάλλου, οι παροχές, που προβλέπονται με τις κοινές για όλους τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης διατάξεις των άρθρων 5 του α.ν. 1846/1951, 1 του ν. 612/1977 και 42 του ν. 1140/1981, που παρατίθενται στην πέμπτη, έκτη και έβδομη σκέψη, συναρτώνται προς την ύπαρξη κοινωνικοασφαλιστικής σχέσης και την καταβολή εισφορών, χορηγούνται δε υπό προϋποθέσεις που προσιδιάζουν σε κοινωνικοασφαλιστική παροχή, όπως είναι η συμπλήρωση χρονικών προϋποθέσεων και η επέλευση του ασφαλιζόμενου ασφαλιστικού κινδύνου και ως εκ τούτου αποτελούν παροχές κοινωνικής ασφάλισης και όχι μέτρα γενικότερης κοινωνικής πολιτικής. Ειδικότερα, με τις παρατεθείσες στην πέμπτη σκέψη διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 και παρ. 11 του α.ν. 1846/1951 τα αναφερόμενα στις ίδιες διατάξεις «ειδικά» Ταμεία, στα οποία περιλαμβανόταν, πριν την ένταξή του στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, το Ταμείο Σύνταξης Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, υποχρεούνται να παρέχουν ισοδύναμη με το ΙΚΑ κοινωνικοασφαλιστική προστασία, η χορήγηση δε από τα πιο πάνω Ταμεία συνταξιοδοτικών παροχών των ύψος των οποίων δεν υπολείπεται από τα ποσά συντάξεων που χορηγεί το ΙΚΑ στις αντίστοιχες περιπτώσεις αποτελεί όρο διατήρησής αυτών ως αυτοτελών νομικών προσώπων. Ως εκ τούτου, η χορήγηση της παροχής που προβλέπεται με τις ως άνω διατάξεις, οι οποίες αποσκοπούν, μεταξύ άλλων, στην εξάλειψη των ανισοτήτων μεταξύ των ασφαλισμένων όλων των ασφαλιστικών οργανισμών σε επίπεδο ελάχιστης ασφαλιστικής προστασίας, προϋποθέτει την ύπαρξη ασφαλιστικής σχέσης, την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου και τη συμπλήρωση των χρονικών και άλλων νομίμων προϋποθέσεων, όχι όμως και την ένδεια του εκάστοτε δικαιούχου (πρβ. σχετικώς ΣτΕ 2553/1991 7μ, 1228/2002, 2070/2010). Τα ανωτέρω ισχύουν και ως προς την χορηγούμενη κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 του ν. 612/1977 σύνταξη (σε <webtop:message key=τυφλούς<webtop:message key= εξ αμφοτέρων των οφθαλμών), εφόσον και αυτή η παροχή συναρτάται με την ύπαρξη κοινωνικοασφαλιστικής σχέσης με κάποιο οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης και τη συμπλήρωση των οριζομένων με τις διατάξεις αυτές ειδικών χρονικών προϋποθέσεων, οι οποίες δικαιολογούνται από την ιδιαιτερότητα της κατάστασης στην οποία βρίσκονται τα ασφαλιζόμενα πρόσωπα (πρβ. σχετικώς ΣτΕ 1333/2010, 2207/2014, 2177/1997). Ομοίως, οι προβλεπόμενες στο άρθρο 42 του ν. 1140/1981 παροχές προϋποθέτουν την ύπαρξη ασφαλιστικής σχέσης, δεδομένου ότι το μεν εξωιδρυματικό επίδομα χορηγείται σε πρόσωπα αμέσως ή εμμέσως ασφαλισμένα σε οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης, η δε προσαύξηση λόγω απόλυτης αναπηρίας απονέμεται σε πρόσωπα που ήδη έχουν θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα (πρβ. σχετικώς ΣτΕ 151/1990 Ολομ, 4718/2012 και 1499/2010 7μ). Ως εκ τούτου, οι ως άνω παροχές, έχουσες κοινωνικοασφαλιστικό και όχι προνοιακό χαρακτήρα, δεν εμπίπτουν, κατά τα ήδη εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 68 του ν. 2084/1992 (πρβ. σχετικώς ΣτΕ 2767/2007, ΕΣ 1070/2005).

11. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα εξής: Στις 15.9.2003 υποβλήθηκε στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων το ΓΔ/293/12.9.2003 έγγραφο του Ταμείου Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, με τον οποίο ο ως άνω ασφαλιστικός φορέας ζήτησε, κατ' επίκληση της διάταξης του άρθρου 68 του ν. 2084/1992, να του καταβληθούν τα χρηματικά ποσά που αντιστοιχούσαν σε ήδη καταβληθείσες σε ασφαλισμένους του παροχές, οι οποίες δεν προβλέπονται από τις καταστατικές διατάξεις του Ταμείου αλλά χορηγούνται από αυτό κατ' εφαρμογή άλλων διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας. Ειδικότερα, με βάση τις συνημμένες στο ως άνω έγγραφο αναλυτικές καταστάσεις, το πιο πάνω Ταμείο, κατά τα έτη 1998 έως 2002, φερόταν να έχει δαπανήσει συνολικώς ποσό ανερχόμενο σε 13.479.105,91 ευρώ, ήτοι: 1) για παροχές εξωιδρυματικού επιδόματος, το ποσό των 344.639,63 €, για το έτος 1998, το ποσό των 369.342,60 € για το έτος 1999, το ποσό των 430.036,49 € για το έτος 2000, το ποσό των 473.528,13 € για το έτος 2001, το ποσό των 550.195,54 ευρώ για το έτος 2002 και συνολικά το ποσό των 2.167.742,39 ευρώ, 2) για παροχές επιδόματος απολύτου αναπηρίας, το ποσό των 83.068,04 ευρώ για το έτος 1998, το ποσό των 80.733,42 ευρώ για το έτος 1999, το ποσό των 85.225,57 € για το έτος 2000, το ποσό των 104.319,73 € για το έτος 2001, το ποσό των 99.409,85 € για το έτος 2002 και συνολικά το ποσό 452.756,67 ευρώ, 3) για συνταξιοδότηση <webtop:message key=τυφλών<webtop:message key= - παραπληγικών, το ποσό των 326.025,74 € για το έτος 1998, το ποσό των 331.016,93 € για το έτος 1999, το ποσό των 333.687,71 € για το έτος 2000, το ποσό των 360.998,21 € για το έτος 2001, το ποσό των 394.227,51 € για το έτος 2002 και συνολικά το ποσό του 1.745.956.10 € και 4) για χορήγηση συντάξεων στο ύψος των κατωτάτων ορίων του Ι.Κ.Α., το ποσό των 2.072.704,28 € για το έτος 1998, το ποσό των 1.673.863,99 € για το έτος 1999, το ποσό των 1.732.508,24 € για το έτος 2000, το ποσό των 1753.077,11 € για το έτος 2001, το ποσό των 1.880.497,19 € για το έτος 2002 και συνολικά το ποσό των 9.112.650,81 ευρώ. Το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο δεν προέβη σε καμία ενέργεια προς ικανοποίηση του πιο πάνω αιτήματος. Ακολούθως, το Τ.Σ.Π.Ε.Τ.Ε. άσκησε αγωγή με την οποία προέβαλε ότι το προβλεπόμενο από το άρθρο 42 του ν. 1140/1981 εξωιδρυματικό επίδομα και το επίδομα απολύτου αναπηρίας, η ελάχιστη σύνταξη ίση με τα κατώτατα όρια του ΙΚΑ του άρθρου 5 παρ. 6 του ν. 825/1978 και η, με ευνοϊκούς όρους συνταξιοδότηση <webtop:message key=τυφλών<webtop:message key= και παραπληγικών που ορίζουν οι διατάξεις των ν. 612/1977 και ν. 1902/1990, αποτελούν παροχές κοινωνικής πρόνοιας, οι οποίες, μη νομίμως βαρύνουν τον προϋπολογισμό του και επιφέρουν μείωση των αποθεματικών του, ενώ θα έπρεπε να καλύπτονται από τον κρατικό προϋπολογισμό, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 68 του ν. 2084/1992. Το αναιρεσείον Ταμείο ισχυρίστηκε ειδικότερα ότι μη νομίμως τα αρμόδια όργανα του Ελληνικού Δημοσίου παρέλειψαν να προβούν στην εγγραφή σχετικής πίστωσης στον ειδικό προϋπολογισμό του ανωτέρω Υπουργείου και να εγκρίνουν την καταβολή στο εν λόγω Ταμείο του οφειλόμενου συνολικού ποσού των 13.479.105,91 ευρώ. Για το λόγο αυτό, το ΤΣΠΕΤΕ ζήτησε με την ως άνω αγωγή του να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να του καταβάλει, νομιμοτόκως, το ανωτέρω ποσό ως αποζημίωση κατ'άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ. Το ως άνω ένδικο βοήθημα εκδικάστηκε ως αγωγή του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ και απορρίφθηκε ως αβάσιμο με την 11235/2007 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης, το αναιρεσείον Ίδρυμα άσκησε έφεση ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, το οποίο με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε καταρχάς ότι ο θεσμός της κοινωνικής ασφάλισης που κατοχυρώνεται στο άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης υποχρεούται να προβλέπει την υποχρεωτική ασφάλιση του εργαζόμενου πληθυσμού σε δημόσιους φορείς, καταλαμβάνει ορισμένη μόνο κατηγορία πολιτών, ανάλογα με το είδος και τον τόπο της παρεχόμενης από αυτούς εξαρτημένης εργασίας ή του ασκούμενου επαγγέλματος, η δε υπαγωγή στην ασφάλιση κάθε ασφαλιστικού φορέα προβλέπεται από τον νόμο με βάση την άσκηση ορισμένου επαγγέλματος ή την απόκτηση συγκεκριμένης ιδιότητας ή την ύπαρξη εργασιακής σχέσης. Περαιτέρω, κατά το δικάσαν δικαστήριο, οι βασικοί ασφαλιστικοί κίνδυνοι που καλύπτονται από τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης είναι το γήρας, η ανικανότητα προς εργασία λόγω νόσου σωματικής ή πνευματικής (αναπηρία), η αναπηρία που επέρχεται λόγω βίαιου συμβάντος (ατύχημα) και ο θάνατος ασφαλισμένου προστάτη οικογένειας, που επήλθε από κοινή νόσο ή ατύχημα, περαιτέρω δε ότι το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, όπως έχει διαμορφωθεί στις σύγχρονες κοινωνίες καλύπτει μόνο τα πρόσωπα που είναι ικανά να εργαστούν και τα μέλη των οικογενειών τους, για τα οποία προβλέπεται η υπό προϋποθέσεις χορήγηση ασφαλιστικών παροχών. Με τα δεδομένα αυτά, το δικάσαν δικαστήριο έκρινε ότι ως κοινωνικοασφαλιστική παροχή νοείται η περιοδική εκείνη παροχή που χορηγείται χωρίς οποιαδήποτε στάθμιση των αναγκών του δικαιούχου, βάσει αντικειμενικών και οριζόμενων στο νομό κριτηρίων, εξαρτάται δε κατά κανόνα από την ύπαρξη προηγούμενης ασφαλιστικής σχέσης μεταξύ συνταξιούχου και φορέα ασφάλισης, καθώς και τη συμπλήρωση ενός ελάχιστου χρόνου ασφάλισης ή απασχόλησης και καταβάλλεται λόγω επέλευσης του ασφαλιζόμενου κινδύνου. Στην ως άνω έννοια, όμως, της κοινωνικοασφαλιστικής παροχής δεν εντάσσονται, κατά το δικάσαν δικαστήριο, οι περιοδικές παροχές των οποίων η καταβολή, από οργανωτική άποψη, ανατέθηκε σε οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης, αλλά επιβαρύνουν ευθέως τον κρατικό προϋπολογισμό, οι δε όροι χορήγησής τους δεν σχετίζονται με περιόδους απασχόλησης, αλλά, κατά βάση, με την ένδεια του δικαιούχου, καθόσον οι προαναφερόμενες περιοδικές παροχές εντάσσονται στην έννοια της κοινωνικής πρόνοιας ή εν πάση περιπτώσει προσομοιάζουν με αυτή. Ακολούθως, το δικάσαν δικαστήριο έλαβε υπόψη : α) ότι το εξωιδρυματικό επίδομα και το επίδομα απόλυτης αναπηρίας του άρθρου 42 του ν. 1140/1981, όσο και η (πρόωρη) συνταξιοδότηση <webtop:message key=τυφλών<webtop:message key= και παραπληγικών, βάσει των διατάξεων του ν. 612/1977 και του ν. 1902/1990 και η ελάχιστη σύνταξη ίση με τα κατώτατα όρια του Ι.Κ.Α. αποτελούν παροχές κοινωνικής ασφάλισης, των οποίων η θέσπιση στηρίχθηκε στην αρχή της αλληλεγγύης και β) ότι η χορήγησή τους προϋποθέτει την ύπαρξη προηγούμενης ασφαλιστικής σχέσης μεταξύ ασφαλισμένου ή συνταξιούχου και φορέα ασφάλισης, τη συμπλήρωση ενός ελάχιστου χρόνου ασφάλισης και την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου. Με τα δεδομένα δε αυτά έκρινε ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 68 του νόμου 2084/1992, η οποία αφορά παροχές προνοιακού χαρακτήρα και ότι ως εκ τούτου, το Ελληνικό Δημόσιο δεν είχε υποχρέωση με βάση τη διάταξη αυτή να καλύψει τη δαπάνη του αναιρεσείοντος που δημιουργήθηκε από την καταβολή των εν λόγω παροχών και ότι, κατ' ακολουθίαν, ουδεμία παράνομη παράλειψη των οργάνων του Δημοσίου συντελέστηκε και κατά συνεκδοχήν, δεν γεννήθηκε, κατ' άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ., υποχρέωση του Δημόσιου προς αποζημίωση αυτού. Με τις σκέψεις αυτές, το δικάσαν διοικητικό εφετείο απέρριψε την έφεση του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.

12. Επειδή, με το μόνο λόγο αναίρεσης, όπως αυτός αναπτύχθηκε με το από 7.12.2015 υπόμνημα του αναιρεσείοντος που κατατέθηκε μετά τη συζήτηση και εντός της χορηγηθείσας προθεσμίας, προβάλλεται ότι κατά την έννοια του άρθρου 68 του ν. 2084/1992, το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούτο να καλύψει τις δαπάνες του αναιρεσείοντος που δημιουργήθηκαν από την καταβολή των προδιαληφθεισών παροχών, ήτοι του εξωιδρυματικού επιδόματος, του επιδόματος απόλυτης αναπηρίας, της σύνταξης <webtop:message key=τυφλών<webtop:message key= και παραπληγικών καθώς και των συντάξεων με βάση τα κατώτατα όρια των συντάξεων του ΙΚΑ, εφόσον οι παροχές αυτές, οι οποίες δεν προβλέπονται από τις καταστατικές του διατάξεις, έχουν προνοιακό χαρακτήρα, το δε δικάσαν διοικητικό εφετείο που δέχθηκε, αντιθέτως, ότι οι ως άνω παροχές έχουν κοινωνικοασφαλιστικό χαρακτήρα, πλημμελώς αιτιολόγησε την κρίση του, η οποία είναι για το λόγο αυτό αναιρετέα.

13. Επειδή, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στις προηγούμενες σκέψεις, οι παροχές που προβλέπονται, αντιστοίχως, με τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 11 του α.ν. 1846/1951, 1 του ν. 612/1977 και 42 του ν. 1140/1981 συναρτώνται προς την ύπαρξη ασφαλιστικής σχέσης και την καταβολή εισφορών, χορηγούνται δε υπό προϋποθέσεις που προσιδιάζουν σε κοινωνικοασφαλιστική παροχή. Συγκεκριμένα, οι μεν συντάξεις του ν. 612/1977 και τα κατώτατα όρια συντάξεων του ΙΚΑ χορηγούνται υπό την προϋπόθεση της συμπλήρωσης των εκάστοτε οριζομένων κατά περίπτωση χρονικών προϋποθέσεων, οι δε παροχές του ν. 1140/1981, υπό την προϋπόθεση της επέλευσης του ασφαλιζόμενου από τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης κινδύνου της αναπηρίας και, συνεπώς, ενόψει των εκτεθέντων στη σκέψη 10, οι ως άνω παροχές έχουν προεχόντως κοινωνικοασφαλιστικό χαρακτήρα. Εξάλλου, ο κοινωνικοασφαλιστικός χαρακτήρας των παροχών αυτών δεν αναιρείται εκ του γεγονότος ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις αναπηρίας (<webtop:message key=τυφλότητας, παραπληγίας, τετραπληγίας, νοητικής υστέρησης κ.λπ.), παράλληλα προς τις ως άνω σχετικές παροχές προβλέπονται οικονομικές ενισχύσεις προνοιακού χαρακτήρα, οι οποίες χορηγούνται με κριτήρια όπως η παντελής έλλειψη κοινωνικοασφαλιστικής κάλυψης των δικαιούχων, η μη χορήγηση σ' αυτούς για την ίδια αιτία κοινωνικοασφαλιστικών παροχών ίσων ή μεγαλύτερων των προνοιακών ή η δυσχερής οικονομική τους κατάσταση (βλ. σχετικώς το άρθρο 4 της 2/90703/0026/2009 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών - Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (Β 2448) και τις αναφερόμενες στο εν λόγω άρθρο προνοιακού χαρακτήρα παροχές). Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, δεν είναι εφαρμοστέο εν προκειμένω το άρθρο 68 του ν. 2084/1992 και συνεπώς, ο περί του αντιθέτου μόνος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

14. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Απορρίπτει την αίτηση.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2015

Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Η Γραμματέας

Δ. Μαρινάκης Β. Κατσιώνη

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 9ης Μαΐου 2016.

Ο Πρόεδρος του Α' Τμήματος Η Γραμματέας του Α' Τμήματος

Α. Γκότσης Β. Ραφαηλάκη

<webtop:message key=

 

Πρόεδρος:

Δ. Μαρινάκης

Δικηγόροι:

Νικόλαος Κουλουκτσής, Παναγιώτα Παρασκευοπούλου (ΝΣΚ)

Εισηγητές:

Χ. Χαραλαμπίδη

Μέλη:

Ο. Ζύγουρα, Π. Μπραΐμη, Σύμβουλοι, Αικ. Ρωξάνα, Χ. Χαραλαμπίδη, Πάρεδροι

Λήμματα:

Διαφορά προνοιακού χαρακτήρα μέτρων και κοινωνικοασφαλιστικών παροχών

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

 

Δημοσίευση:

ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΔΣΑ

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ

Ετος:

2016

Τόμος:

64

Σελ.:

1241

 

ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΝΟΜΟΙ  

Α/Α 

Νόμος

Αριθμός

Έτος

Αρθρο

Παράγραφος


«  ΝΟΜΟΣ  »

2084

1992

68

 


«  ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ  »

1846

1951

5

 


«  ΝΟΜΟΣ  »

612

1977

1

 


«  ΝΟΜΟΣ  »

1140

1981

42