Παρασκευή 22 Μαρτίου 2013

Οι αλλαγές στον ποινικό κώδικα με το νόμο 3904 του 2010, όπως τροποποιήθηκε με το νέο νόμο 4139 του 2013.

Του Μανώλη Μπασιά

Σήμερα θα αναφερθώ στον ποινικό κώδικα και συγκεκριμένα στο άρθρο 105,   όπως διαμορφώνεται μετά την τελευταία τροποποίησή του νόμου 4139 του 2013.

Το άρθρο αυτό, λόγω της αναφοράς του στον ευεργετικό υπολογισμό της ποινής, παρουσιάζει ιδιαίτερο κοινωνικό ενδιαφέρον.


 στην παράγραφο  7 που προστίθεται στο άρθρο 105 ΠΚ
ορίζεται πότε η κάθε μερα παραμονής στη φυλακή πολογίζεται ευργετικά υπερ του κρατουμένου ως περισσότερες ημέρες κράτησης. Αφορά κυρίως περιπτώσεις βαριά ασθενών κρατουμένων.

Κάθε ημέρα παραμονής σε σωφρονιστικό κατάστημα κρατουμένων που πάσχουν
από ημιπληγία ή παραπληγία, σκλήρυνση κατά πλάκας ή έχουν υποβληθεί σε
επέμβαση μεταμόσχευσης καρδιάς, ήπατος, νεφρού ή μυελού ή είναι φορείς του
συνδρόμου επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας ή πάσχουν από κακοήθη
νεοπλάσματα ή από νεφρική ανεπάρκεια για την οποία γίνεται τακτική
αιμοκάθαρση και από φυματίωση κατά τη διάρκεια της θεραπείας της,
υπολογίζεται ευεργετικά ως δύο ημέρες εκτιόμενης ποινής. Το ίδιο ισχύει και:
α) για κάθε πάθηση που το διαπιστωμένο από υγειονομική επιτροπή ποσοστό
αναπηρίας είναι 80% και άνω, <Με το νέο νόμο 4139 το ποσοστό αναπηρίας ορίστηκε σε 67% και άνω>.


β) για τις κρατούμενες μητέρες για όσο διάστημα

έχουν μαζί τους τα ανήλικα τέκνα τους.


Για τον ευεργετικό υπολογισμό αποφασίζει ο κατά το Σωφρονιστικό Κώδικα αρμόδιος δικαστικός λειτουργός, μετά

από αίτηση του κρατουμένου και πρόταση του Συμβουλίου Εργασίας Κρατουμένων.


Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι στις άνω κατηγορίες κρατουμένων επεκτείνεται μόνο το μέτρο του ευεργετικού υπολογισμού της ποινής, διότι ως εκ της φύσεως των παθήσεων τους δεν μπορούν να εργαστούν (συνεπώς δεν μπορούσαν μέχρι τώρα να δεχθούν την ευεργεσία αυτού του μέτρου). Πρόκειται δηλαδή για επέκταση του ευεργετικού υπολογισμού των ημερών εργασίας

Κατά την εισηγητική έκθεση του άνω νόμου «το προνόμιο ευεργετικού υπολογισμού της ποινής οφείλει η πολιτεία να το παράσχει στις άνω κατηγορίες κρατουμένων, οι οποίοι αδυνατούν να εργασθούν στο κατάστημα κράτησης και να επιτύχουν έτσι την ταχύτερη απόλυση τους» [σχετική και η αγόρευση του Υπουργού δικαιοσύνης στη Βουλή (17-12-2010 .


Από την ως άνω διάταξη - σε συνδυασμό με την αιτιολογία της και τη φύση του πράγματος σαφώς προκύπτει ότι για την εφαρμογή αυτής απαιτείται να έχουμε κρατούμενο σε σωφρονιστικό κατάστημα που να παραμένει σ' αυτό και ταυτόχρονα αυτός να πάσχει από μια των αναφερομένων παθήσεων ή να έχει μια των αναφερομένων ιδιοτήτων. Απαιτείται δηλ. χρονική ταύτιση παραμονής και πάθησης ή ιδιότητας.

Και ναι μεν ο άνω νόμος έχει έναρξη ισχύος του το χρόνο δημοσίευσης του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως έτσι ώστε να φαίνεται ότι καταλαμβάνει κατ' αρχήν μόνο αυτούς που υπάγονται σ' αυτόν από τον χρόνο τούτο, πλην όμως ενόψει του άνω δικαιολογητικού λόγου και της φύσεως του πράγματος σε συνδυασμό με το ότι ο θεσμός της υφ' όρον απόλυσης είναι ουσιαστικού ποινικού δικαίου και συνεπώς ισχύει το άρθρο 2 § 1 Π.Κ. για την αναδρομική ισχύ του ηπιοτέρου νόμου.
είναι εμφανές ότι καταλαμβάνει και αυτούς για τους οποίους συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της άνω παραγράφου 7 του άρθρου 105 Π.Κ. και προ της ενάρξεως της ισχύος αυτής της διάταξης, δηλαδή  και αυτούς που κρατούνται, από τότε που κρατούνται, και είχαν μια από τις αναφερόμενες παθήσεις ή  ιδιότητες κατά το χρόνο κρατήσεως.

Το ίδιο ευργετικά λειτουργεί και η τροποποίηση του άρθρου 56 ΠΚ για τους υπερήλικες.
Εκείνος δηλαδή που καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης και έχει υπερβεί το
εβδομηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του, εκτίει την ποινή ή το υπόλοιπο της
ποινής στην κατοικία του, εκτός αν με ειδική αιτιολογία κριθεί ότι η έκτιση
της ποινής σε κατάστημα κράτησης είναι απολύτως αναγκαία για να αποτραπεί από
την τέλεση άλλων αντίστοιχης βαρύτητας εγκλημάτων.