Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2020

ΕΟΠΥΥ: Με περσινή ιατρική γνωμάτευση το επίδομα αεροθεραπείας Αλεξάνδρα Κλειδαρά

ΕΟΠΥΥ: Με περσινή ιατρική γνωμάτευση το επίδομα αεροθεραπείας


Αλεξάνδρα Κλειδαρά 


Νέες οδηγίες για την χορήγηση του επιδόματος αεροθεραπείας περιλαμβάνει εγκυκλιος του ΕΟΠΥΥ. Ειδικότερα το επίδομα αεροθεραπείας θα χορηγηθεί φέτος μς ιατρική γνωμάτευση του προηγούμενου έτους λόγω του κορωνοϊού.


Σύμφωνα με τον ΕΟΠΥΥ με την αρ.πρωτ. ΔΒ3Α/ΦΙΙ5(8/οικ.25696/Ι6-9-2Ο2Ο εγκύκλιο του Οργανισμού ενημερώθηκαν οι ασφαλισμένοι ότι για την αποζημίωση αεροθεραπείας σε δικαιούχους ασφαλισμένους είναι απαραίτητη μεταξύ των άλλων δικαιολογητικών και ιατρική γνωμάτε ση, από ιατρό σχετικής με την πάθηση ειδικότητας, Νοσοκομείο, νοσηλευτικού ιδρύματος σχηματισμών του ΕΣΥ, Πανεπιστημιακού, Στρατιωτικού νοσηλευτικού ιδρύματος Ν.Π.Ι.Δ. μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, συμβεβλημένων κλινικών Μ.Χ.Α. — Μ.Τ.Ν στην οποία να βεβαιώνεται η πάθηση και η συνέχιση της θεραπείας.


Λόγω της πανδημίας του COVlD-19 και της αποφυγής συνωστισμού στις αρμόδιες ο ΕΟΠΥΥ ενημερώνει τους ασφαλισμένους και τις αρμόδιες υπηρεσίες του Οργανισμού ότι θα καταβάλλονται οι σχετικές αποζημιώσεις αεροθεραπείας με ιατρική γνωμάτευση προηγούμενου έτους.


Το επίδομα αεροθεραπείας 2020 παρέχεται στους ασφαλισμένους των ασφαλιστικών οργανισμών, εφόσον πάσχουν από φυματίωση, καρκίνο των πνευμόνων ή πνευμονοκονίαση, χρόνια νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου (αιμοκάθαρση, περιτοναϊκή κάθαρση ή έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση νεφρού), καθώς επίσης και οι υποβληθέντες σε μεταμόσχευση πνευμόνων, καρδιάς και ήπατος και οι πάσχοντες από πνευμονοπάθεια με ποσοστό αναπηρίας 67% από πνευμονική νόσο για το χρονικό διάστημα από 1/6 έως 31/8 κάθε έτους.


Το ύψος του βοηθήματος καθορίζεται στο ποσό των 200 ευρώ. Τα αιτήματα θα πρέπει να υποβληθούν μέχρι 28 Φεβρουαρίου 2021.


Πηγή: www.dikaiologitika.gr

 

Από ηλεκτρονικό κόσκινο τα ΚΔΑΠ: Σε πραγματικό χρόνο θα δηλώνεται η παρουσία των παιδιών Αλεξάνδρα Κλειδαρά

Από ηλεκτρονικό κόσκινο τα ΚΔΑΠ: Σε πραγματικό χρόνο θα δηλώνεται η παρουσία των παιδιών


Αλεξάνδρα Κλειδαρά 


Ηλεκτρονική εφαρμογή που θα δηλώνεται σε πραγματικό χρόνο η άφιξη και η αποχώρηση του παιδιού σε Κέντρα Δημιουργικής Απασχόλησης Παιδιών και ΑμεΑ.


Σε ηλεκτρονική εφαρμογή του υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, την οποία θα διαχειρίζεται η Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε. θα δηλώνεται πλέον σε πραγματικό χρόνο η άφιξη κάθε παιδιού στα ΚΔΑΠ και ΚΔΑΠ-ΑΜΕΑ και η αποχώρησή του καθώς και το εβδομαδιαίο πρόγραμμα λειτουργίας της δομής. Αυτό περιλαμβάνει το σχέδιο νόμου του υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων για την Πρόνοια που τέθηκε σε διαβούλευση ενώ ορίζει και τους όρους λειτουργίας των Κέντρων Δημιουργικής Απασχόλησης Παιδιών (ΚΔΑΠ) και των Κέντρων Δημιουργικής Απασχόλησης Παιδιών και Ατόμων με Αναπηρία (ΚΔΑΠΑΜΕΑ).


Ειδικότερα τα ΚΔΑΠ όπως αναφέρεται είναι οι δομές κοινωνικής πρόνοιας, στις οποίες απασχολούνται δημιουργικά παιδιά ηλικίας από πέντε (5) έως δώδεκα (12) ετών για ένα χρονικό διάστημα της ημέρας εκτός του σχολικού ωραρίου. Στις δομές αυτές δύνανται να απασχολούνται και παιδιά με ελαφριάς μορφής κινητικά ή αισθητηριακά προβλήματα.


Σκοπός των ΚΔΑΠ είναι η δημιουργική απασχόληση των παιδιών με την εφαρμογή σύγχρονων παιδαγωγικών πρακτικών και οργανωμένων εξατομικευμένων και ομαδικών δραστηριοτήτων για την υποστήριξη της σωματικής, νοητικής, συναισθηματικής και κοινωνικής ανάπτυξής τους. Τα ΚΔΑΠ δύναται να ιδρύονται και να λειτουργούν σε περιοχές που στον οικείο πολεοδομικό σχεδιασμό είναι επιτρεπτή η χρήση κτιρίων κοινωνικής πρόνοιας. Κατ’ εξαίρεση, δύνανται να στεγάζονται σε χώρους δημόσιων σχολικών κτιρίων, στους οποίους κατά τη διάρκεια του σχολικού ωραρίου δεν πραγματοποιείται διδασκαλία. Φορέας λειτουργίας των ΚΔΑΠ δύναται να είναι ο οικείος πρωτοβάθμιος Ο.Τ.Α. ή νομικό του πρόσωπο. Για την έκδοση οικοδομικής άδειας ή την αναθεώρησή της σε κτίρια που προορίζονται να λειτουργήσουν ως ΚΔΑΠ, εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κτιριοδομικού Κανονισμού, όπως εκάστοτε ισχύει, για τα κτίρια εκπαίδευσης.


Για τον έλεγχο της εύρυθμης λειτουργίας των ΚΔΑΠ και την αξιολόγησή τους ως θεσμού Κοινωνικής Πρόνοιας, δημιουργείται ηλεκτρονική εφαρμογή του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, την οποία υλοποιεί και διαχειρίζεται η εταιρεία «Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση Κοινωνικής Ασφάλισης Α.Ε.» (Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε.). Στην εφαρμογή αυτή κάθε αδειοδοτημένος φορέας υποχρεούται, κατ’ ελάχιστο, να δηλώνει σε πραγματικό χρόνο την άφιξη κάθε παιδιού στη δομή και την αποχώρησή του από αυτή, καθώς και το εβδομαδιαίο πρόγραμμα λειτουργίας της, με ρητή καταγραφή των επιμέρους δραστηριοτήτων δημιουργικής απασχόλησης και το χρονοδιάγραμμά τους, ώστε για κάθε παιδί να δηλώνεται η ισομερής ανά δραστηριότητα δημιουργική απασχόλησή του με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα.


Οι αιτήσεις για την έκδοση άδειας λειτουργίας ΚΔΑΠ που υποβάλλονται μετά τη δημοσίευση του παρόντος και μέχρι τη δημοσίευση της εκδιδόμενης, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρ. 7, υπουργικής απόφασης, αξιολογούνται σύμφωνα με τις προβλέψεις της τελευταίας, εφόσον αυτή δημοσιευθεί, εντός τριών μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος. Μετά τη δημοσίευση της υπουργικής απόφασης του πρώτου εδαφίου της παρ. 7, οι αιτήσεις για αδειοδότηση ΚΔΑΠ αξιολογούνται με βάση τα οριζόμενα στην απόφαση αυτή. Με απόφαση των Υπουργών Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Εσωτερικών και Ψηφιακής Διακυβέρνησης εξειδικεύεται περαιτέρω ο σκοπός των ΚΔΑΠ και καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι φορείς λειτουργίας τους, ο ανώτατος αριθμός ωφελουμένων ανά δομή και βάρδια λειτουργίας, οι απαιτούμενοι ανά δομή χώροι, οι σχετικές τεχνικές προδιαγραφές τους και οι αποστάσεις τους από οχλούσες δραστηριότητες, ο απαιτούμενος πάσης φύσεως εξοπλισμός τους, η στελέχωσή τους και τα απαιτούμενα ειδικότερα προσόντα του προσωπικού τους, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία αδειοδότησής τους, τα θέματα που άπτονται του ελέγχου της νόμιμης λειτουργίας τους και τα αρμόδια προς τούτο όργανα, οι κυρώσεις για την παραβίαση των διατάξεων που διέπουν τη λειτουργία των ΚΔΑΠ και τα αρμόδια για την επιβολή τους όργανα, οι προϋποθέσεις λειτουργίας ΚΔΑΠ σε κτίρια δημόσιων σχολείων και οι εξαιρέσεις από την απαγόρευση λειτουργίας τους σε αίθουσες που πραγματοποιείται διδασκαλία, οι ειδικότεροι όροι λειτουργίας της ηλεκτρονικής εφαρμογής της παρ. 5, πλέον των οριζομένων στην παράγραφο αυτή και οι υπηρεσίες και οι φορείς που δύνανται να διασυνδέονται με την εφαρμογή αυτή, μεταβατικές διατάξεις για τα νομίμως αδειοδοτημένα μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος ΚΔΑΠ, καθώς και για αυτά, για τα οποία εκκρεμεί, κατά τη δημοσίευση του παρόντος, η έκδοση άδειας λειτουργίας βάσει σχετικώς υποβληθείσας αίτησης, καθώς και κάθε ειδικότερο και λεπτομερειακό θέμα για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων δύναται να αναπροσαρμόζονται τα ηλικιακά όρια των ωφελούμενων παιδιών.


Τα πορίσματα των ελέγχων που πραγματοποιούνται σε ΚΔΑΠ και οι βάσει των ελέγχων αυτών τυχόν κυρωτικές αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων, κοινοποιούνται στους φορείς που είναι αρμόδιοι για τη διαχείριση ή/και υλοποίηση προγραμμάτων χρηματοδότησης από εθνικούς πόρους ή/και πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον στα προγράμματα αυτά συμμετέχουν τα ελεγχόμενα ΚΔΑΠ. Τα πορίσματα των ανωτέρω ελέγχων και οι κυρωτικές αποφάσεις δεσμεύουν ως προς την απόδειξη και αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών τα αρμόδια όργανα που εμπλέκονται στη διαχείριση ή/και υλοποίηση προγραμμάτων κατά την άσκηση των δικών τους αρμοδιοτήτων.


Κέντρα Δημιουργικής Απασχόλησης Παιδιών και Ατόμων με Αναπηρία

Κέντρα Δημιουργικής Απασχόλησης Παιδιών και Ατόμων με Αναπηρία (ΚΔΑΠΑΜΕΑ) είναι οι δομές κοινωνικής πρόνοιας, στις οποίες απασχολούνται δημιουργικά παιδιά και ενήλικες με αναπηρία, κατά το διάστημα της ημέρας και για τις ώρες που καλύπτουν τις ανάγκες των ατόμων αυτών και των οικογενειών τους. Σκοπός των ΚΔΑΠΑΜΕΑ είναι η δημιουργική απασχόληση των παιδιών και των ενηλίκων ατόμων με αναπηρία, η κοινωνική ένταξη μέσω της ομαδικής δραστηριότητας, η βελτίωση της ποιότητας ζωής μέσω της απόκτησης δεξιοτήτων αυτοεξυπηρέτησης και η στήριξη των οικογενειών τους.


Τα ΚΔΑΠΑΜΕΑ δύναται να ιδρύονται και να λειτουργούν σε περιοχές που στον οικείο πολεοδομικό σχεδιασμό είναι επιτρεπτή η χρήση κτιρίων κοινωνικής πρόνοιας. Kατ’ εξαίρεση, δύναται να στεγάζονται και σε χώρους δημόσιων σχολικών κτιρίων, στους οποίους κατά τη διάρκεια του σχολικού ωραρίου δεν πραγματοποιείται διδασκαλία. Φορέας λειτουργίας των ΚΔΑΠΑΜΕΑ του προηγούμενου εδαφίου δύναται να είναι ο οικείος πρωτοβάθμιος Ο.Τ.Α. ή νομικό του πρόσωπο.


Κάθε αδειοδοτημένος φορέας υποχρεούται, κατ’ ελάχιστο, να δηλώνει στην νέα ηλεκτρονική εφαρμογή, σε πραγματικό χρόνο, την άφιξη κάθε παιδιού και ατόμου στη δομή και την αποχώρησή του, καθώς και το εβδομαδιαίο πρόγραμμα λειτουργίας της, με ρητή καταγραφή των επιμέρους δραστηριοτήτων δημιουργικής απασχόλησης και το χρονοδιάγραμμά τους.


Με απόφαση των Υπουργών Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Εσωτερικών και Ψηφιακής Διακυβέρνησης εξειδικεύεται περαιτέρω ο σκοπός των ΚΔΑΠΑΜΕΑ και καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι φορείς λειτουργίας τους, οι κατηγορίες των ενηλίκων ατόμων με αναπηρία που υπάγονται στην φροντίδα των δομών αυτών, ο ανώτατος αριθμός ωφελουμένων ανά δομή και βάρδια λειτουργίας, οι απαιτούμενοι ανά δομή χώροι, οι σχετικές τεχνικές προδιαγραφές τους και οι αποστάσεις τους από οχλούσες δραστηριότητες, ο απαιτούμενος πάσης φύσεως εξοπλισμός τους, η στελέχωσή τους και τα απαιτούμενα ειδικότερα προσόντα του προσωπικού τους, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία αδειοδότησής τους, τα θέματα που άπτονται του ελέγχου της νόμιμης λειτουργίας τους και τα αρμόδια προς τούτο όργανα, οι κυρώσεις για την παραβίαση των διατάξεων που διέπουν τη λειτουργία των ΚΔΑΠΑΜΕΑ και τα αρμόδια για την επιβολή τους όργανα, οι προϋποθέσεις λειτουργίας ΚΔΑΠΑΜΕΑ σε κτίρια δημόσιων σχολείων, οι ειδικοί όροι καταλληλότητάς τους και οι εξαιρέσεις από την απαγόρευση λειτουργίας τους σε αίθουσες που πραγματοποιείται διδασκαλία, οι ειδικότεροι όροι λειτουργίας της ηλεκτρονικής εφαρμογής της παρ. 5 του άρθρου 9 ως προς τα ΚΔΑΠΑΜΕΑ, πλέον των προβλεπομένων στην παρ. 4 του παρόντος άρθρου και οι υπηρεσίες και οι φορείς που δύνανται να διασυνδέονται με την εφαρμογή αυτή, μεταβατικές διατάξεις για τα νομίμως αδειοδοτημένα μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος ΚΔΑΠΜΕΑ, όπως και για αυτά, για τα οποία εκκρεμεί, κατά τη δημοσίευση του παρόντος, η έκδοση άδειας λειτουργίας βάσει σχετικώς υποβληθείσας αίτησης, καθώς και κάθε ειδικότερο και λεπτομερειακό θέμα για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.


Τα πορίσματα των ελέγχων που πραγματοποιούνται σε ΚΔΑΠΑΜΕΑ και οι βάσει των ελέγχων αυτών τυχόν κυρωτικές αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων κοινοποιούνται στους φορείς που είναι αρμόδιοι για τη διαχείριση και υλοποίηση προγραμμάτων χρηματοδότησης από εθνικούς πόρους ή/και πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον στα προγράμματα αυτά συμμετέχουν τα ελεγχόμενα ΚΔΑΠΑΜΕΑ. Τα πορίσματα των ανωτέρω ελέγχων και οι κυρωτικές αποφάσεις δεσμεύουν ως προς την απόδειξη και αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα κατά την άσκηση των δικών τους αρμοδιοτήτων.


Πηγή: www.dikaiologitika.gr 

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΤΥΦΛΩΝ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΤΥΦΛΩΝ

Χθες 15 Οκτωβρίου, Διεθνής Ημέρα του Λευκού Μπαστουνιού, πραγματοποιήθηκε μέσω τηλεδιάσκεψης η πρώτη συνεδρίαση της Ομάδας Εργασίας για την Κινητικότητα, τον Προσανατολισμό και τις Δεξιότητες Καθημερινής Διαβίωσης των ατόμων με οπτική αναπηρία, με υπεύθυνο Συντονιστή της ομάδας τον Γενικό Γραμματέα Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Καταπολέμησης της Φτώχειας, κο Γεώργιο Σταμάτη.  

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΤΥΦΛΩΝ


Χθες 15 Οκτωβρίου, Διεθνής Ημέρα του Λευκού Μπαστουνιού, πραγματοποιήθηκε μέσω τηλεδιάσκεψης η πρώτη συνεδρίαση της Ομάδας Εργασίας για την Κινητικότητα, τον Προσανατολισμό και τις Δεξιότητες Καθημερινής Διαβίωσης των ατόμων με οπτική αναπηρία, με υπεύθυνο Συντονιστή της ομάδας τον Γενικό Γραμματέα Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Καταπολέμησης της Φτώχειας, κο Γεώργιο Σταμάτη. 

Στην ομάδα συμμετείχαν η Εθνική Συνομοσπονδία Ατόμων με Αναπηρία, ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Τυφλών, το Κέντρο Εκπαίδευσης και Αποκατάστασης Τυφλών, το Κέντρο Σκύλων Οδηγών Ελλάδος, ο Φάρος Τυφλών, Εκπαιδευτές Κινητικοτητας/ Προσανατολισμού και ΔΚΔ και άλλοι ειδικοί και εμπειρογνώμονες.

Η ομάδα στόχο έχει τη μελέτη και καταγραφή του έργου της εκπαίδευσης των ατόμων με πρόβλημα όρασης στην Κ/Π & τις ΔΚΔ, των αναγκών που προκύπτουν μέσω αυτής, με έμφαση κυρίως στην αναπαραγωγή νέων εκπαιδευτών και τη συγκέντρωση προτάσεων για την επίλυσή τους. 

Το έργο της ομάδας θα έχει διάρκεια 4 μήνες και θα ενταχθεί στο νέο σχέδιο δράσης για την αναπηρία.

Ο Σύνδεσμος και η Υπηρεσία Κινητικότητας ευχαριστούν θερμά για την πρόσκληση για συμμετοχή στο έργο της σημαντικής αυτής Ομάδας Εργασίας. Θα είμαστε εκεί για να προσφέρουμε τις γνώσεις μας και την εμπειρία που έχουμε συγκεντρώσει τα τελευταία 27 χρόνια.

 

Κ.Υ.Α. ΚΟΙΝΗ ΥΠΟΥΡΓΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ Καθορισμός των όρων, των προϋποθέσεων και της διαδικασίας για την δωρεάν ή με μειωμένο εισιτήριο μετακίνηση α) των Ατόμων με Αναπηρίες (ΑμεΑ), και β) των πολυτέκνων και των μελών των οικογενειών τους, για τα έτη 2020 και 2021 με τα μέσα συγκοινωνίας του Ο.Α.Σ.Α., του Ο.Α.Σ.Θ. και των αστικών και υπεραστικών ΚΤΕΛ που είναι μέλη των ομοσπονδιών Π.Ο.Α.Σ και Π.Ο.Α.Υ.Σ.

 Κ.Υ.Α. ΚΟΙΝΗ ΥΠΟΥΡΓΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

Καθορισμός των όρων, των προϋποθέσεων και της διαδικασίας για την δωρεάν ή με μειωμένο εισιτήριο μετακίνηση α) των Ατόμων με Αναπηρίες (ΑμεΑ), και β) των πολυτέκνων και των μελών των οικογενειών τους, για τα έτη 2020 και 2021 με τα μέσα συγκοινωνίας του Ο.Α.Σ.Α., του Ο.Α.Σ.Θ. και των αστικών και υπεραστικών ΚΤΕΛ που είναι μέλη των ομοσπονδιών Π.Ο.Α.Σ και Π.Ο.Α.Υ.Σ.

 

 

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

15 Οκτωβρίου 2020

ΤΕΥΧΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

Αρ. Φύλλου 4563

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

Αριθμ. Δ12α/Γ.Π.οικ.40365/1254

Καθορισμός των όρων, των προϋποθέσεων και της διαδικασίας για την δωρεάν ή με μειωμένο εισιτήριο μετακίνηση α) των Ατόμων με Αναπηρίες (ΑμεΑ), και β) των πολυτέκνων και των μελών των οικογενειών τους, για τα έτη 2020 και 2021 με τα μέσα συγκοινωνίας του Ο.Α.Σ.Α., του Ο.Α.Σ.Θ. και των αστικών και υπεραστικών ΚΤΕΛ που είναι μέλη των ομοσπονδιών Π.Ο.Α.Σ και Π.Ο.Α.Υ.Σ.

ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ - ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ - ΥΠΟΔΟΜΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ

Έχοντας υπόψη:

1.

Τις διατάξεις των παρ. 1 και 5 του άρθρου 110 του ν. 4714/2020 (Α΄ 148).

2.

Τις διατάξεις του άρθρου 81 του ν. 4611/2019 «Ρύθμιση οφειλών προς τους φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, τη Φορολογική Διοίκηση και τους Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού, Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις Δημοσίου και λοιπές ασφαλιστικές και συνταξιοδοτικές διατάξεις, ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων και άλλες διατάξεις» (Α΄ 73).

3.

Τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 283 του ν. 3852/2010 «Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης – “Πρόγραμμα Καλλικράτης”» (Α΄ 87).

4.

Τις διατάξεις της παρ. 4 και 5 του άρθρου 10 του ν. 1910/1944 (Α΄ 229).

5.

Τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) 1370/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις δημόσιες επιβατικές σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές και την κατάργηση των κανονισμών του Συμβουλίου (ΕΟΚ) 1191/69 και (ΕΟΚ) 1107/70 (EE L315 της 3-12-2007).

6.

Τις διατάξεις του π.δ. 134/2017 «Οργανισμός του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης» (Α΄ 168) όπως ισχύει.

7.

Τις διατάξεις του π.δ. 123/2017 «Οργανισμός του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών (Α΄ 151).

8.

Τις διατάξεις του π.δ. 142/2017 «Οργανισμός του Υπουργείου Οικονομικών (Α΄ 181).

9.

Την υπό στοιχεία ΔΙΑΔΠ/Ε/6123/29-3-2005 κοινή υπουργική απόφαση των Υφυπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης «Τροποποίηση της κοινής υπουργικής απόφασης περί χορήγησης δελτίου μετακίνησης ΑμεΑ με τα μέσα μαζικής συγκοινωνίας» (B´ 410).

10.

Το π.δ. 81/2019 «Σύσταση, συγχώνευση, μετονομασία και κατάργηση υπουργείων και καθορισμός των αρμοδιοτήτων τους – Μεταφορά υπηρεσιών και αρμοδιοτήτων μεταξύ υπουργείων» (Α΄ 119).

11.

Το π.δ. 83/2019 «Διορισμός Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, Υπουργών, Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών» (Α΄ 121).

12.

Το π.δ. 62/2020 «Διορισμός Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών» (Α΄ 155).

13.

Την υπό στοιχεία Υ2/2019 απόφαση του Πρωθυπουργού «Σύσταση θέσεων Αναπληρωτή Υπουργού και Υφυπουργών» (Β΄ 2901).

14.

Την υπό στοιχεία 33168/Δ1.11369/25-7-2019 απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων «Ανάθεση Αρμοδιοτήτων στην Υφυπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Δόμνα Μαρία Μιχαηλίδου» (Β’ 3053).

15.

Την υπό στοιχεία Υ44/5-8-2020 απόφαση του Πρωθυπουργού «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Αναπληρωτή Υπουργό Οικονομικών, Θεόδωρο Σκυλακάκη» (Β΄ 3229).

16.

Την υπό στοιχεία ΔΝΣα΄/οικ.59172/7775/ΦΝ459/ 2019 «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Υφυπουργό Υποδομών και Μεταφορών Ιωάννη Κεφαλογιάννη» (Β’ 3058).

49500 ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ TΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Τεύχος B’ 4563/15.10.2020

17.

Την απόφαση του ΣτΕ υπ’ αρ. 445/1998 περί αναστολής ισχύος της κοινής υπουργικής απόφασης Γ4γ/Φ.11/οικ. 1579/98 για τα μέλη του Πανελλήνιου Συνδέσμου Τυφλών.

18.

α) Το γεγονός ότι, η παροχή μετακίνησης των πολυτέκνων με μειωμένο κατά 50% εισιτήριο, προσδιορίζεται ως υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος, που εξυπηρετεί την κοινωνική ανάγκη διευκόλυνσης της μετακίνησης των πολυτέκνων, ως ένα από τα μέτρα για την αντιμετώπιση του δημογραφικού ζητήματος και την ενίσχυση των πολυμελών οικογενειών.

β) Το γεγονός ότι, η χορήγηση δελτίου μετακίνησης σε άτομα με αναπηρίες (Κάρτα ελεύθερης μετακίνησης ΑμεΑ) προσδιορίζεται ως υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος καθώς εξυπηρετεί την κοινωνική ανάγκη διευκόλυνσης της μετακίνησης και κατ’ επέκταση της κοινωνικής ένταξης των ατόμων με αναπηρία.

19.

Τις υπό στοιχεία οικ. 37454/2027/21-9-2020 και 37928/2063/23-9-2020 εισηγητικές εκθέσεις του προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων.

20.

Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού,

 

αποφασίζουμε:

 

Άρθρο 1 ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΔΕΛΤΙΟΥ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗΣ ΣΕ ΑΤΟΜΑ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΕΣ

1.

Στα Άτομα με Αναπηρίες:

-

Ελληνικής υπηκοότητας,

-

υπηκόους των Κρατών - Μελών της Ε.Ε. καθώς και υπηκόους Κρατών - Μελών του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (Ε.Ε.Ο.Χ.),

-

υπηκόους των Κρατών που περιλαμβάνονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση που κυρώθηκε με το ν.δ. 4017/1959 (Α΄ 246),

-

πολίτες τρίτων χωρών που έχουν καταστεί ανίκανοι για εργασία μετά από εργατικό ατύχημα σε ελληνικό έδαφος, ή είναι μέλη οικογένειας Έλληνα πολίτη ή πολίτη της ΕΕ, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 20 του π.δ. 106/2007 (Α΄ 135), στην παρ. 4 του άρθρου 85 του ν. 4251/2014 (Α΄ 80) και στην παρ. 1 του άρθρου 31 του ν. 4540/2018 (Α΄ 91),

-

αναγνωρισμένους πρόσφυγες που διαμένουν μόνιμα στην Ελλάδα, των οποίων το καθεστώς παραμονής στην Ελλάδα διέπεται από τις διατάξεις της Σύμβασης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων (ν.δ. 3989/1959, Α΄ 201), όπως τροποποιήθηκε από το Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης του 1967 για το Καθεστώς των Προσφύγων (α.ν. 389/1968, Α΄ 125), εφόσον κατοικούν μόνιμα και νόμιμα στην Ελλάδα και έχουν ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 67%, ή είναι δικαιούχοι προνοιακών επιδομάτων ΑμεΑ που χορηγεί ο ΟΠΕΚΑ παρέχεται το δικαίωμα της μετακίνησης με μειωμένο εισιτήριο κατά 50% σε όλες τις διαδρομές εσωτερικού των υπεραστικών λεωφορείων των ΚΤΕΛ.

2.

Στα Άτομα με Αναπηρίες:

-

Ελληνικής υπηκοότητας,

-

υπηκόους των Κρατών - Μελών της Ε.Ε. καθώς και υπηκόους Κρατών - Μελών του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (Ε.Ε.Ο.Χ.),

-

υπηκόους των Κρατών που περιλαμβάνονται στην Ευρωπαϊκή σύμβαση που κυρώθηκε με το ν. δ. 4017/1959 (Α΄ 246),

-

πολίτες τρίτων χωρών που έχουν καταστεί ανίκανοι για εργασία μετά από εργατικό ατύχημα σε ελληνικό έδαφος, ή είναι μέλη οικογένειας Έλληνα πολίτη ή πολίτη της ΕΕ, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 20 του π.δ. 06/2007 (Α΄ 135), στην παρ. 4 του άρθρου 85 του ν. 4251/2014 (Α΄ 80) και στην παρ. 1 του άρθρου 31 του ν. 4540/2018 (Α΄ 91),

-

αναγνωρισμένους πρόσφυγες που διαμένουν μόνιμα στην Ελλάδα, των οποίων το καθεστώς παραμονής στην Ελλάδα διέπεται από τις διατάξεις της Σύμβασης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων (ν. δ. 3989/1959, Α΄ 201), όπως τροποποιήθηκε από το Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης του 1967 για το Καθεστώς των Προσφύγων (α.ν. 389/1968, Α΄ 125), εφόσον κατοικούν μόνιμα και νόμιμα στην Ελλάδα και έχουν ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 67%, ή είναι δικαιούχοι προνοιακών επιδομάτων ΑμεΑ που χορηγεί ο ΟΠΕΚΑ με την προϋπόθεση ότι το ετήσιο συνολικό δηλωθέν ατομικό τους εισόδημα δεν είναι μεγαλύτερο των είκοσι τριών χιλιάδων (23.000) ευρώ ή το ετήσιο συνολικό δηλωθέν οικογενειακό εισόδημα δεν είναι μεγαλύτερο των είκοσι εννέα χιλιάδων (29.000). ευρώ, (το ετήσιο συνολικό δηλωθέν οικογενειακό εισόδημα των 29.000 ευρώ προσαυξάνεται με 5.600 ευρώ για κάθε επιπλέον άτομο πέραν του δικαιούχου, που συνοικεί και εξαρτάται από τον φορολογούμενο, εφόσον αυτό παρουσιάζει αναπηρία 67% και άνω), παρέχεται το δικαίωμα δωρεάν μετακίνησης και εφόσον διαμένουν μόνιμα:

α) εντός των ορίων της Περιφέρειας Αττικής (πλην της Π.Ε. Νήσων), με τα αστικά μέσα συγκοινωνίας του ΟΑΣΑ. (Ο.ΣΥ. Α.Ε. και ΣΤΑ.ΣΥ Α.Ε),

β) στην Περιφερειακή Ενότητα Θεσσαλονίκης με τα αστικά μέσα συγκοινωνίας του ΟΑΣΘ,

γ) και στις λοιπές Περιφερειακές Ενότητες της χώρας με τα αστικά μέσα συγκοινωνίας των Αστικών ΚΤΕΛ του Νομού τους.

Το ύψος του εισοδήματος αποδεικνύεται με το εκκαθαριστικό σημείωμα της δήλωσης του φόρου εισοδήματος φορολογικού έτους 2019 για τους δικαιούχους του 2020. Για τους δικαιούχους του 2021 το εκκαθαριστικό του 2020 αντίστοιχα.

Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από τον Οργανισμό Προνοιακών Επιδομάτων και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΟΠΕΚΑ) ως προνοιακά επιδόματα αναπηρίας δεν υπολογίζονται στα εισοδηματικά όρια του συνολικού ατομικού εισοδήματος (23.000€) ή του συνολικού οικογενειακού εισοδήματος (29.000€) για την χορήγηση του Δελτίου Μετακίνησης ΑμεΑ.

Οι ολικά τυφλοί (ν. 958/1979, Α΄ 191) εξαιρούνται των εισοδηματικών κριτηρίων, όπως ορίζονται ως άνω, σύμφωνα με την αρ. 445/98 απόφαση της Επιτροπής Αναστολών του ΣτΕ και λαμβάνουν δελτίο μετακίνησης ανεξάρτητα από το όριο εισοδήματός τους.

3.

Στους μόνιμους κατοίκους της Περιφέρειας Αττικής (πλην Π.Ε. Νήσων) παρέχεται το δικαίωμα της δωρεάν μετακίνησης με την έκδοση προσωποποιημένων ηλεκτρονικών καρτών μετακίνησης, οι οποίες εκδίδονται σύμφωνα με τους κανόνες του αυτόματου Συστήματος Συλλογής Κομίστρου και με τους όρους και τις προϋποθέσεις που τίθενται στην υπ’ αρ. 04/2017 γνωμοδότηση της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων. Σε περίπτωση λήξης ισχύος του δικαιώματος μετακίνησης αυτό δύναται να ανανεωθεί.

Το Δελτίο Μετακίνησης (Κάρτα ελεύθερης μετακίνησης ΑμεΑ) για τους μόνιμους κατοίκους της Π.Ε. Θεσσαλονίκης χορηγείται από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Περιφερειακής Ενότητας και τα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.).

Το Δελτίο Μετακίνησης για τους μόνιμους κατοίκους των κατά περίπτωση Περιφερειακών Ενοτήτων, χορηγείται από τις αρμόδιες υπηρεσίες των Περιφερειών καθώς και από τα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) της χώρας. Από την Περιφέρεια Αττικής, τις Περιφερειακές Ενότητες και τα ΚΕΠ χορηγείται το Δελτίο Μετακίνησης ΑμεΑ για τις μετακινήσεις των μόνιμων κατοίκων της, με έκπτωση 50% στα Υπεραστικά ΚΤΕΛ.

4.

Οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να προσκομίζουν γνωμάτευση των Υγειονομικών Επιτροπών σε ισχύ (του π.δ. 611/1977 (Α΄ 198), του άρθρου 166 του ν. 2683/1999 (Α΄ 19), των άρθρων 165 και 167 του ν. 3528/2007 (Α΄ 26), του Ι.Κ.Α., των Υγειονομικών Επιτροπών του άρθρου 6 του ν. 3863/2010 (Α΄ 115) (Κέντρα Πιστοποίησης Αναπηρίας) ή της Α.Σ.Υ.Ε., Α.Ν.Υ.Ε., Α.Α.Υ.Ε, της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής της Ελληνικής Αστυνομίας, της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής του Πυροσβεστικού Σώματος (άρθρο 1 του ν. 4331/2015) στην οποία θα αναγράφεται απαραίτητα το ποσοστό αναπηρίας, το οποίο πρέπει να είναι τουλάχιστον 67%.

5.

Όσοι λαμβάνουν σύνταξη επ΄ αόριστον με απόφαση Διοικητικού Διευθυντή Ασφαλιστικού φορέα ή του ΕΦΚΑ (απόφαση η οποία έχει εκδοθεί βάσει γνωματεύσεως Υγειονομικής Επιτροπής και στην οποία αναγράφεται το ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω) δικαιούνται Δελτίο Μετακίνησης χωρίς να απαιτείται η έκδοση πρόσθετης γνωμάτευσης Υγειονομικής Επιτροπής.

6.

Όσοι λαμβάνουν οικονομική ενίσχυση (επίδομα αναπηρίας) από τον Οργανισμό Προνοιακών Επιδομάτων και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Ο.Π.Ε.Κ.Α.) δικαιούνται Δελτίο Μετακίνησης χωρίς γνωμάτευση Υγειονομικών Επιτροπών.

7.

Οι τυφλοί και οι Β.Ν.Κ. με τον απαιτούμενο δείκτη νοημοσύνης για την ένταξή τους στο πρόγραμμα οικονομικής ενίσχυσης Νοητικής Υστέρησης, δικαιούνται Δελτίο Μετακίνησης και για τους συνοδούς τους.

Άρθρο 2 ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗ ΜΕ ΜΕΙΩΜΕΝΟ ΚΟΜΙΣΤΡΟ ΤΩΝ ΠΟΛΥΤΕΚΝΩΝ ΚΑΙ ΜΕΛΩΝ ΤΩΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΩΝ ΤΟΥΣ

1.

Εξασφαλίζεται το δικαίωμα μετακίνησης με καταβολή κομίστρου με μερική απαλλαγή 50% επί του ισχύοντος κομίστρου στα αστικά συγκοινωνιακά μέσα, περι

οχής αρμοδιότητας Οργανισμού Αστικών Συγκοινωνιών Αθήνας - ΟΑΣΑ (Ο.Σ.Υ, Α.Ε. και ΣΤΑ.ΣΥ. Α.Ε.), καθώς και στα αστικά συγκοινωνιακά μέσα περιοχής αρμοδιότητας, Οργανισμού Συγκοινωνιακού Έργου Θεσσαλονίκης (Ο.Σ.Ε.Θ.), των πολυτέκνων και μελών των οικογενειών τους, με τη διάθεση από τον Ο.Α.Σ.Α. ηλεκτρονικών καρτών μετακίνησης και με την έκδοση μειωμένου εισιτηρίου ή κάρτας μετακίνησης, από τον ΟΑΣΘ, στην ως άνω κατηγορία των δικαιούχων.

2.

Εξασφαλίζεται το δικαίωμα μετακίνησης με καταβολή κομίστρου με μερική απαλλαγή 50% επί του ισχύοντος κομίστρου, στα ΚΤΕΛ που ανήκουν στην Πανελλαδική Ομοσπονδία Αυτοκινητιστών Υπεραστικών Συγκοινωνιών (Π.Ο.Α.Υ.Σ.) και στα ΚΤΕΛ που ανήκουν στην Πανελλαδική Ομοσπονδία Αστικών Συγκοινωνιών (Π.Ο.Α.Σ.), των πολυτέκνων και μελών των οικογενειών τους, με την έκδοση μειωμένου εισιτηρίου ή κάρτας μετακίνησης, στην ως άνω κατηγορία των δικαιούχων.

3.

Οι κατηγορίες δικαιούχων μετακίνησης με μερική απαλλαγή, είναι οι πολύτεκνοι γονείς και τα μέλη των οικογενειών τους, οι οποίοι είναι κάτοχοι δελτίου πολυτεκνικής ιδιότητας.

4.

Η ιδιότητα του πολυτέκνου, αναγνωρίζεται στις κατηγορίες προσώπων του άρθρου 5 και της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 3454/2006 (Α΄ 790) και απονέμεται από την Ανώτατη Συνομοσπονδία Πολυτέκνων Ελλάδος Α.Σ.Π.Ε., η οποία χορηγεί και αναθεωρεί πολυτεκνικές ταυτότητες, ως αρμόδιος φορέας, σύμφωνα με τα εδάφια 1 και 2 της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 3454/2006 (Α΄ 790). Η πολυτεκνική ταυτότητα, παρέχει το δικαίωμα μετακίνησης, με μειωμένο εισιτήριο 50 % επί των εκάστοτε ισχυουσών τιμών, των δικαιούχων με τα μέσα μαζικής μεταφοράς.

Άρθρο 3 ΠΡΟΣΩΠΟΠΟΙΗΜΕΝΕΣ ΚΑΡΤΕΣ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ Ο.Α.Σ.Α.

1.

Η ορθή εφαρμογή των κοινωνικών πολιτικών που αφορά στις μετακινήσεις των ειδικών ομάδων του πληθυσμού, υλοποιείται σε συνάρτηση με τη βασική αρχή του συστήματος, που αφορά τη χρήση προσωποποιημένων ηλεκτρονικών καρτών από τις ειδικές ομάδες των μετακινουμένων, σύμφωνα και με τη διεθνή πρακτική, ώστε οι αυτές κάρτες να φέρουν τα στοιχεία των κατόχων και να χρησιμοποιούνται αποκλειστικά από αυτούς.

2.

Για την μετακίνηση των ανωτέρω δικαιούχων, με μειωμένο κόμιστρο μετακίνησης, απαιτείται η έκδοση προσωποποιημένων ηλεκτρονικών καρτών μετακίνησης, οι οποίες εκδίδονται σύμφωνα με τους κανόνες του Αυτόματου Συστήματος Συλλογής Κομίστρου και με τους όρους και τις προϋποθέσεις που τίθενται στην υπ’ αρ. 04/2017 γνωμοδότηση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.

3.

Οι προσωποποιημένες ηλεκτρονικές κάρτες μετακίνησης, χρησιμοποιούνται αποκλειστικά από τους δικαιούχους κατόχους τους με χρήση του εξοπλισμού Έκδοσης, Πώλησης, Επαναφόρτισης, Επικύρωσης και Ελέγχου του Αυτόματου Συστήματος Συλλογής Κομίστρου που έχει εγκατασταθεί σε οχήματα, σταθμούς και

49502 ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ TΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Τεύχος B’ 4563/15.10.2020

στάσεις του δικτύου των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς αρμοδιότητας Ο.Α.Σ.Α και δύνανται να αντικατασταθούν σε περιπτώσεις απώλειας, κλοπής ή δυσλειτουργίας.

Το δικαίωμα μετακίνησης με μερική απαλλαγή από την καταβολή στα συγκοινωνιακά μέσα αρμοδιότητας Ο.Α.Σ.Α., πιστοποιείται με τη φόρτιση των τύπων κομίστρου εντός των προσωποποιημένων ηλεκτρονικών καρτών, στον εξοπλισμό πώλησης του Αυτόματου Συστήματος Συλλογής Κομίστρου (ΑΣΣΚ).

Σε περίπτωση λήξης ισχύος του δικαιώματος μετακίνησης, αυτό δύναται να ανανεωθεί και σε περίπτωση λήξης υπαγωγής σε κατηγορία δικαιούχων, οι κάρτες δύνανται να μετατραπούν σε κάρτες πλήρους κομίστρου.

Η ισχύς της παρούσας απόφασης εκτίνεται στα ημερολογιακά έτη 2020 και 2021.

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Αθήνα, 5 Οκτωβρίου 2020 Οι Υπουργοί

Αναπληρωτής

Υφυπουργός Εργασίας και

Υπουργός Οικονομικών

Κοινωνικών Υποθέσεων

ΔΟΜΝΑ - ΜΑΡΙΑ

ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ

ΘΕΟΔΩΡΟΣ

ΣΚΥΛΑΚΑΚΗΣ

Υποδομών

Υφυπουργός Υποδομών

και Μεταφορών

και Μεταφορών

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ

ΙΩΑΝΝΗΣ

ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ 

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2020

Υπόθεση C-657/19 ΦΠΑ - Παροχές υπηρεσιών οι οποίες συνδέονται στενά με την κοινωνική πρόνοια και ασφάλιση – Κατάρτιση γνωματεύσεων επί της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης – Υποκείμενος στον φόρο που έχει εξουσιοδοτηθεί από την ιατρική υπηρεσία του φορέα ασφάλισης έναντι της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης – Οργανισμοί που αναγνωρίζονται ως κοινωνικού χαρακτήρα

 

Υπόθεση C-657/19                                                            

 ΦΠΑ - Παροχές υπηρεσιών οι οποίες συνδέονται στενά με την κοινωνική πρόνοια και ασφάλιση – Κατάρτιση γνωματεύσεων επί της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης – Υποκείμενος στον φόρο που έχει εξουσιοδοτηθεί από την ιατρική υπηρεσία του φορέα ασφάλισης έναντι της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης – Οργανισμοί που αναγνωρίζονται ως κοινωνικού χαρακτήρα                                                        

 

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα) της 8ης Οκτωβρίου 2020  «Προδικαστική  παραπομπή – Φόρος προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) – Οδηγία 2006/112/ΕΚ –  Απαλλαγές – Άρθρο 132, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ – Παροχές υπηρεσιών οι  οποίες συνδέονται στενά με την κοινωνική πρόνοια και ασφάλιση –  Κατάρτιση γνωματεύσεων επί της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης – Υποκείμενος  στον φόρο που έχει εξουσιοδοτηθεί από την ιατρική υπηρεσία του φορέα  ασφάλισης έναντι της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης – Οργανισμοί που  αναγνωρίζονται ως κοινωνικού χαρακτήρα»

Στην υπόθεση C-657/19,

με  αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ,  που υπέβαλε το Bundesfinanzhof (Ομοσπονδιακό Φορολογικό Δικαστήριο,  Γερμανία) με απόφαση της 10ης Απριλίου 2019, η οποία περιήλθε στο  Δικαστήριο στις 4 Σεπτεμβρίου 2019, στο πλαίσιο της δίκης

Finanzamt D

κατά

E,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. Prechal (εισηγήτρια), πρόεδρο του τρίτου τμήματος, προεδρεύουσα, F. Biltgen και L. S. Rossi, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Szpunar

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η Finanzamt D, εκπροσωπούμενη από τον P. Kröger,

–        η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. Möller και την S. Eisenberg,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον L. Mantl και την L. Lozano Palacios,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η  αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 132,  παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της  28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης  αξίας (ΕΕ  2006, L 347, σ.  1, στο εξής: οδηγία ΦΠΑ).

2        Η  αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της  Finanzamt D (στο εξής: φορολογική αρχή) και της E σχετικά με την  απαλλαγή από τον φόρο προστιθέμενης αξίας (στο εξής: ΦΠΑ) των υπηρεσιών  τις οποίες παρέσχε η δεύτερη ως υπεργολάβος της ιατρικής υπηρεσίας ενός  ταμείου ασφάλισης έναντι της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης και οι οποίες  συνίσταντο στην κατάρτιση γνωματεύσεων επί της αδυναμίας  αυτοεξυπηρέτησης των ασφαλισμένων του ταμείου αυτού.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

3        Το  άρθρο 131 της οδηγίας ΦΠΑ, που περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο 1 του τίτλου  της IX, το οποίο επιγράφεται «Γενικές διατάξεις», ορίζει τα εξής:

«Οι  απαλλαγές που προβλέπονται στα κεφάλαια 2 έως 9 εφαρμόζονται με την  επιφύλαξη άλλων κοινοτικών διατάξεων και με τις προϋποθέσεις που  καθορίζουν τα κράτη μέλη για να διασφαλίζουν την ορθή και απλή εφαρμογή  των εν λόγω απαλλαγών και να προλαμβάνουν κάθε ενδεχόμενη φοροδιαφυγή,  φοροαποφυγή ή κατάχρηση.»

4        Το  κεφάλαιο 2 του τίτλου IX της οδηγίας ΦΠΑ φέρει τον τίτλο «Απαλλαγές  ορισμένων δραστηριοτήτων γενικού συμφέροντος». Το κεφάλαιο αυτό  περιλαμβάνει τα άρθρα 132 έως 134 της ως άνω οδηγίας.

5        Το άρθρο 132, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας έχει ως εξής:

«Τα κράτη μέλη απαλλάσσουν τις ακόλουθες πράξεις:

[…]

γ)      τις  παροχές ιατρικής περίθαλψης, οι οποίες πραγματοποιούνται στο πλαίσιο  της άσκησης ιατρικών και παραϊατρικών επαγγελμάτων, όπως καθορίζονται  από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος,

[…]

ζ)      τις  παροχές υπηρεσιών και τις παραδόσεις αγαθών οι οποίες συνδέονται στενά  με την κοινωνική πρόνοια και ασφάλιση, περιλαμβανομένων των υπηρεσιών  που παρέχονται από οίκους ευγηρίας, και οι οποίες πραγματοποιούνται από  οργανισμούς δημόσιου δικαίου ή άλλους οργανισμούς που το ενδιαφερόμενο  κράτος μέλος αναγνωρίζει ως κοινωνικού χαρακτήρα,

[…]».

6        Το άρθρο 134 της οδηγίας ΦΠΑ ορίζει τα εξής:

«Οι  παραδόσεις αγαθών και οι παροχές υπηρεσιών αποκλείονται από την  απαλλαγή που προβλέπεται στο άρθρο 132, παράγραφος 1, στοιχεία β), ζ),  η), θ), ιβ), ιγ) και ιδ), στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)      εφόσον δεν είναι απαραίτητες για τη διενέργεια των πράξεων που απαλλάσσονται του φόρου,

[...]».

Το γερμανικό δίκαιο

7        Το  άρθρο 1, παράγραφος 1, σημείο 1, του Umsatzsteuergesetz (νόμου περί  φόρου κύκλου εργασιών), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών  περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (BGBl. I 2008, σ.  2794) (στο  εξής: UStG), όριζε ότι στον ΦΠΑ υπόκεινται οι παραδόσεις και οι λοιπές  παροχές στις οποίες ένας επιχειρηματίας προβαίνει εξ επαχθούς αιτίας  στην ημεδαπή στο πλαίσιο της επιχειρήσεώς του.

8        Από  τις προβλεπόμενες στο άρθρο 1, παράγραφος 1, σημείο 1, του UStG πράξεις  απαλλάσσονται, κατά το άρθρο 4 του νόμου αυτού, οι ακόλουθες:

«[...]

14.      a)      οι  παροχές ιατρικής περίθαλψης οι οποίες πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της  άσκησης του επαγγέλματος του ιατρού, του οδοντιάτρου, του πρακτικού  θεραπευτή (Heilpraktiker), του φυσιοθεραπευτή, της μαίας ή οποιασδήποτε  άλλης παρόμοιας ιατρικής ή παραϊατρικής δραστηριότητας. [...]

b)      η  νοσηλεία και η ιατρική περίθαλψη, περιλαμβανομένης της διάγνωσης, των  ιατρικών εξετάσεων, της πρόληψης, της αποκατάστασης, της βοήθειας στον  τοκετό και της ανακουφιστικής φροντίδας, καθώς και οι πράξεις που  συνδέονται στενά με αυτές, οι οποίες πραγματοποιούνται από οργανισμούς  δημοσίου δικαίου. [...]

15.      οι παροχές στις οποίες προβαίνουν οι εκ του νόμου προβλεπόμενοι κοινωνικοασφαλιστικοί φορείς [...]

a)      μεταξύ τους,

b)      προς τους ασφαλισμένους [...]

15a.      Οι  βάσει νόμου παροχές των ιατρικών υπηρεσιών του φορέα ασφάλισης  ασθενείας (άρθρο 278 [του βιβλίου V του Sozialgesetzbuch (κοινωνικού  κώδικα)]) [...] μεταξύ τους ή προς τους νόμιμους φορείς [...]

16.      Οι  υπηρεσίες οι οποίες συνδέονται στενά με τη λειτουργία ιδρυμάτων που  βοηθούν ή περιθάλπουν χρήζοντα βοήθειας πρόσωπα με σωματική, νοητική ή  ψυχική μειονεξία και οι οποίες παρέχονται από

[...]

k)      [από  1ης Ιουλίου 2013: l)] ιδρύματα των οποίων, κατά το προηγούμενο  ημερολογιακό έτος, οι δαπάνες αρωγής ή περίθαλψης έχουν αποδοθεί, εξ  ολοκλήρου ή κατά το μεγαλύτερο μέρος, σε τουλάχιστον 40 % των  περιπτώσεων [25 % από 1ης Ιουλίου 2013], από τους εκ του νόμου  προβλεπόμενους φορείς κοινωνικής ασφάλισης ή κοινωνικής πρόνοιας [...]».

9        Το  άρθρο 18 του βιβλίου XI του κοινωνικού κώδικα, όπως ίσχυε κατά τον  χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (BGBl. I  2012, σ. 2246) (στο εξής: SGB XI), προέβλεπε τα εξής:

«1.      Τα  ταμεία ασφάλισης έναντι της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης αναθέτουν στην  ιατρική υπηρεσία του φορέα ασφάλισης ασθενείας ή σε άλλους ανεξάρτητους  πραγματογνώμονες την εξέταση της συνδρομής των προϋποθέσεων διαπίστωσης  αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης και την εκτίμηση του βαθμού αδυναμίας  αυτοεξυπηρέτησης. Στο πλαίσιο των εξετάσεων αυτών, η ιατρική υπηρεσία ή  οι πραγματογνώμονες που έχουν εξουσιοδοτηθεί από το ταμείο ασφάλισης  έναντι της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης πρέπει να καθορίσουν, μέσω  εξετάσεως του αιτούντος, τις δυσκολίες τις οποίες αυτός αντιμετωπίζει  κατά την εκτέλεση των εργασιών που παρατίθενται στο άρθρο 14, παράγραφος  4, καθώς και τη φύση, την έκταση και την πιθανή διάρκεια της ανάγκης  βοήθειας, και να διαπιστώσουν την ύπαρξη σοβαρού περιορισμού της  ικανότητας ανταπόκρισης στις ανάγκες της καθημερινής ζωής [...] Εξάλλου,  πρέπει ακόμη να διαπιστωθεί αν και σε ποιο βαθμό μέτρα άρσης, μείωσης ή  αποτροπής της επιδείνωσης της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης,  περιλαμβανομένων των μέτρων ιατρικής αποκατάστασης, είναι κατάλληλα,  αναγκαία και αναλογικά· κατά το μέτρο αυτό, οι ασφαλισμένοι δύνανται να  αξιώσουν από τον αρμόδιο φορέα παροχές ιατρικής αποκατάστασης [...]

[...]

7.      Τα  καθήκοντα της ιατρικής υπηρεσίας ασκούνται από ιατρούς, σε στενή  συνεργασία με νοσηλευτές και άλλους αρμόδιους επαγγελματίες. [...]»

10      Το άρθρο 53bis του SGB XI ορίζει τα εξής:

«Η  Spitzenverband Bund der Pflegekassen (Συνομοσπονδία ταμείων ασφάλισης  έναντι της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης, Γερμανία) εκδίδει κατευθυντήριες  γραμμές στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης έναντι της αδυναμίας  αυτοεξυπηρέτησης,

1.      για τη συνεργασία των ταμείων ασφάλισης έναντι της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης με τις ιατρικές υπηρεσίες·

2.      για τη διεξαγωγή και την εξασφάλιση ενιαίας αξιολόγησης·

3.      για τις εκθέσεις και τα στατιστικά στοιχεία που πρέπει να διαβιβάζονται από τις ιατρικές υπηρεσίες·

4.      για την εξασφάλιση της ποιότητας της αξιολόγησης και των παρεχόμενων συμβουλών [...]·

5.      για τις αρχές της συμπληρωματικής και της συνεχούς επιμόρφωσης.

Οι κατευθυντήριες γραμμές χρήζουν έγκρισης από το ομοσπονδιακό Υπουργείο Υγείας. Είναι δεσμευτικές για τις ιατρικές υπηρεσίες.»

11      Το  τμήμα B1 των Richtlinien des Spitzenverbandes Bund der Pflegekassen  (GKV-Spitzenverband) zur Begutachtung von Pflegebedürftigkeit  (Begutachtungsrichtlinien – BRi) [κατευθυντηρίων γραμμών της  συνομοσπονδίας ταμείων ασφάλισης έναντι της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης  (συνομοσπονδία εκ του νόμου προβλεπόμενων φορέων ασφάλισης ασθενείας)  για τις γνωματεύσεις επί της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης (κατευθυντήριες  γραμμές για τις γνωματεύσεις)], όπως ίσχυαν στις 8 Ιουνίου 2009,  προέβλεπε, μεταξύ άλλων, ότι «οι αξιολογήσεις πραγματοποιούνται από  καταρτισμένους πραγματογνώμονες που διαθέτουν τα σχετικά προσόντα»,  μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται «ιατροί, νοσηλευτές και άλλοι  επαγγελματίες τους οποίους έχει στη διάθεσή της η ιατρική υπηρεσία για  την αντιμετώπιση του πάγιου φόρτου εργασίας». Το εν λόγω τμήμα B1 ορίζει  ότι, «[π]ρος αντιμετώπιση απότομων αυξήσεων του αριθμού αιτήσεων και  ειδικών τεχνικών ερωτημάτων, η ιατρική υπηρεσία μπορεί να χρησιμοποιεί  ιατρούς, νοσηλευτές ή άλλους κατάλληλους επαγγελματίες ως εξωτερικούς  συνεργάτες». Κατά το εν λόγω τμήμα, «[ό]ταν, κατ’  εξαίρεση,  χρησιμοποιούνται ελεύθεροι επαγγελματίες ιατροί, νοσηλευτές φορέων  κατ’ οίκον φροντίδας, εμπορικών νοσηλευτικών μονάδων καθώς και ελεύθεροι  επαγγελματίες του τομέα των νοσηλευτικών υπηρεσιών, πρέπει να  επιδεικνύεται μέριμνα ώστε να μην ανακύπτουν συγκρούσεις συμφερόντων».

12      Το  σημείο 2 των απαιτήσεων σχετικά με τα προσόντα των πραγματογνωμόνων,  όπως αυτές καθορίζονται από τις Richtlinien des GKV-Spitzenverbands zur  Zusammenarbeit der Pflegekassen mit anderen unabhängigen Gutachtern  (Unabhängige Gutachter-Richtlinien – UGu-RiLi) [κατευθυντήριες γραμμές  της συνομοσπονδίας ταμείων ασφάλισης έναντι της αδυναμίας  αυτοεξυπηρέτησης σχετικά με τη συνεργασία των εν λόγω ταμείων ασφάλισης  με άλλους ανεξάρτητους πραγματογνώμονες (κατευθυντήριες γραμμές για τους  ανεξάρτητους πραγματογνώμονες)], όπως ίσχυαν στις 6 Μαΐου 2013,  καθόριζε μεταξύ άλλων τις «προϋποθέσεις εξειδίκευσης» που «απαιτούνται  για την άσκηση του επαγγέλματος του πραγματογνώμονα, κατά την έννοια των  κατευθυντηρίων γραμμών για τη διαδικασία διαπίστωσης της αδυναμίας  αυτοεξυπηρέτησης καθώς και για την εξειδίκευση του περιεχομένου της  σχετικής γνωμάτευσης δυνάμει του [SGB XI] (κατευθυντηρίων γραμμών για  τις γνωματεύσεις)». Κατά το εν λόγω σημείο 2, οι προϋποθέσεις αυτές  πληρούνταν από τους έχοντες άδεια άσκησης επαγγέλματος ιατρούς, σύμφωνα  με τις απαιτήσεις που εκτίθεντο στο ίδιο σημείο.

Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

13      Η  αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης είναι διπλωματούχος νοσηλεύτρια η οποία  έχει λάβει βασική ιατρική εκπαίδευση και ακαδημαϊκή εκπαίδευση στον  τομέα των νοσηλευτικών επιστημών, καθώς και συμπληρωματική εκπαίδευση  όσον αφορά τη διαχείριση ποιότητας στον τομέα της περίθαλψης μη  αυτοεξυπηρετούμενων ατόμων. Οι επαγγελματικές δραστηριότητές της  περιλαμβάνουν επίσης υποκείμενες στον φόρο διδακτικές υπηρεσίες σχετικά  με την εν λόγω περίθαλψη.

14      Κατά  τα έτη 2012 έως 2014, η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης κατάρτισε, για  λογαριασμό της Medizinischer Dienst der Krankenversicherung  Niedersachsen (ιατρικής υπηρεσίας του φορέα ασφάλισης ασθενείας της Κάτω  Σαξονίας, Γερμανία) (στο εξής: MDK), γνωματεύσεις επί της αδυναμίας  αυτοεξυπηρέτησης ορισμένων ασθενών με σκοπό τον καθορισμό της έκτασης  των δικαιωμάτων τους στις παροχές περίθαλψης που καλύπτονται από το  ταμείο ασφάλισης έναντι της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης. Κατά τη διάρκεια  της περιόδου αυτής, η MDK τής απέστελλε μηνιαίο αναλυτικό λογαριασμό  των παρασχεθεισών υπηρεσιών χωρίς αναγραφή ΦΠΑ. Η αναιρεσίβλητη της  κύριας δίκης δήλωσε τις υπηρεσίες αυτές ως απαλλασσόμενες από τον ΦΠΑ.

15      Κατόπιν  ελέγχου, η φορολογική αρχή εκτίμησε ότι η δραστηριότητα αξιολόγησης της  αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης δεν απαλλασσόταν ούτε βάσει του εθνικού  δικαίου ούτε βάσει του δικαίου της Ένωσης. Κατά συνέπεια, με αποφάσεις  της 3ης Φεβρουαρίου 2015, αύξησε τον κύκλο εργασιών που είχε δηλώσει η  αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης κατά τα καθαρά ποσά που αυτή είχε χρεώσει  στην MDK και καθόρισε τον οφειλόμενο από την αναιρεσίβλητη ΦΠΑ για τα  έτη 2012 και 2013, καθώς και τις προκαταβολές του ΦΠΑ για τα τρία πρώτα  τρίμηνα του 2014.

16      Αμφισβητώντας  τις αποφάσεις αυτές, η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης άσκησε ενώπιον  του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προσφυγή, την οποία το δικαστήριο αυτό  έκανε κατά βάση δεκτή. Στηριζόμενο στο άρθρο 132, παράγραφος 1, στοιχείο  ζʹ, της οδηγίας ΦΠΑ, το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι η κατάρτιση  εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης σχετικά με την περίθαλψη απαλλασσόταν από  τον ΦΠΑ ως «παροχή που συνδέεται στενά με την κοινωνική πρόνοια και  ασφάλιση», κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως. Στο πλαίσιο αυτό, το εν  λόγω δικαστήριο επισήμανε ότι, από τον Νοέμβριο του 2012, τα ταμεία  ασφάλισης έναντι της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης είχαν κατά νόμο τη  δυνατότητα να αναθέτουν σε ανεξάρτητους πραγματογνώμονες καθήκοντα  αξιολόγησης των ασφαλισμένων, οπότε, ως εξουσιοδοτηθείσα από την MDK, η  αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης μπορούσε να επικαλεστεί την απαλλαγή  αυτή.

17      Η  φορολογική αρχή άσκησε αναίρεση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου,  υποστηρίζοντας ότι οι εθνικές διατάξεις περί απαλλαγής από τον ΦΠΑ, οι  οποίες δεν προβλέπουν απαλλαγή για τις επίμαχες στην κύρια δίκη  υπηρεσίες αξιολόγησης, είναι σύμφωνες με το δίκαιο της Ένωσης.

18      Το  αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, κατά το εθνικό δίκαιο, η  αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης δεν μπορεί να τύχει απαλλαγής από τον ΦΠΑ  για τις επίμαχες υπηρεσίες αξιολόγησης. Εντούτοις, το δικαστήριο αυτό  δεν αποκλείει το ενδεχόμενο η εν λόγω αναιρεσίβλητη να μπορεί να  επικαλεστεί απευθείας την απαλλαγή του άρθρου 132, παράγραφος 1,  στοιχείο ζʹ, της οδηγίας ΦΠΑ για τις παροχές που συνδέονται στενά με την  κοινωνική πρόνοια και ασφάλιση.

19      Πλην  όμως, κατά το εν λόγω δικαστήριο, δεν είναι βέβαιο ότι η αναιρεσίβλητη  της κύριας δίκης μπορεί να τύχει της απαλλαγής αυτής. Ειδικότερα, για να  είναι τούτο δυνατό πρέπει να πληρούνται δύο προϋποθέσεις. Αφενός, όσον  αφορά την προϋπόθεση ότι οι οικείες υπηρεσίες πρέπει να είναι  απαραίτητες και να συνδέονται στενά με την κοινωνική πρόνοια και  ασφάλιση, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η προϋπόθεση αυτή πληρούται,  δεδομένου ότι υπηρεσίες αξιολόγησης της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης, όπως  αυτές τις οποίες παρέχει η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης, επιτρέπουν  στο οικείο ταμείο ασφάλισης έναντι της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης να  εκτιμήσει την κατάσταση αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης των ασφαλισμένων του,  για τον καθορισμό του δικαιώματός τους σε παροχές κοινωνικής πρόνοιας  και ασφάλισης.

20      Ως  προς το ζήτημα αυτό παραμένει όμως μια αμφιβολία, στο μέτρο που, κατά  τη νομολογία του αιτούντος δικαστηρίου, που παραπέμπει στην απόφαση της  12ης Μαρτίου 2015, «go fair» Zeitarbeit (C594/13, EU:C:2015:164), οι  υπηρεσίες δεν θεωρείται ότι συνδέονται στενά με την κοινωνική πρόνοια  όταν παρέχονται όχι απευθείας στο μη αυτοεξυπηρετούμενο πρόσωπο αλλά σε  οργανισμό ο οποίος έχει ανάγκη τις υπηρεσίες αυτές ώστε να εκπληρώσει,  υπέρ του προσώπου αυτού, τις δικές του απαλλασσόμενες παροχές.

21      Εξάλλου,  στην απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2003, Unterpertinger (C212/01,  EU:C:2003:625), το Δικαστήριο απέκλεισε την ύπαρξη δικαιώματος απαλλαγής  βάσει του άρθρου 132, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας ΦΠΑ σε  περίπτωση συγκρίσιμη προς εκείνη της κύριας δίκης, η οποία αφορούσε την  κατάρτιση έκθεσης πραγματογνωμοσύνης σχετικά με την κατάσταση της υγείας  ορισμένου προσώπου για τους σκοπούς της χορήγησης σύνταξης αναπηρίας.

22      Αφετέρου,  αν γινόταν δεκτό ότι υπηρεσίες αξιολόγησης της αδυναμίας  αυτοεξυπηρέτησης, όπως αυτές τις οποίες παρέσχε η αναιρεσίβλητη της  κύριας δίκης, συνιστούν παροχές υπηρεσιών οι οποίες συνδέονται στενά με  την κοινωνική πρόνοια και ασφάλιση, θα ετίθετο το ερώτημα αν ο οικείος  πάροχος μπορεί να χαρακτηριστεί ως οργανισμός ο οποίος αναγνωρίζεται από  το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ως έχων κοινωνικό χαρακτήρα και, κατ’  αυτόν τον τρόπο, πληροί τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 132, παράγραφος  1, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας ΦΠΑ.

23      Συναφώς,  πρώτον, το αιτούν δικαστήριο δεν αποκλείει το ενδεχόμενο μια τέτοια  αναγνώριση να απορρέει από το γεγονός ότι ο οικείος πάροχος παρέσχε τις  υπηρεσίες του ως υπεργολάβος για λογαριασμό οργανισμού ο οποίος  αναγνωρίζεται από το εθνικό δίκαιο, εν προκειμένω της MDK, δεδομένου ότι  η έννοια του αναγνωρισμένου από το εθνικό δίκαιο οργανισμού μπορεί να  συμπεριλαμβάνει φυσικά πρόσωπα ή ιδιωτικούς φορείς κερδοσκοπικού  χαρακτήρα. Μολονότι εναπόκειται στα κράτη μέλη να θεσπίζουν τους κανόνες  σχετικά με την αναγνώριση τέτοιων οργανισμών και μολονότι, κατά τη  νομολογία του αιτούντος δικαστηρίου, η αναγνώριση της ιδιότητας του  οργανισμού κοινωνικού χαρακτήρα δεν επεκτείνεται στους υπεργολάβους ενός  τέτοιου οργανισμού, θα μπορούσε να επιβάλλεται διαφορετικό συμπέρασμα  για τον λόγο ότι, εξαιτίας της υπάρξεως κατευθυντηρίων γραμμών για τις  αξιολογήσεις της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης, υφίστανται διατάξεις που  ρυθμίζουν τα της προσφυγής της MDK σε υπηρεσίες τρίτων για τη διενέργεια  των αξιολογήσεων αυτών.

24      Δεύτερον,  αν η υπεργολαβία αφ’ εαυτής δεν αρκεί προς τούτο, το αιτούν δικαστήριο  διερωτάται μήπως η αναγνώριση ενός φορέα ως οργανισμού κοινωνικού  χαρακτήρα θα μπορούσε να απορρεύσει από το γεγονός ότι οι αντιστοιχούσες  στον υπεργολάβο δαπάνες βαρύνουν τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης,  δεδομένου ότι η ανάληψη αυτή των δαπανών συνιστά, κατά το δίκαιο της  Ένωσης, κρίσιμο συναφώς στοιχείο. Πάντως, εν προκειμένω, οι δαπάνες  αυτές βαρύνουν το οικείο ταμείο μόνον εμμέσως και κατ’  αποκοπήν, ήτοι  μέσω της MDK, η οποία αμείβει τον υπεργολάβο. Κατά τη νομολογία του  αιτούντος δικαστηρίου, η έμμεση χρηματοδότηση των δαπανών από τους  οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης ενδεχομένως αρκεί, αλλά εξακολουθούν να  υπάρχουν αμφιβολίες ως προς το ζήτημα αυτό, στο μέτρο που, μεταφέροντας  στο εσωτερικό δίκαιο την οδηγία ΦΠΑ, ο Γερμανός νομοθέτης χρησιμοποίησε  μερικώς, στο πλαίσιο αυτό, τον όρο «ανταμοιβή», ο οποίος ενδέχεται να  προϋποθέτει συνειδητή και εκούσια ανάληψη των δαπανών από τους  οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης.

25      Τρίτον,  το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν, όταν οι αντιστοιχούσες  στον υπεργολάβο δαπάνες βαρύνουν εμμέσως έναν οργανισμό κοινωνικής  ασφάλισης, η αναγνώριση του υπεργολάβου αυτού ως οργανισμού κοινωνικού  χαρακτήρα μπορεί να εξαρτηθεί από την πραγματική σύναψη συμβάσεως με  οργανισμό κοινωνικής πρόνοιας ή ασφάλισης ή αν αρκεί προς τούτο η  δυνατότητα συνάψεως συμβάσεως σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Συναφώς, το  αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, από τις 30 Οκτωβρίου 2012, το εθνικό  δίκαιο προβλέπει τη δυνατότητα των ταμείων ασφάλισης έναντι της  αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης να αναθέτουν σε ανεξάρτητους  πραγματογνώμονες, αντί για την MDK, το καθήκον να αξιολογούν την  αδυναμία αυτοεξυπηρέτησης των ασφαλισμένων. Οι ανεξάρτητοι αυτοί  πραγματογνώμονες πρέπει να πληρούν τις απαιτήσεις περί προσόντων που  καθορίζονται λεπτομερώς στις κατευθυντήριες γραμμές τις οποίες έχουν  εκδώσει τα ταμεία. Θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι στην περίπτωση αυτή  υφίσταται σύμβαση, εφόσον τούτο επιτρέπεται βάσει του δικαίου της  Ένωσης.

26      Υπό  τις συνθήκες αυτές, το Bundesfinanzhof (Ομοσπονδιακό Φορολογικό  Δικαστήριο, Γερμανία) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία  και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Υφίσταται  υπό περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, στην οποία ο  υποκείμενος στον φόρο καταρτίζει, κατ’ εντολή της [MDK], γνωματεύσεις  επί της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης ορισμένων ασθενών, δραστηριότητα  εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 132, παράγραφος 1, στοιχείο  ζʹ, της οδηγίας [ΦΠΑ];

2)      Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα:

α)      Αρκεί  για να αναγνωριστεί επιχειρηματίας ως οργανισμός κοινωνικού χαρακτήρα  κατά την έννοια του άρθρου 132, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας  [ΦΠΑ], το ότι παρέχει ως υπεργολάβος υπηρεσίες κατ’ εντολή οργανισμού ο  οποίος έχει αναγνωριστεί βάσει του εθνικού δικαίου ως οργανισμός  κοινωνικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 132, παράγραφος 1,  στοιχείο ζʹ, της οδηγίας [ΦΠΑ];

β)      Σε  περίπτωση αρνητικής απάντησης στο δεύτερο ερώτημα, στοιχείο  αʹ: υπό  περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, αρκεί η κατ’  αποκοπήν ανάληψη, από τα ταμεία ασφάλισης ασθενείας και τα ταμεία  ασφάλισης της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης, των δαπανών οργανισμού  αναγνωρισμένου κατά την έννοια του άρθρου 132, παράγραφος 1, στοιχείο  ζʹ, της οδηγίας [ΦΠΑ], ώστε ο υπεργολάβος του οργανισμού αυτού να  θεωρηθεί και ο ίδιος ως αναγνωρισμένος οργανισμός;

γ)      Σε  περίπτωση αρνητικής απάντησης στα στοιχεία αʹ και βʹ του δεύτερου  ερωτήματος: δύναται το κράτος μέλος να εξαρτήσει την αναγνώριση ως  οργανισμού κοινωνικού χαρακτήρα από το ότι ο υποκείμενος στον φόρο έχει  πράγματι συμβληθεί με φορέα κοινωνικής ασφάλισης ή κοινωνικής πρόνοιας ή  αρκεί για την εν λόγω αναγνώριση το ότι βάσει του εθνικού δικαίου θα  ήταν δυνατό να συναφθεί σύμβαση;»

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

27      Με  τα ερωτήματά του, τα οποία πρέπει να συνεξεταστούν, το αιτούν  δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 132,  παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας ΦΠΑ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την  έννοια ότι:

–        η κατάρτιση  γνωματεύσεων επί της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης από ανεξάρτητο  πραγματογνώμονα, για λογαριασμό της ιατρικής υπηρεσίας ενός ταμείου  ασφάλισης έναντι της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης, οι οποίες  χρησιμοποιούνται από το εν λόγω ταμείο για την εκτίμηση της έκτασης των  δικαιωμάτων που μπορούν να έχουν οι ασφαλισμένοι του στις παροχές  κοινωνικής πρόνοιας και ασφάλισης, συνιστά παροχή υπηρεσιών στενά  συνδεόμενη με την κοινωνική πρόνοια και ασφάλιση·

–        η  διάταξη αυτή δεν αντιτίθεται στη μη αναγνώριση του πραγματογνώμονα  αυτού ως οργανισμού κοινωνικού χαρακτήρα ακόμη και αν, πρώτον, ο  πραγματογνώμονας παρέχει ως υπεργολάβος τις υπηρεσίες του όσον αφορά την  κατάρτιση γνωματεύσεων επί της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης, κατ’ εντολή  της εν λόγω ιατρικής υπηρεσίας, η οποία έχει τύχει τέτοιας αναγνώρισης,  δεύτερον, οι δαπάνες κατάρτισης των γνωματεύσεων αυτών βαρύνουν, εμμέσως  και κατ’  αποκοπήν, το οικείο ταμείο ασφάλισης έναντι της αδυναμίας  αυτοεξυπηρέτησης και, τρίτον, ο εν λόγω πραγματογνώμονας έχει βάσει του  εσωτερικού δικαίου τη δυνατότητα να συνάψει απευθείας με το ταμείο αυτό  σύμβαση για την κατάρτιση των εν λόγω γνωματεύσεων ούτως ώστε να τύχει  της αναγνώρισης αυτής, αλλά δεν έχει κάνει χρήση της εν λόγω  δυνατότητας.

28      Από  πάγια νομολογία προκύπτει ότι οι όροι που χρησιμοποιούνται για τον  καθορισμό των απαλλαγών του άρθρου 132 της οδηγίας ΦΠΑ πρέπει να  ερμηνεύονται στενά. Η ερμηνεία των όρων αυτών, όμως, πρέπει να είναι  σύμφωνη με τους επιδιωκόμενους από τις εν λόγω απαλλαγές σκοπούς και να  ανταποκρίνεται στις επιταγές της αρχής της φορολογικής ουδετερότητας, η  οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του κοινού συστήματος ΦΠΑ. Ειδικότερα, ο  εν λόγω κανόνας περί στενής ερμηνείας δεν σημαίνει ότι οι όροι που  χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό των απαλλαγών του εν λόγω άρθρου 132  πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο που θα καθιστούσε τις απαλλαγές αυτές  άνευ αποτελέσματος (απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2012, Zimmermann,  C174/11, EU:C:2012:716, σκέψη 22 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

29      Σκοπός  της απαλλαγής του άρθρου 132, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας  ΦΠΑ είναι, διά της ευνοϊκότερης μεταχείρισης, από απόψεως ΦΠΑ, ορισμένων  παροχών υπηρεσιών γενικού συμφέροντος του τομέα των κοινωνικών παροχών,  να μειώσει το κόστος των υπηρεσιών αυτών και, κατ’  αυτόν τον τρόπο, να  τις καταστήσει πιο προσιτές στους ιδιώτες στους οποίους απευθύνονται  (πρβλ. απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2016, Les Jardins de Jouvence,  C335/14, EU:C:2016:36, σκέψη 41).

30      Από  το γράμμα της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι η απαλλαγή την οποία  προβλέπει εφαρμόζεται στις παροχές υπηρεσιών και στις παραδόσεις αγαθών  οι οποίες, αφενός, «συνδέονται στενά με την κοινωνική πρόνοια και  ασφάλιση» και, αφετέρου, «πραγματοποιούνται από οργανισμούς δημόσιου  δικαίου ή άλλους οργανισμούς που το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος  αναγνωρίζει ως κοινωνικού χαρακτήρα» (πρβλ. απόφαση της 15ης Νοεμβρίου  2012, Zimmermann, C174/11, EU:C:2012:716, σκέψη 21).

31      Όσον  αφορά, πρώτον, την προϋπόθεση ότι οι παροχές υπηρεσιών πρέπει να  συνδέονται στενά με την κοινωνική πρόνοια και ασφάλιση, η προϋπόθεση  αυτή πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα του άρθρου 134, στοιχείο αʹ,  της οδηγίας ΦΠΑ το οποίο απαιτεί, σε κάθε περίπτωση, οι οικείες  παραδόσεις αγαθών ή παροχές υπηρεσιών να είναι απαραίτητες για τη  διενέργεια των πράξεων που εμπίπτουν στην κοινωνική πρόνοια και ασφάλιση  (πρβλ. απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 2006, Stichting Kinderopvang  Enschede, C415/04, EU:C:2006:95, σκέψεις 24 και 25).

32      Εν  προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι οι επίμαχες στην κύρια  δίκη παροχές υπηρεσιών, οι οποίες συνίστανται στην κατάρτιση  γνωματεύσεων επί της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης, πληρούν καταρχήν την  προϋπόθεση αυτή στο μέτρο που, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του, τις  οποίες κατ’  ουσίαν συμμερίζονται οι κατ’ άρθρο 23 του Οργανισμού του  Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενδιαφερόμενοι οι οποίοι κατέθεσαν  παρατηρήσεις, οι γνωματεύσεις αυτές, που καταρτίζονται από κατάλληλα  εκπαιδευμένο πραγματογνώμονα, είναι αναγκαίες για την ορθή εκπλήρωση,  από το οικείο ταμείο ασφάλισης έναντι της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης,  των καθηκόντων του στον τομέα της κοινωνικής πρόνοιας και ασφάλισης, στα  οποία περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η χρηματοδότηση της συνδεόμενης με  την αδυναμία αυτοεξυπηρέτησης περίθαλψης των ασφαλισμένων του.

33      Το  αιτούν δικαστήριο έχει πάντως αμφιβολίες λόγω του ότι από τη νομολογία  του Δικαστηρίου θα μπορούσε να συναχθεί ότι, ακόμη και αν οι υπηρεσίες  είναι αναγκαίες για την ορθή υλοποίηση των παροχών κοινωνικής πρόνοιας  και ασφάλισης, δεν θεωρούνται, εντούτοις, στενά συνδεόμενες με την  κοινωνική πρόνοια και ασφάλιση όταν παρέχονται όχι απευθείας στο μη  αυτοεξυπηρετούμενο πρόσωπο, αλλά σε άλλον υποκείμενο στον φόρο, ο οποίος  τις έχει ανάγκη για την εκπλήρωση των δικών του απαλλασσόμενων παροχών  υπηρεσιών.

34      Συναφώς,  πρώτον, είναι βεβαίως αληθές, όπως προκύπτει από τη μνεία στο άρθρο  132, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας ΦΠΑ των υπηρεσιών που  παρέχονται από οίκους ευγηρίας, ότι η προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή  απαλλαγή καλύπτει, μεταξύ άλλων, υπηρεσίες υποστήριξης και περίθαλψης  που παρέχονται απευθείας στα πρόσωπα τα οποία αφορούν τα οικεία μέτρα  κοινωνικής πρόνοιας και ασφάλισης, πλην όμως ούτε το γράμμα της εν λόγω  διατάξεως ούτε ο σκοπός της περιέχουν ενδείξεις ότι από την απαλλαγή  αυτή αποκλείονται οι υπηρεσίες οι οποίες, χωρίς να παρέχονται απευθείας  στα εν λόγω πρόσωπα, είναι πάντως απαραίτητες για τη διενέργεια των  πράξεων κοινωνικής πρόνοιας και ασφάλισης. Τέτοια μπορεί να είναι η  περίπτωση υπηρεσιών όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη, οι οποίες παρέχουν  στον επιφορτισμένο με την εκτέλεση των πράξεων αυτών οργανισμό τη  δυνατότητα να κρίνει αν οι ενδιαφερόμενοι δικαιούνται παροχές κοινωνικής  πρόνοιας και ασφάλισης και να εκδώσει σχετικές αποφάσεις κατά τρόπο  λυσιτελή.

35      Ειδικότερα,  αφενός, δεδομένου του γράμματος του άρθρου 132, παράγραφος 1, στοιχείο  ζʹ, της οδηγίας ΦΠΑ, η διάταξη αυτή δεν θέτει καμία προϋπόθεση σχετικά  με τον αποδέκτη των απαλλασσόμενων πράξεων, αλλά, αντιθέτως, αποδίδει  μεγάλη σημασία σε αυτή καθεαυτήν τη φύση των εν λόγω πράξεων καθώς και  στην ιδιότητα του φορέα που παρέχει τις οικείες υπηρεσίες ή παραδίδει τα  οικεία αγαθά (πρβλ. απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2016, Les Jardins de  Jouvence, C335/14, EU:C:2016:36, σκέψη 46).

36      Αφετέρου,  όπως υπογράμμισε η Γερμανική Κυβέρνηση, ο σκοπός της επίμαχης στην  κύρια δίκη απαλλαγής, ο οποίος συνίσταται στη μείωση του κόστους των  πράξεων στις οποίες αναφέρεται η εν λόγω διάταξη, επιβεβαιώνει την  ερμηνεία κατά την οποία η απαλλαγή από τον ΦΠΑ υπηρεσιών όπως οι  επίμαχες στην κύρια δίκη δεν εξαρτάται από το ζήτημα σε ποιον παρέχονται  οι υπηρεσίες αυτές, εφόσον αποτελούν απαραίτητο στάδιο για την εφαρμογή  των μέτρων κοινωνικής πρόνοιας και ασφάλισης και κατά συνέπεια η  υπαγωγή τους στον ΦΠΑ θα είχε οπωσδήποτε ως αποτέλεσμα την αύξηση του  κόστους των εν λόγω πράξεων.

37      Επομένως,  δεν είναι αναγκαίο, προκειμένου να θεωρηθεί ότι οι υπηρεσίες που  αφορούν την κατάρτιση γνωματεύσεων επί της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης  συνδέονται στενά με την κοινωνική πρόνοια και ασφάλιση, να παρέχονται οι  υπηρεσίες αυτές απευθείας στα μη αυτοεξυπηρετούμενα πρόσωπα (βλ.,  κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 14ης Ιουνίου 2007, Horizon College,  C434/05, EU:C:2007:343, σκέψεις 31 και 32).

38      Δεύτερον,  στο πλαίσιο αυτό, δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη της  κύριας δίκης παρέχει τις επίμαχες υπηρεσίες ως υπεργολάβος σε άλλον  υποκείμενο στον φόρο, εν προκειμένω στην MDK, ο οποίος τις έχει ανάγκη  για την παροχή των δικών του απαλλασσόμενων υπηρεσιών, τις οποίες  εκτελεί για το οικείο ταμείο ασφάλισης έναντι της αδυναμίας  αυτοεξυπηρέτησης.

39      Συναφώς,  μολονότι, στη σκέψη 28 της αποφάσεως της 12ης Μαρτίου 2015, «go fair»  Zeitarbeit (C594/13, EU:C:2015:164), το Δικαστήριο έκρινε, όσον αφορά  την απαλλαγή του άρθρου 132, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας ΦΠΑ,  ότι οι υπηρεσίες που αφορούν τη θέση εργαζομένων στη διάθεση άλλου  υποκειμένου στον φόρο δεν συνιστούν, αυτές καθεαυτές, υπηρεσίες γενικού  συμφέροντος στον κοινωνικό τομέα, τούτο δεν σημαίνει ότι άλλες  υπηρεσίες, συγκεκριμένα εκείνες που αφορούν την κατάρτιση γνωματεύσεων  επί της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης, οι οποίες αδιαμφισβήτητα είναι,  αυτές καθεαυτές, απαραίτητες ώστε να καταστεί δυνατή για το οικείο  ταμείο ασφάλισης έναντι της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης η πλήρης  εκπλήρωση των κοινωνικών αποστολών του, δεν συνδέονται στενά με την  κοινωνική πρόνοια και ασφάλιση, για τον λόγο και μόνον ότι παρέχονται  καθ’ υπεργολαβία στην MDK.

40      Εξάλλου,  στη σκέψη 43 της αποφάσεως της 20ής Νοεμβρίου 2003, Unterpertinger  (C212/01, EU:C:2003:625), το Δικαστήριο έκρινε ασφαλώς, στο πλαίσιο του  άρθρου 13, A, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της έκτης οδηγίας 77/388/ΕΟΚ  του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών  των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών – Κοινό  σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση (ΕΕ ειδ.  έκδ. 09/001, σ.  49), το κείμενο του οποίου επαναλαμβάνεται, χωρίς  ουσιώδη μεταβολή, στο άρθρο 132, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας  ΦΠΑ, ότι παροχή υπηρεσιών που συνίσταται στη διεξαγωγή ιατρικής  πραγματογνωμοσύνης και έχει ως σκοπό να δώσει απάντηση στα ερωτήματα που  προσδιορίζονται στο πλαίσιο της αιτήσεως για τη διεξαγωγή  πραγματογνωμοσύνης, αλλά πραγματοποιείται προκειμένου να παρασχεθεί σε  τρίτο η δυνατότητα να λάβει μια απόφαση η οποία παράγει έννομα  αποτελέσματα έναντι του ενδιαφερομένου ή έναντι άλλων προσώπων, δεν  απαλλάσσεται από τον ΦΠΑ ως «παροχή ιατρικής περίθαλψης», δεδομένου ότι ο  κύριος σκοπός μιας τέτοιας παροχής υπηρεσιών δεν είναι η προστασία,  συμπεριλαμβανομένης της διατηρήσεως ή της αποκαταστάσεως, της υγείας του  προσώπου το οποίο αφορά η πραγματογνωμοσύνη μέσω της διενέργειας  απαλλασσόμενων πράξεων, αλλά η πλήρωση μιας προβλεπόμενης από τον νόμο ή  από σύμβαση προϋποθέσεως της διαδικασίας λήψεως αποφάσεως για τη  χορήγηση  σύνταξης αναπηρίας.

41      Εντούτοις,  όπως επισήμανε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δεν προκύπτει ότι η κατάρτιση  γνωματεύσεων επί της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης ενός προσώπου, όπως οι  επίμαχες στην κύρια δίκη, δεν είναι απαραίτητη και στενά συνδεδεμένη με  την εκτέλεση από το οικείο ταμείο των πράξεων κοινωνικής πρόνοιας και  ασφάλισης με τις οποίες είναι επιφορτισμένο.

42      Δεύτερον,  όσον αφορά την προϋπόθεση ότι οι παροχές υπηρεσιών, για να απαλλαγούν  από τον φόρο, πρέπει να πραγματοποιούνται από οργανισμούς δημόσιου  δικαίου ή άλλους οργανισμούς τους οποίους το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος  αναγνωρίζει ως κοινωνικού χαρακτήρα, από την ενώπιον του Δικαστηρίου  δικογραφία προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης δεν εμπίπτει  στην έννοια του οργανισμού δημόσιου δικαίου και κατά συνέπεια δεν μπορεί  να τύχει της εν λόγω απαλλαγής παρά μόνον αν εμπίπτει στην κατά το  άρθρο 132, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας ΦΠΑ έννοια των  «άλλ[ων] οργανισμ[ών] που το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος αναγνωρίζει ως  κοινωνικού χαρακτήρα».

43      Υπενθυμίζεται  ότι το άρθρο 132, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας ΦΠΑ δεν  προσδιορίζει ούτε τις προϋποθέσεις ούτε τις διατυπώσεις αναγνώρισης του  κοινωνικού χαρακτήρα άλλων οργανισμών πλην αυτών του δημοσίου δικαίου.  Συνεπώς, εναπόκειται, καταρχήν, στο εθνικό δίκαιο κάθε κράτους μέλους να  θέσει τους κανόνες σύμφωνα με τους οποίους μπορεί να παρασχεθεί τέτοια  αναγνώριση σε οργανισμούς τέτοιου τύπου, τα δε κράτη μέλη απολαύουν,  συναφώς, εξουσίας εκτιμήσεως (πρβλ. απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2016,  Les Jardins de Jouvence, C335/14, EU:C:2016:36, σκέψεις 32 και 34).

44      Συναφώς,  από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, κατά την αναγνώριση του  κοινωνικού χαρακτήρα άλλων οργανισμών πλην αυτών του δημοσίου δικαίου,  οι εθνικές αρχές οφείλουν, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης και υπό τον  έλεγχο των εθνικών δικαστηρίων, να λάβουν υπόψη τους διάφορα στοιχεία.  Μεταξύ των στοιχείων αυτών μπορεί να περιλαμβάνεται η ύπαρξη ειδικών  διατάξεων, εθνικής ή περιφερειακής ισχύος, νομοθετικού ή διοικητικού  χαρακτήρα, φορολογικών ή κοινωνικής ασφαλίσεως, ο χαρακτήρας των  δραστηριοτήτων του οικείου υποκειμένου στον φόρο ως γενικού συμφέροντος,  το γεγονός ότι άλλοι υποκείμενοι στον φόρο που ασκούν τις ίδιες  δραστηριότητες έχουν τύχει αντίστοιχης αναγνώρισης, καθώς και το γεγονός  ότι οι δαπάνες των επίμαχων παροχών βαρύνουν τελικώς κατά μεγάλο μέρος  ταμεία ασφάλισης ασθενείας ή άλλους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης,  ιδίως σε περίπτωση που οι ιδιωτικοί φορείς διατηρούν συμβατικές σχέσεις  με τους οργανισμούς αυτούς (πρβλ. αποφάσεις της 10ης Σεπτεμβρίου 2002,  Kügler, C141/00, EU:C:2002:473, σκέψη 58, και της 21ης Ιανουαρίου 2016,  Les Jardins de Jouvence, C335/14, EU:C:2016:36, σκέψη 35).

45      Μόνον  εάν το κράτος μέλος δεν τήρησε τα όρια της εξουσίας του εκτιμήσεως  μπορεί ο υποκείμενος στον φόρο να επικαλεστεί την απαλλαγή που  προβλέπεται στο άρθρο 132, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας ΦΠΑ,  προκειμένου να αντιταχθεί σε μη συμβατή με τη διάταξη αυτή εθνική  νομοθεσία. Σε μια τέτοια περίπτωση, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να  κρίνει, βάσει του συνόλου των κρίσιμων στοιχείων, αν ο υποκείμενος στον  φόρο είναι οργανισμός αναγνωρισμένος ως κοινωνικού χαρακτήρα κατά την  έννοια της εν λόγω διατάξεως (πρβλ. απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2012,  Zimmermann, C174/11, EU:C:2012:716, σκέψεις 28 και 32).

46      Εν  προκειμένω, ναι μεν η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης παρέσχε τις  υπηρεσίες της ως υπεργολάβος της MDK, η οποία έχει αναγνωριστεί, βάσει  του γερμανικού δικαίου, ως οργανισμός κοινωνικού χαρακτήρα, πλην όμως η  ίδια δεν έχει αναγνωριστεί ως τέτοιος οργανισμός. Σύμφωνα με τις  διευκρινίσεις που παρεσχέθησαν, ιδίως από τη φορολογική αρχή και τη  Γερμανική Κυβέρνηση, οι ανεξάρτητοι πραγματογνώμονες ασφαλώς μπορούν να  αναγνωριστούν ως οργανισμοί κοινωνικού χαρακτήρα υπό τις προϋποθέσεις  του άρθρου 4, σημείο 16, στοιχείο k (από 1ης Ιουλίου 2013: στοιχείο l),  του UStG, εφόσον συνάπτουν απευθείας με το ταμείο ασφάλισης έναντι της  αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης σύμβαση για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών,  δεδομένου ότι η απευθείας σύναψη τέτοιας συμβάσεως παρέχει στο ως άνω  ταμείο τη δυνατότητα να ελέγχει το ίδιο τις επαγγελματικές ικανότητες  των πραγματογνωμόνων αυτών και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να εγγυάται την  ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών. Εντούτοις, σύμφωνα με τις ίδιες  διευκρινίσεις, η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης δεν συνήψε τέτοια  σύμβαση, οπότε δεν μπορεί να επικαλεστεί τέτοια αναγνώριση βάσει του  γερμανικού δικαίου.

47      Ως  εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί, λαμβανομένων  υπόψη των στοιχείων που επισήμανε με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, αν  η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπερέβη τα όρια της εξουσίας  της εκτιμήσεως μη προβλέποντας τη δυνατότητα να αναγνωριστεί ως  οργανισμός κοινωνικού χαρακτήρα ένας ανεξάρτητος πραγματογνώμονας ο  οποίος τελεί σε κατάσταση όπως αυτή της αναιρεσίβλητης της κύριας δίκης. 

48      Στο  πλαίσιο αυτό, μολονότι εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξετάσει το  ερώτημα αυτό λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των κρίσιμων στοιχείων, πρέπει  εντούτοις να του παρασχεθούν οι ακόλουθες διευκρινίσεις.

49      Πρώτον,  το γεγονός ότι η χρήση ανεξάρτητων πραγματογνωμόνων κατά την αξιολόγηση  της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης των ασφαλισμένων ενός ταμείου ασφάλισης  έναντι της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης προβλέπεται στο τμήμα B1 των  κατευθυντήριων γραμμών που μνημονεύονται στη σκέψη 11 της παρούσας  αποφάσεως δεν αρκεί, αυτό καθεαυτό, για να αποδειχθεί η συνδρομή του  στοιχείου του κοινωνικού χαρακτήρα ως προς τους εν λόγω  πραγματογνώμονες, στο μέτρο που η ύπαρξη ειδικών διατάξεων σχετικά με  τις παρεχόμενες από αυτούς υπηρεσίες αποτελεί ένα μόνον από τα στοιχεία  που λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να κριθεί ο εν λόγω κοινωνικός  χαρακτήρας (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2016, Les  Jardins de Jouvence, C335/14, EU:C:2016:36, σκέψη 39). Τούτο ισχύει  κατά μείζονα λόγο εν προκειμένω, δεδομένου ότι από τις ως άνω  κατευθυντήριες γραμμές φαίνεται να προκύπτει ότι η χρήση ανεξάρτητων  πραγματογνωμόνων είναι δυνατή μόνον «κατ’ εξαίρεση», ιδίως προς  αντιμετώπιση «απότομων αυξήσεων του αριθμού αιτήσεων».

50      Εξάλλου,  το να συνάγεται αναγνώριση ως οργανισμού κοινωνικού χαρακτήρα από το  γεγονός και μόνον ότι ο οικείος υποκείμενος στον φόρο έχει  εξουσιοδοτηθεί από άλλον υποκείμενο στον φόρο αναγνωρισθέντα ως τέτοιο  θα ισοδυναμούσε, εν τέλει, με το να επιτραπεί στον δεύτερο να ασκήσει  την εξουσία εκτιμήσεως που παρέχεται στο κράτος μέλος και θα ενείχε τον  κίνδυνο, όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, η Γερμανική Κυβέρνηση, να  καταστήσει δυνατή την καταστρατήγηση των κριτηρίων που προβλέπει το  εθνικό δίκαιο για την εν λόγω αναγνώριση.

51      Δεύτερον,  μολονότι είναι αληθές ότι το γεγονός ότι το κόστος των εν λόγω  υπηρεσιών βαρύνει κατά μεγάλο μέρος έναν οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης,  όπως είναι το ταμείο ασφάλισης έναντι της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης,  συνιστά στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για την εκτίμηση της  ιδιότητας του οικείου υποκειμένου στον φόρο ως οργανισμού κοινωνικού  χαρακτήρα, η σπουδαιότητα του στοιχείου αυτού μειώνεται όταν η κάλυψη  των ως άνω δαπανών από το ταμείο αυτό πραγματοποιείται, όπως εν  προκειμένω, μόνον εμμέσως, με τη διαμεσολάβηση της MDK, χωρίς να  στηρίζεται σε ρητή απόφαση του εν λόγω ταμείου ή να απορρέει από σύμβαση  συναφθείσα από το ταμείο αυτό με τον εν λόγω υποκείμενο στον φόρο προς  τον σκοπό της παροχής των εν λόγω υπηρεσιών. Συναφώς, δεν αρκεί η απλή  δυνατότητα συνάψεως συμβάσεως αν δεν έχει γίνει χρήση της δυνατότητας  αυτής.

52      Τρίτον,  από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία δεν προκύπτει ότι άλλοι  ιδιωτικού δικαίου υποκείμενοι στον φόρο οι οποίοι ασκούν τις ίδιες  δραστηριότητες με την αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης θα είχαν  αναγνωριστεί ως οργανισμοί κοινωνικού χαρακτήρα υπό περιστάσεις  παρόμοιες με αυτές που χαρακτηρίζουν την κατάσταση της εν λόγω  αναιρεσίβλητης. Κατά συνέπεια, υπό την επιφύλαξη επαληθεύσεως από το  αιτούν δικαστήριο, στην προκειμένη περίπτωση η άρνηση τέτοιας  αναγνώρισης δεν φαίνεται να θίγει την αρχή της φορολογικής  ουδετερότητας.

53      Επομένως,  οι περιστάσεις τις οποίες επισήμανε το αιτούν δικαστήριο δεν αρκούν για  να αποδειχθεί ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, η Ομοσπονδιακή  Δημοκρατία της Γερμανίας υπερέβη τα όρια της εξουσίας εκτιμήσεως που  διαθέτει όσον αφορά την αναγνώριση αυτή, δυνάμει του άρθρου 132,  παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας ΦΠΑ.

54      Βάσει  του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα  πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 132, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ,  της οδηγίας ΦΠΑ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι:

–        η  κατάρτιση γνωματεύσεων επί της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης από  ανεξάρτητο πραγματογνώμονα για λογαριασμό της ιατρικής υπηρεσίας ενός  ταμείου ασφάλισης έναντι της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης, οι οποίες  χρησιμοποιούνται από το εν λόγω ταμείο για την εκτίμηση της έκτασης των  δικαιωμάτων που μπορούν να έχουν οι ασφαλισμένοι του στις παροχές  κοινωνικής πρόνοιας και ασφάλισης, συνιστά παροχή υπηρεσιών συνδεόμενη  στενά με την κοινωνική πρόνοια και ασφάλιση εφόσον είναι απαραίτητη για  την ορθή υλοποίηση των εμπιπτουσών στο πεδίο αυτό πράξεων·

–        η  διάταξη αυτή δεν αντιτίθεται στη μη αναγνώριση του πραγματογνώμονα  αυτού ως οργανισμού κοινωνικού χαρακτήρα ακόμη και αν, πρώτον, ο  πραγματογνώμονας παρέχει ως υπεργολάβος τις υπηρεσίες του όσον αφορά την  κατάρτιση γνωματεύσεων επί της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης, κατ’ εντολή  της εν λόγω ιατρικής υπηρεσίας, η οποία έχει τύχει τέτοιας αναγνώρισης,  δεύτερον, οι δαπάνες κατάρτισης των γνωματεύσεων αυτών βαρύνουν, εμμέσως  και κατ’ αποκοπήν, το οικείο ταμείο ασφάλισης έναντι της αδυναμίας  αυτοεξυπηρέτησης και, τρίτον, ο πραγματογνώμονας έχει βάσει του  εσωτερικού δικαίου τη δυνατότητα να συνάψει απευθείας με το ταμείο αυτό  σύμβαση για την κατάρτιση των εν λόγω γνωματεύσεων ούτως ώστε να τύχει  της αναγνώρισης αυτής, αλλά δεν έχει κάνει χρήση της εν λόγω  δυνατότητας.

Επί των δικαστικών εξόδων

55      Δεδομένου  ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης  τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος  δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.  Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο  Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) αποφαίνεται:

Το  άρθρο 132, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του  Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου  προστιθέμενης αξίας, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι:

–        η  κατάρτιση γνωματεύσεων επί της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης από  ανεξάρτητο πραγματογνώμονα για λογαριασμό της ιατρικής υπηρεσίας ενός  ταμείου ασφάλισης έναντι της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης, οι οποίες  χρησιμοποιούνται από το εν λόγω ταμείο για την εκτίμηση της έκτασης των  δικαιωμάτων που μπορούν να έχουν οι ασφαλισμένοι του στις παροχές  κοινωνικής πρόνοιας και ασφάλισης, συνιστά παροχή υπηρεσιών στενά  συνδεόμενη με την κοινωνική πρόνοια και ασφάλιση εφόσον είναι απαραίτητη  για την ορθή υλοποίηση των εμπιπτουσών στο πεδίο αυτό πράξεων·

–        η  διάταξη αυτή δεν αντιτίθεται στη μη αναγνώριση του πραγματογνώμονα  αυτού ως οργανισμού κοινωνικού χαρακτήρα ακόμη και αν, πρώτον, ο  πραγματογνώμονας παρέχει ως υπεργολάβος τις υπηρεσίες του όσον αφορά την  κατάρτιση γνωματεύσεων επί της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης, κατ’ εντολή  της εν λόγω ιατρικής υπηρεσίας, η οποία έχει τύχει τέτοιας αναγνώρισης,  δεύτερον, οι δαπάνες κατάρτισης των γνωματεύσεων αυτών βαρύνουν, εμμέσως  και κατ’ αποκοπήν, το οικείο ταμείο ασφάλισης έναντι της αδυναμίας  αυτοεξυπηρέτησης και, τρίτον, ο πραγματογνώμονας έχει βάσει του  εσωτερικού δικαίου τη δυνατότητα να συνάψει απευθείας με το ταμείο αυτό  σύμβαση για την κατάρτιση των εν λόγω γνωματεύσεων ούτως ώστε να τύχει  της αναγνώρισης αυτής, αλλά δεν έχει κάνει χρήση της εν λόγω  δυνατότητας. 

ΦΠΑ - Η παροχή υπηρεσιών για την κατάρτιση γνωματεύσεων αναπηρίας που χρησιμοποιούνται από ασφαλιστικό ταμείο για την εκτίμηση της έκτασης των δικαιωμάτων των ασφαλισμένων του, θεωρούνται πράξεις στενά συνδεόμενες με την κοινωνική πρόνοια και ασφάλιση - Η η διάταξη αυτή δεν αντιτίθεται στη μη αναγνώριση του πραγματογνώμονα αυτού ως οργανισμού κοινωνικού χαρακτήρα © Taxheaven - - 15 Οκτώβριος 2020


ΦΠΑ - Η παροχή υπηρεσιών για την κατάρτιση γνωματεύσεων αναπηρίας που χρησιμοποιούνται από ασφαλιστικό ταμείο για την εκτίμηση της έκτασης των δικαιωμάτων των ασφαλισμένων του, θεωρούνται πράξεις στενά συνδεόμενες με την κοινωνική πρόνοια και ασφάλιση - Η η διάταξη αυτή δεν αντιτίθεται στη μη αναγνώριση του πραγματογνώμονα αυτού ως οργανισμού κοινωνικού χαρακτήρα

© Taxheaven - H εικόνα προστατεύεται από τον νόμο περι πνευματικής ιδιοκτησίας -

15 Οκτώβριος 2020

Δικαστικά - Φορονομικά

 

Με πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου κρίθηκαν τα ακόλουθα :

Το  άρθρο 132, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του  Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου  προστιθέμενης αξίας, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι:

–        η  κατάρτιση γνωματεύσεων επί της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης από  ανεξάρτητο πραγματογνώμονα για λογαριασμό της ιατρικής υπηρεσίας ενός  ταμείου ασφάλισης έναντι της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης, οι οποίες  χρησιμοποιούνται από το εν λόγω ταμείο για την εκτίμηση της έκτασης των  δικαιωμάτων που μπορούν να έχουν οι ασφαλισμένοι του στις παροχές  κοινωνικής πρόνοιας και ασφάλισης, συνιστά παροχή υπηρεσιών στενά  συνδεόμενη με την κοινωνική πρόνοια και ασφάλιση εφόσον είναι απαραίτητη  για την ορθή υλοποίηση των εμπιπτουσών στο πεδίο αυτό πράξεων·

–        η  διάταξη αυτή δεν αντιτίθεται στη μη αναγνώριση του πραγματογνώμονα  αυτού ως οργανισμού κοινωνικού χαρακτήρα ακόμη και αν, πρώτον, ο  πραγματογνώμονας παρέχει ως υπεργολάβος τις υπηρεσίες του όσον αφορά την  κατάρτιση γνωματεύσεων επί της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης, κατ’ εντολή  της εν λόγω ιατρικής υπηρεσίας, η οποία έχει τύχει τέτοιας αναγνώρισης,  δεύτερον, οι δαπάνες κατάρτισης των γνωματεύσεων αυτών βαρύνουν, εμμέσως  και κατ’ αποκοπήν, το οικείο ταμείο ασφάλισης έναντι της αδυναμίας  αυτοεξυπηρέτησης και, τρίτον, ο πραγματογνώμονας έχει βάσει του  εσωτερικού δικαίου τη δυνατότητα να συνάψει απευθείας με το ταμείο αυτό  σύμβαση για την κατάρτιση των εν λόγω γνωματεύσεων ούτως ώστε να τύχει  της αναγνώρισης αυτής, αλλά δεν έχει κάνει χρήση της εν λόγω  δυνατότητας.

 

Δείτε την απόφαση στο φορολογικό αρχείο του κόμβου

 

 

 

 

39      Συναφώς,  μολονότι, στη σκέψη 28 της αποφάσεως της 12ης Μαρτίου 2015, «go fair»  Zeitarbeit (C594/13, EU:C:2015:164), το Δικαστήριο έκρινε, όσον αφορά  την απαλλαγή του άρθρου 132, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας ΦΠΑ,  ότι οι υπηρεσίες που αφορούν τη θέση εργαζομένων στη διάθεση άλλου  υποκειμένου στον φόρο δεν συνιστούν, αυτές καθεαυτές, υπηρεσίες γενικού  συμφέροντος στον κοινωνικό τομέα, τούτο δεν σημαίνει ότι άλλες  υπηρεσίες, συγκεκριμένα εκείνες που αφορούν την κατάρτιση γνωματεύσεων  επί της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης, οι οποίες αδιαμφισβήτητα είναι,  αυτές καθεαυτές, απαραίτητες ώστε να καταστεί δυνατή για το οικείο  ταμείο ασφάλισης έναντι της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης η πλήρης  εκπλήρωση των κοινωνικών αποστολών του, δεν συνδέονται στενά με την  κοινωνική πρόνοια και ασφάλιση, για τον λόγο και μόνον ότι παρέχονται  καθ’ υπεργολαβία στην MDK.

40      Εξάλλου,  στη σκέψη 43 της αποφάσεως της 20ής Νοεμβρίου 2003, Unterpertinger  (C212/01, EU:C:2003:625), το Δικαστήριο έκρινε ασφαλώς, στο πλαίσιο του  άρθρου 13, A, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της έκτης οδηγίας 77/388/ΕΟΚ  του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών  των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών – Κοινό  σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση (ΕΕ ειδ.  έκδ. 09/001, σ.  49), το κείμενο του οποίου επαναλαμβάνεται, χωρίς  ουσιώδη μεταβολή, στο άρθρο 132, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας  ΦΠΑ, ότι παροχή υπηρεσιών που συνίσταται στη διεξαγωγή ιατρικής  πραγματογνωμοσύνης και έχει ως σκοπό να δώσει απάντηση στα ερωτήματα που  προσδιορίζονται στο πλαίσιο της αιτήσεως για τη διεξαγωγή  πραγματογνωμοσύνης, αλλά πραγματοποιείται προκειμένου να παρασχεθεί σε  τρίτο η δυνατότητα να λάβει μια απόφαση η οποία παράγει έννομα  αποτελέσματα έναντι του ενδιαφερομένου ή έναντι άλλων προσώπων, δεν  απαλλάσσεται από τον ΦΠΑ ως «παροχή ιατρικής περίθαλψης», δεδομένου ότι ο  κύριος σκοπός μιας τέτοιας παροχής υπηρεσιών δεν είναι η προστασία,  συμπεριλαμβανομένης της διατηρήσεως ή της αποκαταστάσεως, της υγείας του  προσώπου το οποίο αφορά η πραγματογνωμοσύνη μέσω της διενέργειας  απαλλασσόμενων πράξεων, αλλά η πλήρωση μιας προβλεπόμενης από τον νόμο ή  από σύμβαση προϋποθέσεως της διαδικασίας λήψεως αποφάσεως για τη  χορήγηση  σύνταξης αναπηρίας.

41      Εντούτοις,  όπως επισήμανε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δεν προκύπτει ότι η κατάρτιση  γνωματεύσεων επί της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης ενός προσώπου, όπως οι  επίμαχες στην κύρια δίκη, δεν είναι απαραίτητη και στενά συνδεδεμένη με  την εκτέλεση από το οικείο ταμείο των πράξεων κοινωνικής πρόνοιας και  ασφάλισης με τις οποίες είναι επιφορτισμένο.

42      Δεύτερον,  όσον αφορά την προϋπόθεση ότι οι παροχές υπηρεσιών, για να απαλλαγούν  από τον φόρο, πρέπει να πραγματοποιούνται από οργανισμούς δημόσιου  δικαίου ή άλλους οργανισμούς τους οποίους το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος  αναγνωρίζει ως κοινωνικού χαρακτήρα, από την ενώπιον του Δικαστηρίου  δικογραφία προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης δεν εμπίπτει  στην έννοια του οργανισμού δημόσιου δικαίου και κατά συνέπεια δεν μπορεί  να τύχει της εν λόγω απαλλαγής παρά μόνον αν εμπίπτει στην κατά το  άρθρο 132, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας ΦΠΑ έννοια των  «άλλ[ων] οργανισμ[ών] που το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος αναγνωρίζει ως  κοινωνικού χαρακτήρα».

43      Υπενθυμίζεται  ότι το άρθρο 132, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας ΦΠΑ δεν  προσδιορίζει ούτε τις προϋποθέσεις ούτε τις διατυπώσεις αναγνώρισης του  κοινωνικού χαρακτήρα άλλων οργανισμών πλην αυτών του δημοσίου δικαίου.  Συνεπώς, εναπόκειται, καταρχήν, στο εθνικό δίκαιο κάθε κράτους μέλους να  θέσει τους κανόνες σύμφωνα με τους οποίους μπορεί να παρασχεθεί τέτοια  αναγνώριση σε οργανισμούς τέτοιου τύπου, τα δε κράτη μέλη απολαύουν,  συναφώς, εξουσίας εκτιμήσεως (πρβλ. απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2016,  Les Jardins de Jouvence, C335/14, EU:C:2016:36, σκέψεις 32 και 34).

44      Συναφώς,  από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, κατά την αναγνώριση του  κοινωνικού χαρακτήρα άλλων οργανισμών πλην αυτών του δημοσίου δικαίου,  οι εθνικές αρχές οφείλουν, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης και υπό τον  έλεγχο των εθνικών δικαστηρίων, να λάβουν υπόψη τους διάφορα στοιχεία.  Μεταξύ των στοιχείων αυτών μπορεί να περιλαμβάνεται η ύπαρξη ειδικών  διατάξεων, εθνικής ή περιφερειακής ισχύος, νομοθετικού ή διοικητικού  χαρακτήρα, φορολογικών ή κοινωνικής ασφαλίσεως, ο χαρακτήρας των  δραστηριοτήτων του οικείου υποκειμένου στον φόρο ως γενικού συμφέροντος,  το γεγονός ότι άλλοι υποκείμενοι στον φόρο που ασκούν τις ίδιες  δραστηριότητες έχουν τύχει αντίστοιχης αναγνώρισης, καθώς και το γεγονός  ότι οι δαπάνες των επίμαχων παροχών βαρύνουν τελικώς κατά μεγάλο μέρος  ταμεία ασφάλισης ασθενείας ή άλλους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης,  ιδίως σε περίπτωση που οι ιδιωτικοί φορείς διατηρούν συμβατικές σχέσεις  με τους οργανισμούς αυτούς (πρβλ. αποφάσεις της 10ης Σεπτεμβρίου 2002,  Kügler, C141/00, EU:C:2002:473, σκέψη 58, και της 21ης Ιανουαρίου 2016,  Les Jardins de Jouvence, C335/14, EU:C:2016:36, σκέψη 35).

45      Μόνον  εάν το κράτος μέλος δεν τήρησε τα όρια της εξουσίας του εκτιμήσεως  μπορεί ο υποκείμενος στον φόρο να επικαλεστεί την απαλλαγή που  προβλέπεται στο άρθρο 132, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας ΦΠΑ,  προκειμένου να αντιταχθεί σε μη συμβατή με τη διάταξη αυτή εθνική  νομοθεσία. Σε μια τέτοια περίπτωση, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να  κρίνει, βάσει του συνόλου των κρίσιμων στοιχείων, αν ο υποκείμενος στον  φόρο είναι οργανισμός αναγνωρισμένος ως κοινωνικού χαρακτήρα κατά την  έννοια της εν λόγω διατάξεως (πρβλ. απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2012,  Zimmermann, C174/11, EU:C:2012:716, σκέψεις 28 και 32).

46      Εν  προκειμένω, ναι μεν η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης παρέσχε τις  υπηρεσίες της ως υπεργολάβος της MDK, η οποία έχει αναγνωριστεί, βάσει  του γερμανικού δικαίου, ως οργανισμός κοινωνικού χαρακτήρα, πλην όμως η  ίδια δεν έχει αναγνωριστεί ως τέτοιος οργανισμός. Σύμφωνα με τις  διευκρινίσεις που παρεσχέθησαν, ιδίως από τη φορολογική αρχή και τη  Γερμανική Κυβέρνηση, οι ανεξάρτητοι πραγματογνώμονες ασφαλώς μπορούν να  αναγνωριστούν ως οργανισμοί κοινωνικού χαρακτήρα υπό τις προϋποθέσεις  του άρθρου 4, σημείο 16, στοιχείο k (από 1ης Ιουλίου 2013: στοιχείο l),  του UStG, εφόσον συνάπτουν απευθείας με το ταμείο ασφάλισης έναντι της  αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης σύμβαση για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών,  δεδομένου ότι η απευθείας σύναψη τέτοιας συμβάσεως παρέχει στο ως άνω  ταμείο τη δυνατότητα να ελέγχει το ίδιο τις επαγγελματικές ικανότητες  των πραγματογνωμόνων αυτών και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να εγγυάται την  ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών. Εντούτοις, σύμφωνα με τις ίδιες  διευκρινίσεις, η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης δεν συνήψε τέτοια  σύμβαση, οπότε δεν μπορεί να επικαλεστεί τέτοια αναγνώριση βάσει του  γερμανικού δικαίου.

47      Ως  εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί, λαμβανομένων  υπόψη των στοιχείων που επισήμανε με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, αν  η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπερέβη τα όρια της εξουσίας  της εκτιμήσεως μη προβλέποντας τη δυνατότητα να αναγνωριστεί ως  οργανισμός κοινωνικού χαρακτήρα ένας ανεξάρτητος πραγματογνώμονας ο  οποίος τελεί σε κατάσταση όπως αυτή της αναιρεσίβλητης της κύριας δίκης. 

48      Στο  πλαίσιο αυτό, μολονότι εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξετάσει το  ερώτημα αυτό λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των κρίσιμων στοιχείων, πρέπει  εντούτοις να του παρασχεθούν οι ακόλουθες διευκρινίσεις.

49      Πρώτον,  το γεγονός ότι η χρήση ανεξάρτητων πραγματογνωμόνων κατά την αξιολόγηση  της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης των ασφαλισμένων ενός ταμείου ασφάλισης  έναντι της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης προβλέπεται στο τμήμα B1 των  κατευθυντήριων γραμμών που μνημονεύονται στη σκέψη 11 της παρούσας  αποφάσεως δεν αρκεί, αυτό καθεαυτό, για να αποδειχθεί η συνδρομή του  στοιχείου του κοινωνικού χαρακτήρα ως προς τους εν λόγω  πραγματογνώμονες, στο μέτρο που η ύπαρξη ειδικών διατάξεων σχετικά με  τις παρεχόμενες από αυτούς υπηρεσίες αποτελεί ένα μόνον από τα στοιχεία  που λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να κριθεί ο εν λόγω κοινωνικός  χαρακτήρας (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2016, Les  Jardins de Jouvence, C335/14, EU:C:2016:36, σκέψη 39). Τούτο ισχύει  κατά μείζονα λόγο εν προκειμένω, δεδομένου ότι από τις ως άνω  κατευθυντήριες γραμμές φαίνεται να προκύπτει ότι η χρήση ανεξάρτητων  πραγματογνωμόνων είναι δυνατή μόνον «κατ’ εξαίρεση», ιδίως προς  αντιμετώπιση «απότομων αυξήσεων του αριθμού αιτήσεων».

50      Εξάλλου,  το να συνάγεται αναγνώριση ως οργανισμού κοινωνικού χαρακτήρα από το  γεγονός και μόνον ότι ο οικείος υποκείμενος στον φόρο έχει  εξουσιοδοτηθεί από άλλον υποκείμενο στον φόρο αναγνωρισθέντα ως τέτοιο  θα ισοδυναμούσε, εν τέλει, με το να επιτραπεί στον δεύτερο να ασκήσει  την εξουσία εκτιμήσεως που παρέχεται στο κράτος μέλος και θα ενείχε τον  κίνδυνο, όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, η Γερμανική Κυβέρνηση, να  καταστήσει δυνατή την καταστρατήγηση των κριτηρίων που προβλέπει το  εθνικό δίκαιο για την εν λόγω αναγνώριση.

51      Δεύτερον,  μολονότι είναι αληθές ότι το γεγονός ότι το κόστος των εν λόγω  υπηρεσιών βαρύνει κατά μεγάλο μέρος έναν οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης,  όπως είναι το ταμείο ασφάλισης έναντι της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης,  συνιστά στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για την εκτίμηση της  ιδιότητας του οικείου υποκειμένου στον φόρο ως οργανισμού κοινωνικού  χαρακτήρα, η σπουδαιότητα του στοιχείου αυτού μειώνεται όταν η κάλυψη  των ως άνω δαπανών από το ταμείο αυτό πραγματοποιείται, όπως εν  προκειμένω, μόνον εμμέσως, με τη διαμεσολάβηση της MDK, χωρίς να  στηρίζεται σε ρητή απόφαση του εν λόγω ταμείου ή να απορρέει από σύμβαση  συναφθείσα από το ταμείο αυτό με τον εν λόγω υποκείμενο στον φόρο προς  τον σκοπό της παροχής των εν λόγω υπηρεσιών. Συναφώς, δεν αρκεί η απλή  δυνατότητα συνάψεως συμβάσεως αν δεν έχει γίνει χρήση της δυνατότητας  αυτής.

52      Τρίτον,  από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία δεν προκύπτει ότι άλλοι  ιδιωτικού δικαίου υποκείμενοι στον φόρο οι οποίοι ασκούν τις ίδιες  δραστηριότητες με την αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης θα είχαν  αναγνωριστεί ως οργανισμοί κοινωνικού χαρακτήρα υπό περιστάσεις  παρόμοιες με αυτές που χαρακτηρίζουν την κατάσταση της εν λόγω  αναιρεσίβλητης. Κατά συνέπεια, υπό την επιφύλαξη επαληθεύσεως από το  αιτούν δικαστήριο, στην προκειμένη περίπτωση η άρνηση τέτοιας  αναγνώρισης δεν φαίνεται να θίγει την αρχή της φορολογικής  ουδετερότητας.

53      Επομένως,  οι περιστάσεις τις οποίες επισήμανε το αιτούν δικαστήριο δεν αρκούν για  να αποδειχθεί ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, η Ομοσπονδιακή  Δημοκρατία της Γερμανίας υπερέβη τα όρια της εξουσίας εκτιμήσεως που  διαθέτει όσον αφορά την αναγνώριση αυτή, δυνάμει του άρθρου 132,  παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας ΦΠΑ.

54      Βάσει  του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα  πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 132, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ,  της οδηγίας ΦΠΑ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι:

–        η  κατάρτιση γνωματεύσεων επί της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης από  ανεξάρτητο πραγματογνώμονα για λογαριασμό της ιατρικής υπηρεσίας ενός  ταμείου ασφάλισης έναντι της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης, οι οποίες  χρησιμοποιούνται από το εν λόγω ταμείο για την εκτίμηση της έκτασης των  δικαιωμάτων που μπορούν να έχουν οι ασφαλισμένοι του στις παροχές  κοινωνικής πρόνοιας και ασφάλισης, συνιστά παροχή υπηρεσιών συνδεόμενη  στενά με την κοινωνική πρόνοια και ασφάλιση εφόσον είναι απαραίτητη για  την ορθή υλοποίηση των εμπιπτουσών στο πεδίο αυτό πράξεων·

–        η  διάταξη αυτή δεν αντιτίθεται στη μη αναγνώριση του πραγματογνώμονα  αυτού ως οργανισμού κοινωνικού χαρακτήρα ακόμη και αν, πρώτον, ο  πραγματογνώμονας παρέχει ως υπεργολάβος τις υπηρεσίες του όσον αφορά την  κατάρτιση γνωματεύσεων επί της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης, κατ’ εντολή  της εν λόγω ιατρικής υπηρεσίας, η οποία έχει τύχει τέτοιας αναγνώρισης,  δεύτερον, οι δαπάνες κατάρτισης των γνωματεύσεων αυτών βαρύνουν, εμμέσως  και κατ’ αποκοπήν, το οικείο ταμείο ασφάλισης έναντι της αδυναμίας  αυτοεξυπηρέτησης και, τρίτον, ο πραγματογνώμονας έχει βάσει του  εσωτερικού δικαίου τη δυνατότητα να συνάψει απευθείας με το ταμείο αυτό  σύμβαση για την κατάρτιση των εν λόγω γνωματεύσεων ούτως ώστε να τύχει  της αναγνώρισης αυτής, αλλά δεν έχει κάνει χρήση της εν λόγω  δυνατότητας.

Επί των δικαστικών εξόδων

55      Δεδομένου  ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης  τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος  δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.  Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο  Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) αποφαίνεται:

Το  άρθρο 132, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του  Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου  προστιθέμενης αξίας, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι:

–        η  κατάρτιση γνωματεύσεων επί της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης από  ανεξάρτητο πραγματογνώμονα για λογαριασμό της ιατρικής υπηρεσίας ενός  ταμείου ασφάλισης έναντι της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης, οι οποίες  χρησιμοποιούνται από το εν λόγω ταμείο για την εκτίμηση της έκτασης των  δικαιωμάτων που μπορούν να έχουν οι ασφαλισμένοι του στις παροχές  κοινωνικής πρόνοιας και ασφάλισης, συνιστά παροχή υπηρεσιών στενά  συνδεόμενη με την κοινωνική πρόνοια και ασφάλιση εφόσον είναι απαραίτητη  για την ορθή υλοποίηση των εμπιπτουσών στο πεδίο αυτό πράξεων·

–        η  διάταξη αυτή δεν αντιτίθεται στη μη αναγνώριση του πραγματογνώμονα  αυτού ως οργανισμού κοινωνικού χαρακτήρα ακόμη και αν, πρώτον, ο  πραγματογνώμονας παρέχει ως υπεργολάβος τις υπηρεσίες του όσον αφορά την  κατάρτιση γνωματεύσεων επί της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης, κατ’ εντολή  της εν λόγω ιατρικής υπηρεσίας, η οποία έχει τύχει τέτοιας αναγνώρισης,  δεύτερον, οι δαπάνες κατάρτισης των γνωματεύσεων αυτών βαρύνουν, εμμέσως  και κατ’ αποκοπήν, το οικείο ταμείο ασφάλισης έναντι της αδυναμίας  αυτοεξυπηρέτησης και, τρίτον, ο πραγματογνώμονας έχει βάσει του  εσωτερικού δικαίου τη δυνατότητα να συνάψει απευθείας με το ταμείο αυτό  σύμβαση για την κατάρτιση των εν λόγω γνωματεύσεων ούτως ώστε να τύχει  της αναγνώρισης αυτής, αλλά δεν έχει κάνει χρήση της εν λόγω  δυνατότητας.

 

 

Δείτε την απόφαση στο φορολογικό αρχείο του κόμβου