Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2026

Πέτρος ο Πελοποννήσιος

Πέτρος ο Πελοποννήσιος

Πήρα πάλι προχθές την ανηφόρα πίσω από τη Βλαχέρνα. Περπάτησα στον στρωμένο με κυβόλιθους ανήφορο ακολουθώντας τις στροφές και τις καμπύλες του δρόμου. Πέρασα από τη Φυλακή του Ανεμά και το τζαμί του Kazasker İvaz Efendi. Μπήκα στην αυλή του και στάθηκα μπροστά στις πολεμίστρες των τειχών. Αριστερά μου τα τείχη των Κομνηνών, δεξιά ο Πύργος του Ισαάκιου Άγγελου. Νιώθω να πατώ στα χώματα που κάποτε υψωνόταν το ανάκτορο των Βλαχερνών. Μπροστά μου απλώνεται η περιοχή του Κοσμιδίου. Κάποτε εδώ οι λόφοι ήταν κατάφυτοι.

Κλείνω πίσω μου την αυλόπορτα του τζαμιού και συνεχίζω τον ανήφορο. Η Παναγία της Σούδας μπροστά μου. Αν δεν τη γνωρίζεις εύκολα την προσπερνάς. Την αφήνω κι εγώ για λίγο πίσω μου. Λίγα βήματα ακόμα και φτάνω στο Eğrikapı. Κάπου εδώ τελειώνουν τα Θεοδοσιανά Τείχη. Εδώ ήταν η Πύλη των Καλιγαρίων, η απόκρημνη πύλη που χτυπήθηκε λυσσαλέα από τα κανόνια του Πορθητή. Εδώ κι ο Αυτοκράτορας έκανε την τελευταία του περιπολία. Τώρα τα αυτοκίνητα περνούν το ένα μετά το άλλο κάτω από την αψίδα της.  

Επιστρέφω στη Σούδα. Να πήρε, όπως λέει η παράδοση, το όνομά της από εποίκους από τη Σούδα της Κρήτης ή από το απόκρημνο κι απροσπέλαστο χαρακτήρα της περιοχής; Ποιος ξέρει…

Περνώ την ανοιχτή πόρτα, γιορτάζει σήμερα η εκκλησία. Γνώριμα πρόσωπα, φιλικά χαμόγελα, οικείες κουβέντες. Ο κ. Παναγιώτης πρόθυμος να μου πει τις χίλιες και μία ιστορίες της κοινότητάς του. Τον ακολουθώ. Έχω ξαναέρθει, ξέρω τα μέρη, ξέρω τα κατατόπια. Ξέρω την ιστορία για το Εθνικό Φρενοκομείο, για τους χαλκάδες στους τoίχους και στην οροφή. Ξέρω για το σχολείο, που πια δεν υπάρχει, για τα προβλήματα και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν. Ώρες μπορεί να μιλά κανείς για τις ρωμαίικες κοινότητες της Πόλης με τους ανθρώπους τους. 

Να όμως που υπάρχει κάτι που δεν ξέρω. Μια επιτοίχεια πλάκα δίνει το έναυσμα για να ξεκινήσει άλλη μια διήγηση  βγαλμένη λες από παραμύθι. Μια πλάκα, που μάλλον κάποτε ήταν επιτύμβια και εξυμνεί τον Πέτρο Λαμπαδάριο, τον Πελοποννήσιο: 

Θάπτεται αὖθις ναρθηκὶ ξυλοκερκού,

ἐγγράφως ἅμα δώρημα μουσόπολον,

ὃς τύμβον κόσμησε πρὸ δυάδος αἰώνων,

φημίζων ὡς μνήσατο Κωνστάντιος ὁ Α΄,

ἀληστὸν θεὶς τὴν ἡδύφωνον Μουσικῆς ἀηδόνα,

νηπιαστὸν ἀσματικὸν τέττιγα τῆς Ἐκκλησίας,

ἱεροφοιτὴν, τὸν μουσικὸν νοῦν ὃν ἐγνώρισε Τέχνη,

σεμνήτορον, ἄλλον μελῳδὸν Λαμπαδάριον Πέτρον.

Ο Πέτρος ο Πελοποννήσιος, γνωστότερος ως Πέτρος Λαμπαδάριος, γεννήθηκε γύρω στο 1730 στην Πελοπόννησο. Από πολύ μικρός βρέθηκε στη Σμύρνη κι αργότερα ήρθε στην Κωνσταντινούπολη. Αρχισε σιγά σιγά να παίρνει τη θέση που του άρμοζε μέσα στον μουσικό κόσμο της Πόλης.

Στα χρόνια που πρόλαβε να ζήσει και να δημιουργήσει, άφησε πίσω του μια τεράστια μουσική κληρονομιά. Ανέδειξε πολλούς μαθητές, όχι μόνο Ρωμιούς αλλά και Οθωμανούς και Ευρωπαίους. Σε άλλους δίδασκε την εκκλησιαστική μουσική και σε άλλους την αραβοπερσική μουσική παράδοση, την οποία επίσης γνώριζε σε μεγάλο βάθος. Μαζί με τον Πρωτοψάλτη Δανιήλ και τον τότε δομέστικο Ιάκωβο τον Πελοποννήσιο δίδαξε και στην Πατριαρχική Μουσική Σχολή που ιδρύθηκε το 1776. Η σχολή αυτή θεωρείται η δεύτερη οργανωμένη πατριαρχική μουσική σχολή μετά την Άλωση.

Ο Πέτρος Λαμπαδάριος δεν υπήρξε μόνο ψάλτης και δάσκαλος. Υπήρξε ένας άνθρωπος που σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του την αφιέρωσε στη μουσική. Ο κόσμος του Πέτρου όμως δεν σταματούσε στην εκκλησιαστική μουσική. Γνώριζε πολύ καλά και την οθωμανική λόγια. Μελοποίησε ακόμη και κοσμικούς στίχους σύμφωνα με τα οθωμανικά μακάμια και τους ρυθμούς τους. Ίσως γι' αυτό αγαπήθηκε και θαυμάστηκε τόσο πολύ και από μουσικούς που βρίσκονταν έξω από τον χώρο της Εκκλησίας.

Μία από τις πιο γοητευτικές ιστορίες που έχουν σωθεί για εκείνον είναι εκείνη που συνδέεται με το περίφημο «Βυσσινόγραφον».

Κάποια μέρα ο Σουλτάνος πήγε να προσευχηθεί στο Γενί Τζαμί, στο Eminönü, κι όπως συνήθιζε διανυκτέρευσε στο Hünkâr Kasrı. Την ίδια ακριβώς βραδιά, εντελώς συμπωματικά, ο Πέτρος επισκέφθηκε τον μουεζίνη του τζαμιού, με τον οποίο φαίνεται πως τον συνέδεε η κοινή αγάπη για τη μουσική. Κάθισαν μαζί στο τραπέζι και, όπως συχνά συμβαίνει μεταξύ μουσικών, η κουβέντα γρήγορα έγινε τραγούδι και ψαλμωδία και «σελά», το μουσικό κάλεσμα που ακουγόταν από τους μιναρέδες. Ο μουεζίνης εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ, ώστε παρακάλεσε τον Πέτρο να ανέβει πριν από το χάραμα στον μιναρέ και να το ψάλει ο ίδιος. Για έναν χριστιανό και μάλιστα για τον Λαμπαδάριο της Μεγάλης Εκκλησίας, κάτι τέτοιο ήταν ασφαλώς εξαιρετικά τολμηρό. Ο Πέτρος όμως ανέβηκε. Και λίγο πριν ξημερώσει, πάνω από την κοιμισμένη ακόμη Πόλη, ακούστηκε από τον μιναρέ του Γενί Τζαμί η φωνή του να ψάλλει το «σελά» με τον δικό του τρόπο. Μόνο που εκείνο το βράδυ στο τέμενος κοιμόταν ο ίδιος ο Σουλτάνος. Ακούγοντας το άγνωστο μέλος, θέλησε το πρωί να μάθει ποιος είχε αλλάξει τη συνηθισμένη μελωδία, που όμως τον μάγεψε. Όταν πληροφορήθηκε τι είχε συμβεί και, κυρίως, ότι εκείνος που είχε ψάλει από τον μιναρέ ήταν χριστιανός και μάλιστα ο Λαμπαδάριος της Μεγάλης Εκκλησίας, οργίστηκε. Διέταξε ανθρώπους του να μεταβούν στο Πατριαρχείο, να ενημερώσουν τον Πατριάρχη για το τόλμημα του Πέτρου, να τον συλλάβουν και να τον οδηγήσουν στο Σεϊχουλισλάμη ώστε να ανακριθεί για το θρησκευτικό αδίκημα που είχε διαπράξει.

Τότε ο Πέτρος επιστράτευσε όχι τη μουσική του τέχνη αλλά την εξυπνάδα του. Κατά την ανάκριση προσποιήθηκε τον τρελό. Κοιτούσε πάνω και κάτω, δεξιά και αριστερά, μονολογούσε, πείραζε όσους βρίσκονταν γύρω του και, σύμφωνα με την παράδοση, καθόταν στο πάτωμα της αίθουσας παίζοντας με καρύδια. Οι δικαστές πείστηκαν ότι ο περίφημος μουσικοδιδάσκαλος είχε χάσει τα λογικά του και αποφάσισαν να τον οδηγήσουν στο φρενοκομείο που βρισκόταν τότε στο Eğrikapı, στην Παγία της Σούδας, στο Εθνικό Φρενοκομείο.

Με διαταγή του Σουλτάνου τού παρέχονταν εκεί όλα όσα χρειαζόταν. Όλα, εκτός από δύο πράγματα: χαρτί και μελάνι. Για τον Πέτρο όμως αυτό ήταν ίσως η μεγαλύτερη στέρηση. Να έχει στο μυαλό του μουσική και να μην μπορεί να τη γράψει. Η λύση δεν άργησε να βρεθεί. Μαθητές του σχολείου , οι οποίοι πήγαιναν να τον επισκεφθούν, κατάφερναν να του δίνουν κρυφά χαρτί. Έμενε το μελάνι. Ανάμεσα στα τρόφιμα που του πρόσφεραν υπήρχαν και βύσσινα. Ο Πέτρος πήρε τον σκουρόχρωμο  χυμό τους, τον χρησιμοποίησε αντί για μελάνι. Ξέρανε  τον μίσχο του καρπού και τον μετέτρεψε σε γραφίδα.  Έγραψε έτσι ένα αργό Πασαπνοάριο του Όρθρου σε πλάγιο ήχο του Β΄.

Έτσι, σύμφωνα με την παράδοση, γεννήθηκε το περίφημο «Βυσσινόγραφον».

Ένα μουσικό χειρόγραφο που οφείλει το όνομά του όχι μόνο στο χρώμα με το οποίο γράφτηκε, αλλά και σε εκείνες τις παράξενες σαράντα ημέρες της ζωής του δημιουργού του.

Ύστερα από σαράντα ημέρες ο Πέτρος κρίθηκε δήθεν θεραπευμένος και βγήκε από το φρενοκομείο. Επέστρεψε κανονικά στα καθήκοντά του στη Μεγάλη Εκκλησία και συνέχισε τη μουσική του δραστηριότητα ακόμη και μέσα στο οθωμανικό παλάτι.

Το 1777, όταν η πανώλη θέριζε την Κωνσταντινούπολη, ο Πέτρος πέθανε. Η εξόδιος ακολουθία έγινε στον Πατριαρχικό Ναό.

Στην κηδεία του εμφανίστηκαν δερβίσηδες από τεκέδες ολόκληρης της Πόλης. Ήταν άνθρωποι που τον είχαν γνωρίσει ως δάσκαλο, ως μουσικό και ίσως ως φίλο. Ζήτησαν από τον Πατριάρχη Σωφρόνιο Β΄ την άδεια να ψάλουν και αυτοί πάνω από το σώμα του δασκάλου τους τη δική τους πένθιμη ωδή, συνοδεία του νέι.

Ο Πατριάρχης φαίνεται πως κατάλαβε πολύ καλά τη συγκίνησή τους. Δεν θέλησε να τους αρνηθεί, φοβόταν όμως μήπως μια μουσουλμανική τελετουργική παρουσία μέσα στον Πατριαρχικό Ναό προκαλούσε αντιδράσεις.

Τους είπε λοιπόν να αποδώσουν το τελευταίο αντίο στο δάσκαλό τους στον τάφο του. Οι δερβίσηδες υπάκουσαν. Ακολούθησαν κλαίγοντας τη νεκρική πομπή μέχρι το ορθόδοξο νεκροταφείο του Eğrikapı. Εκεί, αφού ψάλθηκε το Τρισάγιο και το σώμα του Πέτρου κατέβηκε στον τάφο, άρχισαν και εκείνοι να παίζουν με τα νέι τους έναν βαθιά πένθιμο σκοπό. Τότε ένας από αυτούς κατέβηκε μέσα στον ανοιχτό τάφο. Στα χέρια του κρατούσε το νέι του σαν αναμμένη λαμπάδα, το τοποθέτησε  στην αγκαλιά του νεκρού Πέτρου και βγήκε από τον τάφο δακρυσμένος.

Η ιστορία δυστυχώς τελειώνει εδώ με τον τάφο του Πέτρου Πελοποννήσιου να αγνοείται και μόνο η επιτύμβια πλάκα να παραμένει στον τοίχο του νάρθηκα της Παναγίας της Σούδας. 

Αφήνω πίσω μου τον κ. Παναγιώτη και τη Ραμόνα, που φροντίζει με περισσή αγάπη τον κήπο της. Παίρνω την κατηφόρα για τον Κεράτιο με την ίδια και πάλι απορία που με συνοδεύει στις βόλτες μου στην Πόλη: Πόση ιστορία μπορεί να χωρέσει ένας τόπος, πόσο βαριά μπορεί να είναι αυτή για τις πλάτες των ανθρώπων που την κληρονομούν! 

ΤΡΟΜΙΚΟΝ ΣΥΝΑΓΜΑ

Stelios Hatzikonstantinou