Πέρα από την αγανάκτηση: Μερικές διαφορετικές σκέψεις για τον εκπαιδευτικό με οπτική αναπηρία στη Θεσσαλονίκη
Kostas Theodoropoulos
Το περιστατικό με τον εκπαιδευτικό με οπτική αναπηρία στη Θεσσαλονίκη, ο οποίος σύμφωνα με καταγγελίες έγινε αντικείμενο χλευασμού από μαθητές του, προκάλεσε εύλογες αντιδράσεις και έντονη συναισθηματική φόρτιση.
Προσωπικά, θα προτιμήσω να αποφύγω μια ακόμη ανάρτηση αγανάκτησης και καταγγελίας. Όχι επειδή υποτιμώ τη σοβαρότητα του περιστατικού, αλλά επειδή πιστεύω ότι οφείλουμε να εξετάσουμε και όσα βρίσκονται πίσω από αυτό.
Το γενικότερο πρόβλημα του σχολείου
Ας ξεκινήσουμε από μια βασική παραδοχή. Εκπαιδευτικοί χωρίς αναπηρία έχουν επίσης αντιμετωπίσει χλευασμό, λεκτική αλλά και σωματική βία, προσβολές, απειλές και απαξιωτικές συμπεριφορές από μαθητές.
Επομένως, το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην αντιμετώπιση της αναπηρίας. Συνδέεται με ένα ευρύτερο ζήτημα: τη σχέση μαθητή και εκπαιδευτικού, την παιδαγωγική αυθεντία και τα όρια μέσα στη σχολική κοινότητα.
Όταν αυτή η σχέση διαρρηγνύεται, όταν τα δικαιώματα των μαθητών αποσυνδέονται από τις υποχρεώσεις τους και όταν το σχολείο δυσκολεύεται να θέσει σαφή όρια, οποιαδήποτε ιδιαιτερότητα μπορεί να αποτελέσει αφορμή χλευασμού. Η αναπηρία, μάλιστα, μπορεί να γίνει ευκολότερος στόχος εξαιτίας προκαταλήψεων και στερεοτύπων.
Η ευθύνη της σχολικής κοινότητας
Υπάρχουν όμως ορισμένα ερωτήματα που θεωρώ εξίσου σημαντικά.
Τι είχε κάνει η διεύθυνση του σχολείου και ο σύλλογος διδασκόντων για να υποστηρίξουν τον συγκεκριμένο εκπαιδευτικό; Είχαν προετοιμαστεί οι μαθητές να αποδεχθούν έναν καθηγητή με οπτική αναπηρία; Είχε συζητηθεί μαζί τους τι σημαίνει αυτή η ιδιαίτερη συνθήκη, ποιες δυσκολίες μπορεί να δημιουργεί και πώς μπορούν όλοι να συμβάλουν στην ομαλή λειτουργία της τάξης;
Δεν γνωρίζουμε τις απαντήσεις και δεν είναι σωστό να προδικάζουμε ευθύνες. Είναι όμως ερωτήματα που πρέπει να τεθούν.
Ο ρόλος της οικογένειας και των γονέων
Δεν μπορούμε, επίσης, να παραβλέψουμε τον ρόλο της οικογένειας.
Το σχολείο δεν λειτουργεί απομονωμένο από την κοινωνία. Τα παιδιά μεταφέρουν μέσα στην τάξη αντιλήψεις, συμπεριφορές και πρότυπα που διαμορφώνονται και στο οικογενειακό τους περιβάλλον.
Πώς μιλούν οι γονείς στα παιδιά τους για τους εκπαιδευτικούς; Καλλιεργούν τον σεβασμό προς τον άνθρωπο που διδάσκει ή απαξιώνουν συστηματικά τον ρόλο του; Πώς αντιμετωπίζουν τη διαφορετικότητα και την αναπηρία; Μαθαίνουν στα παιδιά τους ότι μαζί με τα δικαιώματα υπάρχουν και υποχρεώσεις;
Η οικογένεια έχει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητας και της συμπεριφοράς των παιδιών. Δεν μπορεί να μεταθέτει αποκλειστικά στο σχολείο την ευθύνη της διαπαιδαγώγησής τους.
Αντίστοιχα, το σχολείο οφείλει να συνεργάζεται ουσιαστικά με τους γονείς, ιδιαίτερα όταν εμφανίζονται συμπεριφορές που προσβάλλουν την αξιοπρέπεια των εκπαιδευτικών ή διαταράσσουν την εκπαιδευτική διαδικασία.
Η αντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων προϋποθέτει συνεργασία σχολείου και οικογένειας, όχι αμοιβαία μετάθεση ευθυνών.
Η διδακτική επάρκεια και το κύρος του εκπαιδευτικού
Υπάρχει και μια άλλη διάσταση, την οποία συχνά αποφεύγουμε να συζητήσουμε.
Ένας εκπαιδευτικός με αναπηρία, όπως κάθε εκπαιδευτικός, οφείλει να διαθέτει διδακτική και παιδαγωγική επάρκεια. Να γνωρίζει το αντικείμενό του, να μπορεί να μεταδώσει τη γνώση και, κυρίως, να κερδίζει την εμπιστοσύνη των μαθητών του.
Το κύρος του εκπαιδευτικού δεν προκύπτει αποκλειστικά από τη θεσμική του ιδιότητα. Καλλιεργείται μέσα από τη γνώση, τη συνέπεια, τη μεταδοτικότητα, τη δικαιοσύνη και την ικανότητά του να επικοινωνεί με τους μαθητές.
Η αναπηρία δεν μειώνει αυτές τις απαιτήσεις, αλλά ούτε αποτελεί ένδειξη επαγγελματικής ανεπάρκειας. Αντίθετα, το σχολείο οφείλει να εξασφαλίζει τις κατάλληλες συνθήκες ώστε ο εκπαιδευτικός να μπορεί να αξιοποιεί τις δυνατότητές του.
Αν ήμουν εγώ στη θέση του εκπαιδευτικού
Αν βρισκόμουν προσωπικά στη θέση ενός εκπαιδευτικού με οπτική αναπηρία, θα προσπαθούσα πρώτα απ’ όλα να κερδίσω την εμπιστοσύνη των παιδιών.
Θα τους μιλούσα ανοιχτά για την αναπηρία μου, για όσα μπορώ να κάνω και για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζω.
Θα τους εξηγούσα ότι η αναπηρία μπορεί εύκολα να γίνει αντικείμενο χλευασμού, αλλά ότι κανείς μας δεν γνωρίζει αν αύριο θα βρεθεί σε μια αντίστοιχη θέση.
Και θα τους έθετα ένα απλό ερώτημα: Θέλετε τελικά να πάρετε κάτι από το μάθημα που σας προσφέρω;
Όποιος θέλει να μάθει, πρέπει να έχει αυτή τη δυνατότητα. Όποιος δυσκολεύεται να ενδιαφερθεί, χρειάζεται προσπάθεια και ενθάρρυνση. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν έχει το δικαίωμα να στερεί από τους συμμαθητές του τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν.
Και αν κάποιοι μαθητές προχωρούσαν σε μια συμπεριφορά όπως αυτή που καταγγέλλεται στη Θεσσαλονίκη, θα ήθελα να συζητήσω μαζί τους, τόσο ομαδικά όσο και ατομικά.
Να καταλάβω τι τους οδήγησε σε αυτή τη συμπεριφορά. Ήταν προκατάληψη; Ήταν αμφισβήτηση του εκπαιδευτικού; Ήταν η δυναμική της ομάδας ή κάτι άλλο;
Η κατανόηση των αιτιών δεν σημαίνει δικαιολόγηση των πράξεων ούτε κατάργηση των συνεπειών τους.
Η αναγνώριση των ορίων και ο σεβασμός στη διαφορετικότητα
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη που θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό.
Δεν αρκεί να μάθουν τα παιδιά ότι ο χλευασμός ενός ανθρώπου με αναπηρία είναι απαράδεκτος. Πρέπει να κατανοήσουν γιατί είναι απαράδεκτος.
Να αντιληφθούν ότι η αναπηρία δεν αφαιρεί τίποτα από την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ότι η διαφορετικότητα δεν αποτελεί αδυναμία που επιτρέπεται να εκμεταλλευόμαστε και ότι ο σεβασμός προς τον άλλον δεν μπορεί να εξαρτάται από τα σωματικά ή άλλα χαρακτηριστικά του.
Παράλληλα, πρέπει να μάθουν να αναγνωρίζουν τα όρια της δικής τους συμπεριφοράς.
Το δικαίωμα ενός μαθητή να εκφράζεται, να διαφωνεί ή ακόμη και να αμφισβητεί τον εκπαιδευτικό του δεν περιλαμβάνει το δικαίωμα να τον εξευτελίζει, να τον χλευάζει ή να παρεμποδίζει το μάθημα.
Η ελευθερία χωρίς την αντίστοιχη ευθύνη δεν αποτελεί παιδαγωγική κατάκτηση.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να τιμωρηθούν οι μαθητές για μια απαράδεκτη συμπεριφορά, αλλά να κατανοήσουν τη σοβαρότητά της, να αναλάβουν την ευθύνη τους και να μην την επαναλάβουν.
Από την καταγγελία στην αναζήτηση των αιτιών
Δεν γνωρίζω αν ο συγκεκριμένος εκπαιδευτικός είχε την αναγκαία υποστήριξη, ούτε έχω στοιχεία για τη διδακτική του επάρκεια. Και ασφαλώς δεν θα ήταν δίκαιο να συναγάγουμε συμπεράσματα για αυτήν από το γεγονός ότι υπέστη χλευασμό.
Εκείνο που μπορούμε να υποστηρίξουμε είναι ότι η ουσιαστική ένταξη ενός ανθρώπου με αναπηρία στο σχολείο δεν ολοκληρώνεται με τον διορισμό ή την τοποθέτησή του σε μια τάξη.
Χρειάζεται συνεργασία, προετοιμασία, παιδαγωγική επάρκεια, ενεργό συμμετοχή της οικογένειας, σαφή όρια και αμοιβαίο σεβασμό.
Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο γιατί κάποιοι μαθητές χλεύασαν έναν εκπαιδευτικό με αναπηρία. Είναι και τι είδους σχολείο έχουμε δημιουργήσει, ποια πρότυπα μεταφέρουμε στα παιδιά μας και πώς επιτρέπουμε να διαμορφώνονται τέτοιες συμπεριφορές.
Αν περιοριστούμε στην αγανάκτηση, θα έχουμε καταδικάσει ένα περιστατικό. Αν αναζητήσουμε τις αιτίες του, ίσως καταφέρουμε να αποτρέψουμε το επόμενο.