Το βλέμμα που εξευτελίζει: περί αναπηρίας, εξουσίας και ηθικής ευθύνης.
Ioanna-Maria Gertsou
???????
Η περίπτωση χλευασμού διαπόμπευσης στα social τυφλού εκπαιδευτικού σε γυμνάσιο της Θεσσαλονίκης.
Διάβασα την είδηση για τον τυφλό καθηγητή μουσικής στη Θεσσαλονίκη, τον οποίο μαθητές φέρονται να χλεύασαν, να βιντεοσκόπησαν και να διαπόμπευσαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι δεν μπορούσε να δει όσα συνέβαιναν μέσα στην αίθουσα. Διασταύρωσα την είδηση και γνωρίζω τον καθηγητή (link στα σχόλια).
Ο Emmanuel Levinas θεμελίωσε την ηθική στη συνάντηση με το πρόσωπο του Άλλου. Όχι στο πρόσωπο ως οπτικό ερέθισμα, αλλά ως παρουσία που μας καλεί σε ευθύνη. Ο Άλλος δεν υπάρχει για να τον χρησιμοποιούμε, να τον αξιολογούμε ή να τον μετατρέπουμε σε αντικείμενο της δικής μας διασκέδασης.
Αναρωτιέμαι, λοιπόν, τι συμβαίνει όταν ο Άλλος παύει να αναγνωρίζεται ως υποκείμενο και μετατρέπεται σε θέαμα.
Όταν η αδυναμία του να αντιληφθεί μια χειρονομία γίνεται αφορμή για χλευασμό. Όταν η αναπηρία του γίνεται ευκαιρία επίδειξης ισχύος. Όταν η ταπείνωσή του καταγράφεται σε βίντεο και προσφέρεται προς δημόσια κατανάλωση.
Στην κοινωνική ψυχολογία, ο Albert Bandura περιέγραψε τον μηχανισμό της ηθικής αποδέσμευσης (moral disengagement): τη διαδικασία μέσα από την οποία ο άνθρωπος μπορεί να προβαίνει σε επιβλαβείς πράξεις αναστέλλοντας τους εσωτερικούς μηχανισμούς ηθικής αυτορρύθμισης. Η ευθύνη διαχέεται στην ομάδα, η βλάβη υποτιμάται, η πράξη βαφτίζεται αστείο και ο άνθρωπος που υφίσταται την ταπείνωση υποβιβάζεται σε αντικείμενο.
«Πλάκα κάναμε». Πόση βία μπορεί να χωρέσει μέσα σε αυτές τις δύο λέξεις; Και πόσο εύκολα η συλλογική συμμετοχή μετατρέπεται σε συλλογική απενοχοποίηση;
Δεν γνωρίζω τα συγκεκριμένα παιδιά ούτε προτίθεμαι να τα ψυχολογήσω από ένα δημοσίευμα. Γνωρίζω, όμως, ότι η εφηβεία δεν αποτελεί ηθικό άλλοθι. Η αναπτυξιακή ανωριμότητα μπορεί να εξηγήσει πλευρές μιας συμπεριφοράς. Δεν μπορεί να καταργήσει την ανάγκη ανάληψης ευθύνης.
Και ας μη μιλήσουμε επιφανειακά για «έλλειψη ενσυναίσθησης». Το ζήτημα είναι βαθύτερο. Δεν αρκεί να μπορεί κανείς να αντιληφθεί ότι ο άλλος υποφέρει. Χρειάζεται να αναγνωρίζει ότι η οδύνη του άλλου θέτει όρια στη δική του συμπεριφορά. Η ενσυναίσθηση χωρίς ηθική ευθύνη μπορεί να παραμείνει μια απλή ικανότητα κατανόησης. Δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση σεβασμού.
Υπάρχει, όμως, και μια δεύτερη διάσταση που θεωρώ εξίσου ανησυχητική. Στο δημοσίευμα διαβάζουμε ότι αναδεικνύεται η ανάγκη για βοηθητικό προσωπικό, ώστε οι εκπαιδευτικοί με αναπηρία να μπορούν να ασκούν τα καθήκοντά τους. Ασφαλώς και απαιτούνται προσβασιμότητα, προσαρμογές και θεσμική υποστήριξη.
Αλλά προσέξτε τη μετατόπιση! Ένας εκπαιδευτικός υφίσταται εξευτελιστική συμπεριφορά λόγω της αναπηρίας του και η συζήτηση κινδυνεύει να μεταφερθεί στην ανάγκη επιτήρησης ή υποστήριξης του ίδιου. Αντί να αναρωτηθούμε γιατί κάποιοι μαθητές θεωρούν αποδεκτό να εξευτελίζουν έναν άνθρωπο, αναρωτιόμαστε ποιος θα βρίσκεται δίπλα στον άνθρωπο αυτόν για να μην τον εξευτελίζουν.
Αυτό είναι μια χαρακτηριστική έκφραση του αρτιμελισμού (ableism): η τάση να εντοπίζεται το πρόβλημα πρωτίστως στο ανάπηρο σώμα και όχι στις κοινωνικές σχέσεις, στις προκαταλήψεις και στις πρακτικές αποκλεισμού. Ο τυφλός εκπαιδευτικός δεν είναι ένας ελλειμματικός βλέπων εκπαιδευτικός. Είναι ένας επαρκής εκπαιδευτικός που δεν βλέπει. Η επιστημονική του επάρκεια δεν μετριέται σε βαθμούς οπτικής οξύτητας. Η παιδαγωγική του ταυτότητα δεν εξαρτάται από την ικανότητά του να επιτηρεί οπτικά κάθε κίνηση μέσα στην τάξη. Και η αξιοπρέπειά του δεν μπορεί να τελεί υπό την προϋπόθεση της παρουσίας κάποιου βλέποντος.
Διάβασα, επίσης, ότι ο συγκεκριμένος καθηγητής ζήτησε μετά το περιστατικό να μετατεθεί. Δεν γνωρίζω τους προσωπικούς λόγους της απόφασής του. Ωστόσο, η είδηση γεννά ένα εξαιρετικά δυσάρεστο ερώτημα: μήπως, τελικά, εκείνος που υφίσταται την ταπείνωση είναι και εκείνος που καλείται να απομακρυνθεί από το περιβάλλον όπου αυτή εκδηλώθηκε; Το μουσικό σχολείο όπου ζήτησε να μετατεθεί btw, είναι ένα σχολείο όπου ήθισται να φοιτούν τυφλά παιδιά και να διδάσκουν τυφλοί εκπαιδευτικοί. Οπότε, για πια ένταξη και πια συμπερίληψη μιλάμε; Ο τυφλός θα επιστρέψει στο προστατευμένο περιβάλλον, όπου η τυφλότητα είναι μια οικεία συνθήκη αντί να εκτεθεί στον κόσμο και να διεκδικήσει μια «θέση στον ήλιο», όπως έχει δικαίωμα να κάνει.
Και ας αναρωτηθούμε κάτι ακόμη.
Τι ακριβώς διδάσκονται τα παιδιά σας όταν η αναπηρία εξακολουθεί να παρουσιάζεται ως ατομική τραγωδία, ως αδυναμία, ως απόκλιση από έναν υποτιθέμενο «φυσιολογικό» άνθρωπο;
Πώς απαιτούμε σεβασμό στην ανθρώπινη ποικιλομορφία όταν η ίδια η κοινωνία, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τον ανάπηρο επαγγελματία ως εξαίρεση που πρέπει διαρκώς να αποδεικνύει την αξία της;
Ο σεβασμός δεν είναι φιλανθρωπία. Η ισότητα δεν είναι χάρη. Και η αξιοπρέπεια δεν είναι ανταμοιβή για όσους καταφέρνουν να υπερβούν την αναπηρία τους. Η αναπηρία πρέπει να πάψει να υφίσταται ως δικαιολογία για τη βία που υπέστη ένας άνθρωπος.
Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πώς ένας τυφλός καθηγητής θα μπορούσε να δει όσα συνέβαιναν πίσω από την πλάτη του. Αλλά πώς τόσοι άνθρωποι με ακέραιη όραση μπορούσαν να παρακολουθούν αυτό που συνέβαινε, χωρίς η ίδια η πράξη να αποτελεί επαρκή λόγο για να σταματήσουν. Ο καθηγητής δεν μπορούσε να δει τις χειρονομίες τους. Εκείνοι, όμως, μπορούσαν να δουν τον άνθρωπο που εξευτέλιζαν.
Όταν ξεκίνησα να διδάσκω στο κολλέγιο, η υπεύθυνη του εκπαιδευτικού προγράμματος μου είπε κάτι που θυμάμαι μέχρι σήμερα: «Αν αντιμετωπίσεις οποιοδήποτε πρόβλημα που αφορά εσένα ή τον σκύλο-οδηγό σου, θέλω να έρθεις κατευθείαν σε μένα».
???????
??
??
Δεν χρειάστηκε να συμβεί τίποτα για να μου το πει. Δεν περίμενε να υπάρξει κάποιο περιστατικό διάκρισης, αμφισβήτησης ή προσβλητικής συμπεριφοράς. Είχε ήδη αναγνωρίσει ότι η προστασία της αξιοπρέπειας ενός εκπαιδευτικού αποτελεί ευθύνη του ίδιου του εκπαιδευτικού θεσμού. Και αυτή η φαινομενικά απλή φράση είχε ιδιαίτερη σημασία. Δεν μου είπε ότι θα χρειαστώ κάποιον να με επιτηρεί επειδή δεν βλέπω. Δεν αμφισβήτησε την ικανότητά μου να διδάξω. Δεν αντιμετώπισε την παρουσία του σκύλου-οδηγού μου ως πρόβλημα προς διαχείριση.
Μου κατέστησε σαφές ότι, εάν κάποιος αμφισβητούσε το δικαίωμά μου να βρίσκομαι εκεί με τους ίδιους όρους αξιοπρέπειας και επαγγελματικού σεβασμού όπως οι υπόλοιποι συνάδελφοί μου, δεν θα ήμουν μόνη απέναντί του.
Αυτό δεν είναι απλώς μια πράξη προσωπικής ευαισθησίας. Είναι μια στάση θεσμικής ευθύνης.
Και εδώ επιστρέφω στο περιστατικό της Θεσσαλονίκης. Ένα σχολείο δεν έχει μόνο την ευθύνη να διαχειρίζεται περιστατικά εκφοβισμού αφού αυτά συμβούν. Έχει πρωτίστως την ευθύνη να διαμορφώνει ένα περιβάλλον στο οποίο η αξιοπρέπεια κανενός εκπαιδευτικού ή μαθητή δεν τίθεται υπό διαπραγμάτευση.
Η συμπερίληψη δεν εξαντλείται στις ράμπες, στις τεχνολογικές προσαρμογές ή στην παρουσία βοηθητικού προσωπικού. Αποτυπώνεται και στην κουλτούρα ενός οργανισμού, στον τρόπο με τον οποίο η διοίκησή του αναλαμβάνει την ευθύνη, θέτει όρια και παρεμβαίνει απέναντι στις διακρίσεις.
Ένα σχολείο που δεν προστατεύει την αξιοπρέπεια του εκπαιδευτικού του πώς θα διδάξει στους μαθητές του την αξία της αξιοπρέπειας;